
Η Κοινωνιολογία της Τέχνης συνιστά ένα δυναμικά εξελισσόμενο πεδίο μελέτης, το οποίο διαθέτει πολυδιάστατο χαρακτήρα και αναδεικνύει έναν ιδιαίτερα γόνιμο χώρο προβληματισμού. Σημαντικό κενό στην ελληνόγλωσση βιβλιογραφία του συγκεκριμένου κλάδου, τόσο ως προς τη θεμελίωσή του όσο και ως προς τη δυνατότητά του να διδαχθεί, φιλοδοξεί να καλύψει η ανθολογία κειμένων εμβληματικών προσωπικοτήτων κυρίως από τον χώρο της Κοινωνιολογίας, με τίτλο Κοινωνιολογία της Τέχνης, από τις εκδόσεις του Ιδρύματος Σάκης Καράγιωργα. Το βιβλίο παρουσιάστηκε πρόσφατα στις 22 Μαΐου, στο Αμφιθέατρο «Άλκης Αργυριάδης» του κεντρικού κτηρίου του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών. Η ιδέα για τη συγκεκριμένη ανθολογία ανήκει στον Μάρκο Τσέτσο (Καθηγητή Ιστορικής και Συστηματικής Μουσικολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών), ο οποίος ανέλαβε και την επιμέλειά της από κοινού με τον Αλέξανδρο Μπαλτζή (Καθηγητή στο Τμήμα Δημοσιογραφίας και Μέσων Μαζικής Επικοινωνίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης). Η πρωτοποριακή συμβολή των επιμελητών στην καθιέρωση, ανάπτυξη, αλλά και ακαδημαϊκή διδασκαλία του συγκεκριμένου γνωστικού πεδίου στον χώρο δράσης του καθενός, τους καθιστά τους πλέον κατάλληλους για την υλοποίηση του παρόντος εγχειρήματος. Δεδομένης λοιπόν της ταυτότητας των επιμελητών, ήταν αναμενόμενη η επιστημονική δόμηση της ανθολογίας, πολλά κείμενα της οποίας εκδόθηκαν για πρώτη φορά στα Ελληνικά, αλλά και η δυνατότητά της για προσέλκυση έντονου ακαδημαϊκού ενδιαφέροντος.
Καθώς τα χαρακτηριστικά και οι αρετές του βιβλίου αναλύθηκαν διεξοδικά κατά την παρουσίασή του, είναι προτιμότερο να παρατεθούν κατευθείαν οι τοποθετήσεις των ομιλητών, η θερμή ανταπόκριση και ενεργή συμμετοχή των οποίων παραπέμπει και από αυτή την άποψη στη σημασία της ανθολογίας. Ο Γιώργος Πλειός (Καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας και Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης του ΕΚΠΑ) σχολίασε την καθυστέρηση της συστηματικής μελέτης των τεχνών στην Ελλάδα σε σύγκριση με άλλες χώρες, επισημαίνοντας τη σημασία του βιβλίου για την κάλυψη μέρους αυτού του κενού. Αναφέρθηκε στην ποικιλία των θεωρητικών και μεθοδολογικών προσεγγίσεων ή οπτικών που παρουσιάζονται εντός του βιβλίου, αλλά και στην ευρύτητα του χρονικού φάσματος που τα κείμενα καλύπτουν. Η Μαρία Παπαπαύλου (Καθηγήτρια Εθνομουσικολογίας και Πολιτισμικής Ανθρωπολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ) στη συνέχεια επικεντρώθηκε στα πέντε κείμενα του τόμου που αφορούν ιδιαίτερα στη μουσική (Simmel, Spencer, Adorno, Hennion, αλλά και Negus), εξετάζοντάς τα μέσα από την οπτική του δικού της – συναφούς με την Κοινωνιολογία της Τέχνης – τομέα, και κάνοντας αναφορές στη δυτικοκεντρική θεώρηση του πολιτισμού σε αυτά και στην επιρροή της μαρξικής σκέψης στον κλάδο. Επιπλέον, η παρατήρησή της σχετικά με την προσανατολιστική λειτουργικότητα της εισαγωγής του βιβλίου ήταν ιδιαίτερα εύστοχη. Ο Προκόπιος Ορφανός (Διδάκτωρ του ΕΚΠΑ, Εκλεγμένος Επίκουρος Καθηγητής του Πανεπιστημίου Αιγαίου) ανέδειξε μύθους και προβληματισμούς που περιβάλλουν τον κλάδο της Κοινωνιολογίας της Τέχνης, και στους οποίους απαντάνε τα κείμενα που φιλοξενεί ο συγκεκριμένος τόμος: την πεποίθηση ότι η Κοινωνιολογία δεν μπορεί να διερευνήσει σε βάθος τις τέχνες, την αντίληψη ότι η Κοινωνιολογία δεν διαθέτει σύγχρονες θεωρίες για τις τέχνες, και τον προβληματισμό του κατά πόσο μπορεί η Κοινωνιολογία να πραγματευτεί τα έργα τέχνης, τους δημιουργούς και την παραγωγή. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με τα κείμενα του Becker και του Bourdieu. Πέρα αυτών, εξήρε την πληρότητα του τόμου ακόμη και ως προς τις αντικρουόμενες οπτικές, αλλά και υπογράμμισε σωστά τη σημασία της άμεσης επαφής των φοιτητών και ερευνητών με τα πρωτότυπα κείμενα των πυλώνων του κλάδου μέσα από το βιβλίο. Αξίζει να διευκρινιστεί ότι και οι τρεις προσκεκλημένοι ομιλητές διδάσκουν σχετικά ή παρεμφερή γνωστικά αντικείμενα με τη θεματολογία της ανθολογίας. Συνεπακόλουθα, οι ομιλίες δεν περιορίστηκαν αποκλειστικά στο βιβλίο και τα περιεχόμενά του, καθώς έγιναν αναφορές και σε άλλες πρόσφατες εκδόσεις πάνω στην Κοινωνιολογία των Τεχνών, αλλά και σε επιπλέον ονόματα που δεν περιλαμβάνονται στην ανθολογία, όπως του Zygmunt Bauman.
Ακολούθησαν οι τοποθετήσεις των επιμελητών. Ο Αλέξανδρος Μπαλτζής έδωσε πληροφορίες για τον κλάδο της Κοινωνιολογίας της Τέχνης και διέτρεξε σύντομα την ιστορική διαδρομή της ακαδημαϊκής παρουσίας της Κοινωνιολογίας στην Ελλάδα, κάνοντας αναφορά και στα προσκόμματα και τις προκαταλήψεις που συνόδευσαν την καθιέρωσή τους. Επίσης, σχολίασε τη μη επαρκή (κοινωνιολογική και μη) ανάλυση των τεχνών στην Ελλάδα και την παρεπόμενη έλλειψη ικανοποιητικής πολιτικής για αυτές. Ο Μάρκος Τσέτσος εμπνεύστηκε το όλο εγχείρημα εν μέρει και από την ανάγκη δημιουργίας συστηματοποιημένου υλικού διδασκαλίας για τους φοιτητές του, οι οποίοι έως τώρα διδάσκονταν από σημειώσεις του. Ο ίδιος, ως ειδήμων στην Αισθητική της Μουσικής, τόνισε ότι δεν πρέπει να τοποθετούνται ο τομέας του και η Κοινωνιολογία σε αντίπαλα στρατόπεδα, παρατηρώντας ταυτόχρονα ότι η μουσική δεν μπορεί να εξηγηθεί μόνο κοινωνιολογικά. Ως εκ τούτου επισήμανε την ανάγκη για διατήρηση του αισθητικού πυρήνα της.
Την παρουσίαση συντόνισε ο Γιάννης Ψυχάρης (Καθηγητής του Παντείου Πανεπιστημίου και Πρόεδρος του Ιδρύματος Σάκη Καράγιωργα), ο οποίος μίλησε για την μέχρι τώρα πορεία του ιδρύματος και τα σημαντικά στελέχη του, καθώς και για τις επερχόμενες εκδηλώσεις του ιδρύματος. Επιπλέον, ενημέρωσε το κοινό για τη διεύρυνση και διευκόλυνση του τρόπου επικοινωνίας με το ίδρυμα, καθώς και για την έναρξη διάθεσης των εκδόσεών του πλέον και από το Μορφωτικό Ίδρυμα της Εθνικής Τράπεζας και το βιβλιοπωλείο «Πολιτεία». Εξήρε τη συμβολή των μεταφραστών/ριών και τόνισε την ανοιχτή πολιτική του ιδρύματος προς μη εμπορικά βιβλία και προς το νεανικό κοινό.
Η ανθολογία μπορεί να ξεκίνησε με στόχευση τους φοιτητές, αλλά μάλλον θα βρει τον δρόμο της σε ένα ευρύτερο κοινό. Κάθε κλάδος χρειάζεται ένα σημείο αναφοράς και ίσως αυτή η ανθολογία έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει κάτι τέτοιο: παρουσιάζει με χρονολογική σειρά κάποιες από τις σημαντικότερες φάσεις και οπτικές του κλάδου (παρωχημένες πια ή μη), ώστε να αναδυθεί φυσικά η ιστορική εξέλιξή του, αλλά και παρέχει αυτή την πληροφορία κατευθείαν από την πηγή. Καθώς σήμερα μια σύγχρονη και ολοκληρωμένη έρευνα στον τομέα των τεχνών (π.χ. της μουσικολογίας) θεωρείται ότι οφείλει να εξετάσει ως έναν βαθμό το πλαίσιο του εκάστοτε φαινομένου και τις δυναμικές που αναπτύσσονται εντός αυτού, η ανάγνωση αυτής της ανθολογίας καθίσταται ιδιαίτερα χρήσιμη για κάθε ερευνητή ανεξαρτήτως ειδίκευσης. Έπειτα, είναι και η επιλογή των κειμένων που συμβάλλει στη γοητεία του βιβλίου: παρουσιάζει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον για έναν επιστήμονα των τεχνών, αλλά οπωσδήποτε και για έναν κοινωνιολόγο, το τι είχε να πει ένας Bourdieu επί του ζητήματος. Εντέλει, αν και το βιβλίο έχει κυρίως ακαδημαϊκή στόχευση, το ενδιαφέρον πολλών επιστημονικών κλάδων και η έλξη που ασκεί η εξήγηση κοινωνικών φαινομένων, διαμορφώνουν ένα διευρυμένο κοινό, που δύναται να περιλαμβάνει ακόμη και φιλομαθείς πολίτες.