«Λυσιστράτη» του Αριστοφάνη, σε σκηνοθεσία της Αλκμήνης Τσιαμπά – Μια Λυσιστράτη χωρίς φόβο, αλλά με πάθος

Σκηνή από την παράσταση
Σκηνή από την παράσταση

“Λυσιστράτη”

του Αριστοφάνη

Σκηνοθεσία:  Αλκμήνη Τσιαμπά

Από το Θεατρικό Εργαστήρι “Αλκμήνη”

Μια Λυσιστράτη χωρίς φόβο,

αλλά με πάθος στη «Σκηνή Μπρεχτ  – 2510».

 

Όταν ο Αριστοφάνης επινόησε το όνομα της γυναίκας συμβόλου του αντιπολεμικού αιτήματος ενδεχομένως να γνώριζε το βαρύ ιδεολογικό αποτύπωμα που θα κληροδοτούσε στην ανθρωπότητα αλλά και στο theatrum mundi! Έκτοτε, η επιδραστικότητα που άσκησε η θηλυκή αυτή παρουσία, φέροντας στο δραματικό DNA της την ευχή της  «(διά)λυσης των  στρατών»  υπήρξε εμβληματική.

Το οξύ, ευφυές και δημιουργικά σαρκαστικό πνεύμα του Αριστοφάνη περικλείει σε ένα κωμικό δράμα έναν κόσμο που υποφέρει από την πολεμική οδύνη και τον διχασμό. Κατά συνέπεια, στο αριστοφανικό έργο, συνολικά, απαντάται το σπουδαιογέλοιον ύφος, έννοια -όχι όρος- που εμφανίζεται στο μεταγενέστερο της Λυσιστράτης δράμα Βάτραχοι, το οποίο διδάχθηκε το 405 π.Χ.· ωστόσο η έννοια αυτή, ως ένα ύφος οιωνοί high burlesque όπως θα λέγαμε σήμερα ενδεχομένως, πλημμυρίζει τη Λυσιστράτη και την χαρακτηρίζει ως μια κωμωδία που υφαίνεται σε έναν καμβά βαθιά επώδυνο, εκείνον της αιματοβαμμένης ανθρώπινης τραγωδίας του διχασμού.

Η Λυσιστράτη διδάχθηκε στα Λήναια του 411 π.Χ., χρονολογία που  η Αθήνα ζούσε σε κλίμα βαθιάς απόγνωσης, οικονομικής και πολιτικής αστάθειας· δύο χρόνια μετά την ολοκληρωτική καταστροφή στη Σικελική Εκστρατεία (413 π.Χ.) και εν μέσω ενός προσωρινού ολιγαρχικού πραξικοπήματος, ο Αριστοφάνης παρουσιάζει τη Λυσιστράτη, μια πολιτική κραυγή για ειρήνη και πανελλήνια συναδέλφωση μεταμφιεσμένη σε κωμωδία.

Σκηνή από την παράσταση

Το σωζόμενο κείμενο αποτελείται από 1.321 στίχους και η δέση του στηρίζεται σε μια διπλή ουτοπική ανατροπή που προέρχεται από το θηλυκό στοιχείο· οι γυναίκες του Αριστοφάνη, αν και στερούνταν πολιτικών δικαιωμάτων, ξεκινούν απεργία από το συζυγικό καθήκον και καταλαμβάνουν το δημόσιο ταμείο στην Ακρόπολη, παίρνοντας τον έλεγχο από τους άνδρες.

Η Λυσιστράτη χαρίζει στο κοινό του 5ου αιώνα ένα ευτυχές τέλος, τα ζευγάρια ενώνονται ξανά και ο πόλεμος παύει, προσφέροντας ελπίδα για ειρήνη και συμφιλίωση στην πολύπαθη, ρημαγμένη Αθήνα· η πραγματικότητα του 404 π.Χ., έτος λήξης του Πελοποννησιακού Πολέμου, απείχε από το αίσιο αριστοφανικό τέλος, γεγονός που καθιστά την τέχνη του θεάτρου κάτοπτρο ελπίδας, ειρήνης και καταλλαγής.

Η αριστοφανική Λυσιστράτη είχε τη χαρά να παρασταθεί στο Ελληνικό θέατρο με διάφορες σκηνοθετικές οπτικές· οι παραστάσεις άφησαν το δραματικό τους αποτύπωμα το οποίο άλλοτε έγραψε  ιστορία και άλλοτε φλυάρησε, σπαταλημένο σε υπερβολικά -ενίοτε εκχυδαϊσμένα- σκηνικά τεχνάσματα που το κράτησαν δέσμιο της ανατρεπτικής και ελευθεριάζουσας κωμικότητάς του.

Σκηνή από την παράσταση

Η ευαίσθητη ισορροπία που χαρίζει σε μια αριστοφανική παράσταση -ειδικά ενός ερασιτεχνικού θιάσου- συνέπεια, δημιουργικότητα και ειλικρίνεια φάνηκε πως τηρήθηκε απόλυτα στη σκηνοθετική οπτική της κ. Αλκμήνης Τσιαμπά, επικεφαλής του «θεατρικού εργαστηρίου ΑΛΚΜΉΝΗ» και δημιουργού της παράστασης Με λένε Λυσιστράτη· ως εκ τούτου, τα παραστασιακά σημεία, όπως η σκηνοθεσία, η υποκριτική, ο φωτισμός, τα σκηνικά και τα κοστούμια, ο ρυθμός της παράστασης, η μουσική και η διασκευή του κειμένου λειτούργησαν ενοποιητικά, mutatis mutandis, δημιουργώντας ένα καλοδουλεμένο, προσεγμένο  και γοητευτικό σκηνικό αποτέλεσμα.

Η αφοπλιστική διάρκεια της μίας ώρας επέτρεψε την απρόσκοπτη επικοινωνία μεταξύ πλατείας και σκηνής, καθιστώντας την πρόσληψη της παράστασης μια αμφίδρομη διεργασία που ξεπέρασε τα στενά όρια της ερασιτεχνικής δημιουργίας·  έτσι, προβλήθηκε και ο υπερχρονικός χαρακτήρας του αρχαίου δράματος, καθώς η εκδημοκρατισμένη αθηναϊκή κοινωνία έθετε το θέατρο στην υπηρεσία του συλλογικού γίγνεσθαι.

Σκηνή από την παράσταση

Η παράσταση ξεκίνησε με μια εξαιρετική ιδέα, μια εισαγωγική  οιονεί «παράβαση» από την ίδια τη σκηνοθέτιδα, η οποία, σε μια σαφή και επιτυχημένη σύγκρουση με τον τέταρτο τοίχο, γεφύρωσε τον χρόνο, εισάγοντας το κοινό στο πνεύμα του έργου με αμεσότητα· παράλληλα, η σκηνοθέτις επεξεργάστηκε μια πρόταση με άποψη και υποκριτική συνέπεια, όπου οι ρυθμοί μέσω της σκηνικής -δημιουργικής- λιτότητας και δράσης χάρισαν βήμα στον θίασο και τον αριστοφανικό λόγο.

Ως εκ τούτου ο άνθρωπος και ο λόγος του πρωταγωνίστησαν στο λιτό κι απέριττο σκηνικό, με αρχιτεκτονικές πινελιές δωρικού ρυθμού και σαφή διαγραφή και υπόμνηση των ημιχορίων των γερόντων και των γυναικών με τη βοήθεια δύο σχολικών θρανίων που χάρισαν στα σκηνικά μια τρυφερή -ζεστή και οικεία- κωμικότητα αλλά και παιδικότητα· ενδεχομένως μια ελαφρώς πιο ενισχυμένη εικαστική/σκηνογραφική παρέμβαση θα μπορούσε να υποστηρίξει ακόμα καλύτερα τις δυναμικές των σκηνών.

Σκηνή από την παράσταση

Παράλληλα, η ενδυματολογική προσέγγιση στηρίχθηκε σε μια εύστοχη σύμπραξη του παλαιού με το σύγχρονο, οπτικοποιώντας διακριτικά τη διαχρονικότητα του έργου· παράλληλα παρατηρήθηκαν ορισμένες ελαφρά γκροτέσκες πινελιές, οι οποίες παρέμπεμπαν σε αριστοφανικούς συνειρμούς, προσδίδοντας μια ιδιαίτερη κωμική απόχρωση στην  σκηνική δράση. Θα πρέπει να τονιστεί επίσης ότι η αποσπασματική χρήση μάσκας λειτούργησε όχι μόνο για την οικονομία της παράστασης, αλλά συνέδεσε και το χθες με το σήμερα, υπενθυμίζοντας τη χρήση μάσκας στο αρχαία δράμα.

Ως εκ τούτου, παρά τα περιορισμένα όρια που επέβαλε ο θεατρικός χώρος η σκηνική δράση παρείχε ένα συνεπές σκηνικό αποτέλεσμα αξιοποιώντας την οικονομία του χώρου· η περιορισμένη σκηνική δράση επέτρεψε την επικοινωνία των -ερασιτεχνών- ηθοποιών μεταξύ τους, διευκόλυνε την πλοκή και -κυρίως- δημιούργησε μια ζεστή, παρεΐστικη συνθήκη που έφερνε κοντά τον κόσμο με τη σκηνική πράξη.

Ερμηνευτικά η παράσταση κινήθηκε με υποδειγματική ομοιογένεια και συνομιλία μεταξύ των συντελεστών της ομάδας του Θεατρικού εργαστηρίου ΑΛΚΜΗΝΗ, δηλαδή τις κ.  Βελώνια Δήμητρα (Λυσιστράτη), Καϊμά Μερσίνη (Λαμπιτώ), Αλεξάνδρα Λιγνού (Μυρίνη) και τους κ. Δημήτρη Παναγιώτου (Κινησίας), Γιώργο Πετρόπουλο  (Άγις), Βαλάντη Παππά (Πρόβουλος).

Η Λυσιστράτη υπήρξε το κέντρο της παράστασης με πάρα πολύ καλή, στιβαρή ερμηνεία, η οποία χάρισε στο έργο την απαραίτητη ομοιογένεια, καθοδηγώντας τον θίασο με σκηνική ασφάλεια και μπρίο. Δίπλα της, οι ηθοποιοί που επωμίστηκαν τους υπόλοιπους βασικούς ρόλους στάθηκαν στο ίδιο υψηλό επίπεδο, δημιουργώντας ένα ισορροπημένο σύνολο.

Η Μυρίνη και ο Κινησίας απέδωσαν τη σκηνή της…παρ΄ολίγον αποπλάνησης με χιούμορ και ρυθμό, ενώ η Λαμπιτώ χάρισε στη σκηνή δυναμική, τσαχπινιά και χαρακτήρα. Από την άλλη πλευρά, ο Πρόβουλος αντιμετώπισε τον θεσμικό του ρόλο με αντιθέσεις μεταξύ κωμικού και σοβαρού, ενώ ο ο Άγις συμπλήρωσε τις σκηνικές ισορροπίες. Last but not least, οι γέροντες και οι γυναίκες με τη γκροτέσκα αλλά και χίπικη εμφάνιση, τις έξυπνες κωμικές ατάκες και τις αναφορές στο πρόσφατο παρελθόν ένωσαν το χθες με το σήμερα και πρόσφεραν στην παράσταση τον τελικό κρίκο επιτυχίας. Το σύνολο του θιάσου είχε σωστή άρθρωση και είχε δεχθεί σωστή διδασκαλία ροής του λόγου.

Η ζωντανή μουσική εντάχθηκε οργανικά στο περιβάλλον, ενώ ο φωτισμός σχολίαζε διακριτικά τα δρώμενα. Χαρακτηριστική ήταν η επιλογή της σκηνοθέτιδος να χρησιμοποιήσει κοκκινωπή παλέτα φωτισμού σε σκηνές με αισθησιακούς υπαινιγμούς, ενισχύοντας τη σαρκική, αριστοφανική διάθεση της σκηνής.

Το κείμενο της διασκευής του κ. Κώστα Χατζημαύρου ήταν συμπυκνωμένο έξυπνα σε μία ώρα, προσφέροντας ένα εύληπτο και καθαρό κείμενο. Έτσι η γεφύρωση παλαιού και σύγχρονου σε συνδυασμό με τη συνομιλία μεταξύ των μελών του θιάσου δημιούργησε ένα στοιχείο  που έδεσε την παράσταση με ενδιαφέροντα τρόπο.

Όσον αφορά το ανθρωπιστικό μήνυμα, η παράσταση γεννά μια ενδιαφέρουσα συζήτηση προς το φινάλε της. Το κείμενο, επέλεξε ορθά να υπογραμμίσει τον πανανθρώπινο, διαχρονικό και φιλειρηνικό χαρακτήρα του έργου, κάνοντας μια συγκινητική αναφορά σε μητέρες που έχασαν τα παιδιά τους αλλά και άλλες γυναίκες ηρωΐδες που σημαδεύτηκαν από τη φρίκη του πολέμου.

Σε δραματουργικό επίπεδο, ενδεχομένως αυτή η τελευταία παρέμβαση να φάνταζε ακόμη πιο δυνατή και βαθιά αν έλειπε η ονοματολογία, καθώς η ίδια η αριστοφανική ποίηση είναι αυτοδικαίως σαφής και ισχυρή όσον αφορά τη νοηματοδότησή της. Ως εκ τούτου, μια προσέγγιση περισσότερο συμπεριληπτική, που θα ακουμπούσε στον παγκόσμιο θρήνο και τον αγώνα της γυναίκας χωρίς γεωγραφικούς, χρονικούς και ονοματολογικούς περιορισμούς, θα επέτρεπε στο φιλειρηνικό μήνυμα να αντηχήσει ακόμα πιο ελεύθερα, καθολικά και συγκινητικά στις καρδιές του κοινού.

Συμπερασματικά, η παράσταση ήταν αποτέλεσμα ενός έργου, γεμάτου ενέργεια, αγάπη για το θέατρο και μια σκηνοθετική οπτική που αποδεικνύει ότι το θέατρο και η σκηνική πράξη δεν χρειάζονται μεγαλειώδεις εντυπωσιασμούς, αλλά αγάπη, ρυθμό και ψυχή….

Λία Τσεκούρα

Πεντέλη, 08072026