Πνευματικές αναζητήσεις στο Φεστιβάλ του Salzburg (α΄ μέρος): ο Muti διευθύνει το Messa da Requiem, του Verdi

Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης ερμηνεύει υπό τη διεύθυνση του Riccardo Muti στο Φεστιβάλ του Salzburg το 2026. Φωτογραφία: Marco Borrelli
Η Iwona Sobotka (σοπράνο), η Marianne Crebassa (μέτζο-σοπράνο), ο Michael Spyres (τενόρος), ο Maharram Huseynov (μπασος), η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης, και η Χορωδία της Κρατικής Όπερας της Βιέννης ερμηνεύουν υπό τη διεύθυνση του Riccardo Muti στο Φεστιβάλ του Salzburg το 2026. Φωτογραφία: Marco Borrelli

Στο φετινό Φεστιβάλ του Salzburg το κοινό είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει μία αξιόλογη και ιδιαίτερα εκτεταμένη σειρά θρησκευτικών έργων. Μεταξύ αυτών, ιδιαίτερη εντύπωση προκάλεσαν δύο μουσικές εκδηλώσεις στο κεντρικό πρόγραμμα, οι οποίες προσκάλεσαν το κοινό σε ένα πνευματικό ταξίδι υπαρξιακών αναζητήσεων. Η πρώτη εξ αυτών, με την οποία ασχολείται το α΄ μέρος αυτού του αφιερώματος του Critics’ Point στο φετινό Φεστιβάλ του Salzburg, πραγματεύτηκε την έννοια του θανάτου, μέσω του έργου Messa da Requiem, για τέσσερις σολίστες, χορωδία και ορχήστρα, του Giuseppe Verdi (1813-1901). Το έργο ολοκληρώθηκε στη μνήμη του Ιταλού ποιητή και πατριώτη Alessandro Manzoni και αποτελεί το σημαντικότερο επίτευγμα του Verdi για τη δεκαετία του 1870 μετά από την Aida. Πρόκειται για ένα έργο με εμφανή θεατρικά στοιχεία, στο οποίο όμως ο Verdi προσπάθησε να συνδυάσει τη δραματική οπερατική γραφή του με στοιχεία της ιταλικής εκκλησιαστικής μουσικής κληρονομιάς και της αντιστικτικής παράδοσης, κάτι που θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι αναδεικνύει την ιταλική καλλιτεχνική αυτονομία. Στις συναυλίες λοιπόν με τη νεκρώσιμη ακολουθία της Καθολικής Εκκλησίας, όπως την συνέλαβε ο Verdi, συμμετείχαν κορυφαίες μουσικές δυνάμεις, υπό τη διεύθυνση του Riccardo Muti. Οι συναυλίες αυτές ήταν αφιερωμένες στη μνήμη όλων των θυμάτων βίας και αδικίας.

Η παρουσία του Muti από μόνη της είναι αρκετή ώστε να τραβήξει την προσοχή του κοινού, καθώς το όνομα του συγκεκριμένου μαέστρου-αστέρι είναι για πολλούς συνυφασμένο ακριβώς με αυτό το έργο. Οι συναυλίες δόθηκαν σε τρεις ημερομηνίες στο Großes Festspielhaus. Στις 15/8, μετά από την πρώτη από τις τρεις συναυλίες, ο Muti έλαβε το δαχτυλίδι του κρατιδίου του Salzburg, την ύψιστη τιμή εκ μέρους του κρατιδίου, για τα επιτεύγματά του και την επί δεκαετιών συμβολή του στο Φεστιβάλ του Salzburg. Επιπλέον, ακούστηκε ότι επρόκειτο για την τελευταία φορά που ο Muti διευθύνει το Requiem, του Verdi. Εάν όντως ισχύει κάτι τέτοιο, ποια κατακλείδα επέλεξε τελικά να δώσει ο Muti στη μακροχρόνια σχέση του με το έργο-σήμα κατατεθέν του;

Το Critics’ Point παρευρέθηκε στις 18/8 στην τελευταία από τις τρεις αυτές συναυλίες, έτσι ώστε να ακούσει την τελική ερμηνεία του Requiem, του Verdi, από τον Muti, εάν πράγματι δεν πρόκειται να ξανα-ερμηνεύσει το συγκεκριμένο έργο. Άλλωστε, με τις μουσικές δυνάμεις να έχουν αποκτήσει πλέον μεγαλύτερο συγχρονισμό και περισσότερη συνεκτικότητα από τις δύο πρώτες εκδηλώσεις, η τελευταία συναυλία ήταν η πιο κατάλληλη, προκειμένου να γίνει το όραμα του Muti αντιληπτό με μεγαλύτερη σαφήνεια. Η προσέγγιση των τεσσάρων σολιστών (Iwona Sobotka, Marianne Crebassa, Michael Spyres, Maharram Huseynov), της Φιλαρμονικής της Βιέννης και της Χορωδίας της Κρατικής Όπερας της Βιέννης υπό τη διεύθυνση του Muti δεν περιφρόνησε τα δραματικά στοιχεία της γραφής του Verdi και επομένως τη φυσιογνωμία της σύνθεσης, γεγονός που ασφαλώς τιμά τους συντελεστές, χωρίς να εκπλήσσει βέβαια από πλευράς του συγκεκριμένου μαέστρου! Η δραματική και μουσική ροή έγινε σαφώς αισθητή, κυρίως λόγω του ανάγλυφου χειρισμού των φράσεων και της δυναμικής (ποικιλία στην ένταση, κ.λπ.) από τον Muti.

Η Iwona Sobotka (σοπράνο), η Marianne Crebassa (μετζο-σοπράνο), ο Michael Spyres (τενόρος), ο Maharram Huseynov (μπάσος) και η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης ερμηνεύουν υπό τη διεύθυνση του Riccardo Muti στο Φεστιβάλ του Salzburg το 2026. Φωτογραφία: Marco Borrelli

Από την άλλη, τα tempi που επιλέχθηκαν δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως ιδιαίτερα γοργά· μάλλον μπορούν να θεωρηθούν ως συγκρατημένα, και ίσως σε κάποια σημεία ως αργά, αν και ήταν σαφώς πιο κινημένα, σε σχέση με άλλες προσεγγίσεις που κατά καιρούς έχουν αναδειχθεί. Πάντως, η έντονη κατεύθυνση που ο Muti έδινε στις φράσεις, αλλά και το συνεπαγόμενο “παιχνίδι” με τη χρονική αγωγή σε τοπικό επίπεδο, διατήρησαν ενωμένες, σαφείς και λυρικές τις μελωδικές γραμμές, αποφεύγοντας τη μονοτονία και τον τεμαχισμό που συνοδεύουν ορισμένες αναγνώσεις του συγκεκριμένου έργου με παρεμφερή tempi. Ο Muti είχε λοιπόν τον χρόνο να “σταθεί” πιο συχνά σε επιμέρους σημεία, προσδίδοντάς τους μεγαλοπρέπεια και ακόμη περισσότερο έμφαση, ποιότητα που προσέγγισε επιστρατεύοντας επίσης τις παραμέτρους της δυναμικής και της άρθρωσης. Επίσης, δόθηκε η ευκαιρία για στιγμές πραότητας, περισυλλογής και λεπτομέρειας. Βέβαια, η ορμή ίσως έλειψε από κάποια σημεία του έργου, τα οποία φάνηκε ότι την αποζητούσαν. Γενικότερα, η ερμηνεία δεν στράφηκε τόσο πολύ προς μία σαρωτική προσέγγιση, όσο προς μία λυρική και εκφραστική κατεύθυνση, με βαριά, επιβλητικά και δραματικά χαρακτηριστικά, χωρίς ιδιαίτερη διάθεση για βιασύνη και ελαφρότητα. Η συγκεκριμένη αντιμετώπιση παρουσίασε συνοχή, χωρίς εξωπραγματικές μεταβολές από το ένα μέρος στο άλλο. Ενδιαφέρον πάντως παρουσιάζει η προσοχή που ο Muti έδωσε σε κρίσιμες ερμηνευτικές λεπτομέρειες, οι οποίες υπογράμμισαν τη “νοστιμιά” της οπτικής του για το έργο: ενδεικτικά μόνο αναφέρεται ότι, παρά τα πιο συγκρατημένα tempi, ο Muti και πάλι δεν “άπλωσε” το “quam olim Abrahae promisisti”, ούτε λείανε υπερβολικά την άρθρωση και τις φράσεις του σημείου, όπως άλλοι μαέστροι.

Οι σολίστες επέδειξαν φωνητική δεξιοτεχνία και ευελιξία. Η εκφορά του κειμένου έγινε με έναν εκφραστικό και εμπλεκόμενο με τη δραματικότητα τρόπο, του οποίου όμως δεν έγινε κατάχρηση, και ο οποίος δεν ολίσθησε σε άμετρους θεατρινισμούς, όπως κάποιες φορές παρατηρείται. Η Φιλαρμονική της Βιέννης, με τον χαρακτηριστικά ζεστό και “στρογγυλό” ήχο της πάντα, έδωσε μια πιο εξευγενισμένη εκδοχή της μουσικής του Verdi, η οποία κολάκευσε περισσότερο τις πιο “απλωμένες” και μεγαλοπρεπείς ηχητικές στιγμές της συγκεκριμένης ερμηνείας. Η Χορωδία της Κρατικής Όπερας της Βιέννης προσέφερε έναν εξαιρετικό ήχο, ομοιογενή και ογκώδη, που συνέβαλε στον χαρακτήρα μεγαλοπρέπειας, τον οποίο, όπως ήδη αναφέρθηκε, ενδύθηκε συχνά η γενικότερη ερμηνευτική προσέγγιση.

Η Φιλαρμονική Ορχήστρα της Βιέννης ερμηνεύει υπό τη διεύθυνση του Riccardo Muti στο Φεστιβάλ του Salzburg το 2026. Φωτογραφία: Marco Borrelli

Η ερμηνεία του Messa da Requiem, του Verdi, από τις κορυφαίες μουσικές δυνάμεις της Βιέννης και τους τέσσερις σολίστες, υπό τη διεύθυνση του Muti, δεν είχε να κάνει με μια μετριοπαθή και μη εμπλεκόμενη συναισθηματικά ευλάβεια, αν και τα αργά tempi και η περιστασιακή πραότητα δημιουργούσαν μία σαφή αίσθηση περισυλλογής και κατάνυξης. Η διαφορά της συγκεκριμένης προσέγγισης από τις καθαρά “πνευματικές” αναγνώσεις του έργου έγκειται στο ότι η θρησκευτική εμπειρία και κατάνυξη είχε πρωτίστως ανθρώπινο πρόσημο. Η ερμηνεία διακατεχόταν από δραματικότητα, τρόμο, απελπισμένη ανάγκη για ελπίδα, δέος, κ.λπ.: δηλαδή από ανθρώπινους φόβους, πάθη και ανησυχίες. Βέβαια, μπορεί να επιλέχθηκε να μην αποδοθεί το αίσθημα της αγωνιώδους ταραχής της σύνθεσης. Ωστόσο, αντιπροτάθηκε το βάρος και το “αναπόφευκτο” της ιδέας του θανάτου που το έργο ενέχει μέσα του. Πολλές φορές η ανθρώπινη συναισθηματική εμπειρία αντιμετωπίζεται ως μικροπρεπής και κατώτερη, προκατάληψη με την οποία ερχόταν αντιμέτωπη σε διαφορετικές ιστορικές περιόδους μεταξύ άλλων και μια όμορφη, σύντομη και πιο εύκολα προσλήψιμη μελωδία. Η συγκεκριμένη ερμηνεία προσπερνάει αυτές τις προκαταλήψεις και καταδεικνύει το πώς αισθάνεται ο άνθρωπος κατά τη διάρκεια της αξιοπρεπούς σιωπής, της προσευχής, και της θρησκευτικής κατάνυξης· το συναισθηματικό κίνητρο και την ανάγκη να τα τηρήσει όλα αυτά. Ασχέτως του εάν ο κάθε μουσικόφιλος βρήκε αυτό που αποζητούσε αισθητικά σε αυτή την ερμηνεία, δεν παύει αυτή να έδωσε τον χώρο για μία συναισθηματική αποφόρτιση γύρω από το ζήτημα του θανάτου, ακόμη και εάν αυτό σημαίνει ότι ένα άτομο έρχεται αντιμέτωπο με την απόγνωση ή τον φόβο. Επιπλέον, εάν όντως πρόκειται για την τελευταία φορά που ο Muti διηύθυνε το έργο, η συναυλία θα αποτελέσει μία συγκινητική και μοναδική ανάμνηση για όποιον παρέστη ως τον ειλικρινά ευσεβή αποχαιρετισμό του μαέστρου σε ένα πολύ σημαντικό έργο-σταθμό για την πορεία του. Εάν όχι, η συναυλία και πάλι δεν θα πάψει να αποτελεί μία βαθιά ανθρώπινη εμπειρία που το ακροατήριο είχε την ευκαιρία να βιώσει από έναν μαέστρο, ο οποίος έχει εξοικειωθεί απόλυτα πλέον με το έργο και έχει διακριθεί για τις ερμηνείες του σε αυτό.

Η υποδοχή που επιφύλασσε το κοινό για τους συντελεστές στο τέλος ήταν εξαιρετικά ένθερμη. Όμως, ήδη από την αρχή της συναυλίας το ακροατήριο τίμησε με μεγάλο ενθουσιασμό τον γνωστό μαέστρο πριν αυτός ακόμη διευθύνει.

 

–ENGLISH–

Spiritual Quest at the Salzburg Festival (Part I): Muti conducts Verdi’s Messa da Requiem

At this year’s Salzburg Festival, audiences had the opportunity to attend a remarkable and particularly extensive series of religious works. Among them, two musical events featured in the main program made a particularly strong impression, inviting audiences on a spiritual journey of existential exploration. The first of these events, which is the subject of part I of this feature by Critics’ Point on this year’s Salzburg Festival, explored the concept of death through Messa da Requiem, for four soloists, chorus and orchestra, by Giuseppe Verdi (1813-1901). The work was completed in memory of the Italian poet and patriot Alessandro Manzoni and represents Verdi’s most significant achievement of the 1870s, following Aida. The work has theatrical elements. Verdi nevertheless sought to combine his dramatic operatic style with elements of Italy’s ecclesiastical musical heritage and contrapuntal tradition, something that could be seen as highlighting Italian artistic autonomy. The performances brought together leading musical forces under the baton of Riccardo Muti. These concerts were dedicated to the memory of all victims of violence and injustice.

The mere presence of Muti is enough to attract the audience’s attention, as the name of this star conductor is, for many, inextricably associated with this particular work. The concerts took place on three dates at the Großes Festspielhaus. On 15 August, following the first of the three concerts, Muti received the ring of the state of Salzburg, the state’s highest honour, in recognition of his achievements and his decades-long contribution to the Salzburg Festival. Furthermore, it was reported that this would be the last time Muti conducted Verdi’s Requiem. If this is indeed the case, what kind of finale did Muti ultimately choose for his long-standing relationship with his signature work?

Critics’ Point attended the last of these three concerts on 18 August, in order to hear Muti’s final performance of Verdi’s Requiem, should it indeed prove to be the case that he will not conduct this particular work again. After all, since the musical forces had achieved greater synchronization and cohesion than in the first two performances, the final concert offered the most suitable opportunity for Muti’s vision to be perceived with greater clarity. The approach taken by the four soloists (Iwona Sobotka, Marianne Crebassa, Michael Spyres, Maharram Huseynov), the Vienna Philharmonic and the Concert Association of the Vienna State Opera Chorus under Muti’s baton did not overlook the dramatic elements in Verdi’s writing, and thus the very character of the composition. This certainly does credit to the performers, although it comes as no surprise from this particular conductor! The dramatic and musical flow was clearly conveyed, chiefly through Muti’s nuanced shaping of phrases and his handling of dynamics (variety in dynamics, etc).

On the other hand, the tempi chosen cannot be described as particularly brisk; rather, they could be considered restrained, and perhaps even slow in certain passages, although they were clearly more animated than those adopted in other interpretations that have emerged over the years. Nevertheless, the strong sense of direction Muti gave to the phrases, together with the resulting local “play” with the tempo, kept the melodic lines cohesive, clear, and lyrical, avoiding the monotony and fragmentation that accompany certain readings of this particular work at similar tempi. Muti thus had the time to linger more frequently on individual passages, lending them grandeur, but even more so emphasis. He achieved this effect by drawing on the parameters of dynamics and articulation as well. Additionally, there was an opportunity for moments of gentleness, reflection and of detail. Of course, a certain degree of impetus may have been lacking in some passages that seemed to call for it. On the whole, the interpretation leaned less towards an overwhelming, sweeping approach and more towards a lyrical and expressive conception, characterized by weight, majesty, and drama, with no inclination towards haste or lightness. This approach maintained a sense of cohesion throughout, without any unbelievable shifts from one movement to the next. Of particular interest, however, was the attention Muti paid to crucial interpretative details, which brought out the distinctive “flavour” of his reading of the work. To mention just one example, despite the more measured tempi, Muti once again refrained from unduly stretching out the “quam olim Abrahae promisisti”, or from excessively smoothing out the articulation and phrasing in the passage in question, as other conductors do.

The soloists demonstrated vocal virtuosity and flexibility. The delivery of the text was expressive and deeply engaged with the music’s dramatic content, without, however, being overdone or slipping into excessive theatricality, as is sometimes the case. The Vienna Philharmonic, with its characteristically warm and rounded sound, offered a more refined interpretation of Verdi’s music, one that particularly enhanced the broader, more expansive and majestic sonic moments of this particular performance. The Concert Association of the Vienna State Opera Chorus delivered an excellent, homogeneous and voluminous sound that contributed to the sense of grandeur which, as already mentioned, often characterized the overall interpretative approach.

The interpretation of Verdi’s Messa da Requiem, performed by Vienna’s leading musical forces and the aforementioned four soloists under the baton of Muti, had little to do with a restrained and emotionally detached reverence, although the slow tempi and the occasional moments of gentleness created a distinct sense of contemplation and solemn devotion. What distinguished this particular approach from more purely “spiritual” interpretations of the work is the fact that the religious experience and the sense of devotion were, above all, human in nature. The performance was imbued with drama, terror, a desperate need for hope, awe, and so forth: in other words, with human fears, passions, and anxieties. Of course, the choice was made not to convey the work’s sense of anguished turmoil. Instead, however, the interpretation offered emphasis on the weight and the “inevitability” of the idea of death that lies at the heart of the composition. Human emotional experience is often regarded as petty and inferior. This was a prejudice that, at various points in history, a beautiful, short, and more readily accessible melody also had to deal with. This particular interpretation moves beyond such prejudices and demonstrates what a person feels in moments of dignified silence, prayer, and religious devotion, revealing the emotional impulse behind them and the human need to uphold them. Regardless of whether each music lover found in this interpretation what they were aesthetically seeking, it nonetheless created space for an emotional release surrounding the subject of death, even if that meant confronting despair or fear. Furthermore, if this was indeed the last time Muti conducted the work, the concert will remain a moving and unique memory for everyone who attended: a sincerely devout farewell by a conductor to a work that has been a major milestone in his artistic career. If not, the concert will nonetheless remain a profoundly human experience that the audience had the opportunity to have, thanks to a conductor who has by now become thoroughly familiar with the work and has earned distinction for his interpretations of it.

The audience’s reception at the end was extremely enthusiastic. However, from the very beginning of the concert, the audience showed great enthusiasm in honoring the renowned conductor even before he had begun conducting.