
Αυτόν τον Οκτώβριο το Μέγαρο Μουσικής Αθηνών έστρεψε και πάλι το βλέμμα του στη σύγχρονη μουσική δημιουργία, οργανώνοντας κύκλο συναυλιών με τίτλο “Μουσική του σήμερα”. Η συναυλία λήξης του κύκλου έλαβε χώρα στις 30/10 στην Αίθουσα “Δημήτρης Μητρόπουλος” του Μεγάρου Μουσικής και περιείχε αποκλειστικά έργα κορυφαίων ελλήνων συνθετών, οι οποίοι σημάδεψαν την πορεία της σύγχρονης ελληνικής έντεχνης μουσικής. Τα έργα που ακούστηκαν ήταν τα εξής: Δημήτρης Δραγατάκης, Λυρικά σκίτσα για ορχήστρα εγχόρδων, Α.Κ.Κα 2.2 (1958)· Γιάννης Α. Παπαϊωάννου, Κοντσερτίνο για πιάνο και ορχήστρα εγχόρδων, ΑΚΙ 153 (1962)· Θόδωρος Αντωνίου, Κοντσέρτο για βιολί και έγχορδα (1995)· Ιωσήφ Παπαδάτος, Φοίνιξ, για ορχήστρα εγχόρδων, έργο 110 (2018). Οι συνθέσεις παρουσιάστηκαν με χρονολογική σειρά, καταδεικνύοντας την εξέλιξη της ελληνικής έντεχνης δημιουργίας μέσα από κεντρικούς εκφραστές της.
Το μουσικό σύνολο εγχόρδων Collegium Musicum Αθηνών υπό τη διεύθυνση του ιδρυτή της Νίκου Αθηναίου προσέγγισε τα έργα με ευθύτητα. Το tempo και ο χειρισμός των δυναμικών έδωσαν ιδιαίτερη ώθηση και πνοή, όπου χρειαζόταν, εξισορροπώντας τη συγκρατημένη άρθρωση. Οι διαθέσεις ήταν ποικίλες: νηφάλια λυρικές, ατμοσφαιρικές, έως και πιο “μηχανικές”, αναλόγως με τις επιταγές του κάθε σημείου. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί το καλό φραζάρισμα και η ωραία δοξαριά, με την οποία ερμήνευσε το σύνολο. Γενικά, αν και παρατηρήθηκαν κάποιες μικρές ατέλειες στην ακρίβεια, είναι πραγματικά αξιοπρόσεκτο το επίπεδο της ερμηνείας που φάνηκε να έχει κατακτήσει η νεοϊδρυθείσα ορχήστρα μέσα σε μόλις δύο χρόνια. Αξιομνημόνευτο άλλωστε είναι και το γεγονός ότι η αναδυόμενη ορχήστρα προσεγγίζει από νωρίς τη σύγχρονη ελληνική δημιουργία.

Τα έργα του Δραγατάκη και του Παπαδάτου, τα οποία ερμήνευσε η ορχήστρα μόνη της, αποδόθηκαν επιτυχώς, αφήνοντας εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εντύπωση. Η ορχήστρα συνεργάστηκε αρκετά καλά και με τους δύο σολίστες, οι οποίοι φρόντισαν να αναδείξουν τα έργα που είχαν αναλάβει. Ο πιανίστας Απόστολος Παληός ερμήνευσε εύστοχα το έργο του Παπαϊωάννου με καθαρότατη και κτυπητή άρθρωση, οδηγώντας σε ένα -ως επί το πλείστον- κρυστάλλινο και παγερό αποτέλεσμα, το οποίο ρεζόναρε στον χώρο και “νοστίμιζε” υπέροχα με τη λεπτή χρήση πεντάλ. Ο βιολονίστας Απόλλωνας Γραμματικόπουλος επίσης ορθώς επιδίωξε μαζί με την ορχήστρα να αναδείξει το δεξιοτεχνικό, νευρικό και ταχύ ύφος του έργου του Αντωνίου (του οποίου ο παράλληλος τίτλος άλλωστε κάνει λόγο για Καντέντσα), παρά να κατευθυνθεί προς την ακαδημαϊκή διατύπωση του κάθε φθόγγου ξεχωριστά.

Όλα τα έργα που ακούστηκαν στη συναυλία ήταν σίγουρα αξιόλογα και γοητευτικά, καθιστώντας το πρόγραμμα ενδιαφέρον. Οι εκτελέσεις ήταν καλές και η βραδιά γενικότερα ικανοποίησε ερμηνευτές και κοινό. Πάντα άλλωστε είναι ευπρόσδεκτη και θεμιτή η συνεχής παρουσία της σύγχρονης ελληνικής έντεχνης δημιουργίας στο Μέγαρο Μουσικής!