
Εντός του 2026 κυκλοφόρησε ένα ενδιαφέρον δισκογραφικό εγχείρημα από τη Phasma-Music, στο οποίο φιλοξενείται το έργο Memoria InTer Nos, μουσική τραγωδία για σοπράνο, σαξόφωνο και κουιντέτο εγχόρδων, του Τέλη Δημητρακόπουλου. Ήδη από την πρώτη επαφή με το έργο καθίσταται σαφές ότι η έννοια της μνήμης παίζει κεντρικό ρόλο στην όλη σύλληψη: άλλωστε ο ίδιος ο τίτλος μεταφράζεται ως «Μνήμη ανάμεσά μας». Ο χαρακτηρισμός «μουσική τραγωδία» απορρέει άμεσα από τα μέρη του έργου, τα οποία ακολουθούν τη δομή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας (επεισόδια, χορικά/στάσιμα και έξοδος). Αυτά τα σχετικά μικρής διάρκειας μέρη διέπονται όλα από την ίδια ιδέα – της μνήμης – εμφανίζοντας στοιχεία “κυκλικότητας” τόσο στο ποιητικό κείμενο όσο και στη μουσική: την πιο τρανταχτή χειρονομία προς αυτή την κατεύθυνση αποτελεί η αναμενόμενη αναδρομή κατά το τέλος του έργου σε ποιητικές ιδέες και σε μουσικά μορφώματα του προλόγου, μεταξύ άλλων αναφορών σε προηγούμενα μέρη. Οι συντελεστές που συμμετείχαν στην ηχογράφηση είναι οι εξής: Τέλης Δημητρακόπουλος (σύνθεση, σαξόφωνα, κλαρινέτο, αφήγηση, ποιητικά κείμενα), Δέσποινα Κελεσίδου (σοπράνο), κουιντέτο εγχόρδων Anemóen Fronima (ονομασία ελκυστικά ταιριαστή για εκτελεστές μουσικού έργου – τραγωδίας, καθώς πρόκειται για φράση καταγεγραμμένη στην Αντιγόνη του Σοφοκλή!), Raquel Reis (βιολοντσέλο), Jerry Summers (κρουστά), Κώστας Πήλος (βιολοντσέλο).
Η συνάντηση μνήμης και αρχαίου ελληνικού πολιτισμού είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα για τον κλάδο της μουσικής, δεδομένης της μητρικής σύνδεσης της Μνημοσύνης με τις εννέα μούσες της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Καταρχάς, ο Δημητρακόπουλος σε αναφορές του σχετικά με το έργο φαίνεται να διαχωρίζει συστηματικά τις έννοιες της μνήμης και της ανάμνησης. Αυτό συμβαίνει προφανώς, διότι η μνήμη θεωρείται ότι αποτελεί δυναμικό και ενιαίο παράγοντα που επηρεάζει την αντίληψη του ατόμου, και επεκτείνεται από το παρελθόν προς το παρόν, διαμορφώνοντας δυναμικά το τελευταίο, ενώ η ανάμνηση θεωρείται ότι αποτελεί αποσπασματικό σημείο του παρελθόντος (με αρχή και τέλος) που μπορεί να ανασύρει κατά στιγμές ένα άτομο στο νου του. Αυτή τη διάκριση φαίνεται να μετατρέπει σε σημείο έμπνευσης και ο Δημητρακόπουλος, διευρύνοντας τη συλλογιστική του και στο πεδίο της συλλογικής μνήμης. Ο μουσικολόγος, ερευνητής και ΕΔΙΠ στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών ΕΚΠΑ Τάσος Κολυδάς στην εισήγησή του κατά την παρουσίαση του συγκεκριμένου δισκογραφικού εγχειρήματος δικαίως λοιπόν διέκρινε μια σύνδεση μεταξύ της συνέχειας στη μνήμη και της συνοχής στη δομή του έργου του Δημητρακόπουλου. Επίσης, ορθώς ανέδειξε την επικαιρότητα ενός τέτοιου ζητήματος στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογίας, και, κατ’ επέκτασιν, της τεχνητής νοημοσύνης: σε ένα περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από τον κατακερματισμό, τη συρρίκνωση και την επιτάχυνση της πρόσληψης πληροφορίας, ενιαίες και εκτεταμένες αφηρημένες δομές – όπως η μνήμη – φαίνεται να μην ευνοούνται.
Ο ήχος της σύνθεσης είναι αρκετά ετερόκλητος: κατά διαστήματα το έργο παρουσιάζει απόηχους από τροπικές παραδόσεις των μεσογειακών λαών και των λαών της Ανατολής, ίχνη από τον χώρο της δυτικής Παλαιάς Μουσικής, στιγμές από τη δυτική avant-garde και τον χώρο της πειραματικής μουσικής, αλλά και ψήγματα από ακούσματα, τα οποία ο Δημητρακόπουλος πιθανόν προσέλαβε κατά τη μελέτη του jazz σαξόφωνου και του ευρύτερου σχετιζόμενου χώρου. Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτά συνοψίζουν σε μεγάλο βαθμό και τα μουσικά ενδιαφέροντα του Δημητρακόπουλου! Η γλώσσα (χρησιμοποιείται η ελληνική), συνδετικός παράγοντας μεταξύ ατόμου και κοινωνίας, αλλά και καθοριστικό στοιχείο για τη συλλογική μνήμη, ακούγεται πότε σε μορφή αφήγησης, πότε σε μορφή μελίσματος και πότε σε συλλαβική μορφή. Ο γενικός χαρακτήρας του έργου είναι ξεκάθαρος ευθύς εξαρχής και διατηρείται αμετάβλητος καθ’ όλη τη διάρκειά του: πρόκειται για μια διάχυτη μυστικιστική και ονειρική ατμόσφαιρα. Η μουσική παραπέμπει σε μια περίεργη αίσθηση παλαιάς και ξεχασμένης τελετής, αλλά και σε έναν συνδυασμό υπέρβασης και νοσταλγίας, διαθέσεις οι οποίες δεν μπορούν ωστόσο να αποδοθούν με σαφήνεια σε κάποια συγκεκριμένη παράμετρο, όπως της μελωδίας, του ρυθμού, των συνηχήσεων, του ηχοχρώματος. Αντίθετα, φαίνεται πως το σύνολο των επιμέρους στοιχείων του έργου συμβάλλει στη διαμόρφωση αυτής της ατμόσφαιρας, το καθένα με διαφορετικό τρόπο. Σε ορισμένα σημεία και soli γίνεται προφανής και μία εκστατική ή διεγερτική διάθεση, που παραπέμπει στην ιδέα του αρχαίου θεάτρου. Πάντως, και σε γενικότερο επίπεδο, στο έργο εμφανίζεται μια σαφής αίσθηση θεατρικότητας, η οποία αγγίζει τόσο τη φωνή όσο και τα όργανα, αναδεικνύοντας τη σημασία της επιτέλεσης για την όλη σύλληψη. Φυσικά, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο χωρίς την κοινή ερμηνευτική αντίληψη που επέδειξαν οι εκτελεστές, αναδεικνύοντας με ενδιαφέρον και μεγαλύτερη σαφήνεια τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και την ατμόσφαιρα του έργου, αλλά και το όραμα του Δημητρακόπουλου.
Με το συγκεκριμένο δισκογραφικό εγχείρημα, ο Τέλης Δημητρακόπουλος προσπαθεί να απευθυνθεί σε ένα αρκετά διευρυμένο κοινό με ειλικρινή τρόπο: προσπαθεί να αποδώσει τη δική του ιδιαίτερη οπτική για τον κόσμο και τη μουσική, προβάλλοντας το συνονθύλευμα των καλλιτεχνικών και εννοιολογικών ενδιαφερόντων της μέχρι τώρα σταδιοδρομίας του, μέσα από ένα ποιητικό έργο, το οποίο περιστρέφεται γύρω από εξωμουσικές (αλλά ταυτόχρονα αρκετά σχετικές με τη μουσική!) ιδέες. Ο νέος δημιουργός πάντως φαίνεται ότι έχει άποψη!