
“Προδοσία”
του Ηarold Pinter
Σκηνοθεσία: Βύρωνα Κολάση
Θέατρο “Άβατον”
Έρωτας που κυλάει αντίστροφα στον χρόνο…
The Betrayal! Η Προδοσία του Harold Pinter έκανε πρεμιέρα στις 15 Νοεμβρίου 1978 στο National Theatre του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία Peter Hall. Το δράμα του Βρετανού νομπελίστα αποτελεί σε μεγάλο βαθμό μια αυτοβιογραφική αποτύπωση, καθώς βασίζεται στην επταετή εξωσυζυγική σχέση που είχε με την τηλεπαρουσιάστρια Joan Bakewell, ενώ ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Vivien Merchant.
Η Προδοσία ανήκει στα memory plays του Harold Pinter, μετά το Νο man’s Land, και ιχνηλατεί τα νοσηρά μονοπάτια της μνήμης, τη θρυμματισμένη της πραγματικότητα και τον εγκλωβισμό στο υποκειμενικό και προσωπικό ασυνείδητο· έργο ωριμότητας του Pinter -καλύτερα, μάλλον, δραματουργικής εξέλιξης- η Προδοσία εισάγει στη σκηνή τον Εραστή, πλέον όχι ως μια μοιραία, απειλητική αόρατη εισβολή, αλλά ως μια εφιαλτική αλήθεια, η οποία λαμβάνει αποσπασματικές μορφές στην άβυσσο της αντικατοπτρικής της συνειδητότητας.

Ως memory play, η Προδοσία επιβάλλει μια προβολή στο παρελθόν προσβεβλημένη από μνημονικές και συναισθηματικές συμφύσεις, οι οποίες μεταθέτουν το βάρος του μένους, της προσδοκίας, του πάθους σε έναν άξονα οιονεί ψυχοδραματικό· συνεπώς ο συγγραφέας τηρεί τη σχέση με το παράλογο και μέσω της υποτυπώδους και αποσπασματικής πλοκής, εστιάζει περισσότερο στις εσωτερικές συγκρούσεις και την ψυχολογία των χαρακτήρων.
Κατά συνέπεια, εάν οι comedies of menace της περιόδου 1957-1968 ερωτοτροπούσαν με έναν αδιόρατο κίνδυνο, σιωπηρό αλλά ανελέητο, έναν εφιάλτη οιονεί υπαρξιακό, τα memory plays του Pinter σωματοποιούν δραματικά αυτόν τον κίνδυνο -τον παράλογο φόβο- και τον καθιστούν αναπόσπαστο τμήμα του ανελέητου αλλά πανδαμάτορα χρόνου· έτσι, μέσω της αντίστροφης χρονολογικής αφήγησης -από το τέλος της σχέσης το 1977 έως την έναρξη το 1968 όπου αγγίζει το τέλος της εποχής των comedies of menace- το παρελθόν, ο αδυσώπητος χρόνος, εισβάλλει στη σκηνή σε μια προεκτατική και πλησίστια διαύγαση της αλήθειας.

Η σκηνοθετική οπτική του κ. Βύρωνα Κολάση εστιάζει στη δραματουργικά ανάγλυφη εξεικόνιση της χρονικής αντιστροφής, φωτίζοντάς την με αινιγματικότητα και ιδιότυπο ρεαλισμό, στον απόηχο της φράσης του Pinter what goes on in my plays is realistic, but what I am doing is not realism· παράλληλα, αξιοποιεί τις αλυσώσεις που δημιουργεί το pinteresque, αναδεικνύοντας τη σημασία των παύσεων, του χώρου, των κοφτών και τετριμμένων διαλόγων που περιστρέφονται γύρω από το ανέκφραστο, τη θρυμματισμένη ασάφεια και τα παιχνίδια εξουσίας.
Κατά τον Pinter η παύση είναι παύση εξ΄αιτίας αυτού που μόλις συνέβη στο μυαλό και στα σπλάχνα των χαρακτήρων. Πηγάζουν από το κείμενο. Δεν είναι τυπικές ευκολίες…και μια σιωπή αντίστοιχα σημαίνει ότι κάτι έχει συμβεί που καθιστά αδύνατο για οποιονδήποτε να μιλήσει για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα· στο πλαίσιο αυτό οι ισορροπημένοι ρυθμοί των εννέα σκηνών εστιάζουν σκηνοθετικά στις παύσεις και τις σιωπές των διαλόγων ως μια εσωτερική αναμόχλευση της μνήμης και των συναισθημάτων, ως εσωτερίκευση των οδυνηρών βιωμάτων και ταυτόχρονης καταλλαγής, ενίοτε με θραύση των δεσμών μεταξύ των χαρακτήρων.
Συνεπώς, η παύση και η σιωπή γεφυρώνουν θεραπευτικά τις λεκτικές αντιπαραθέσεις, ενώ ο χαρακτήρας άλλοτε ετοιμάζεται για επίθεση, άλλοτε καταβυθίζεται περισσότερο στο είναι του, αφήνοντας το βάρος της παύσης να θανατώσει την επικοινωνία· παρομοίως, ο χώρος, τα κλειστά δωμάτια της αποσπασματικής πλοκής, αναδεικνύουν μέσω της αστικής λιτότητας των σκηνικών και τον στοχευμένο φωτισμό τον εγκλεισμό στα ρευστά χρονικά όρια μεταξύ παρόντος και παρελθόντος.

Ως εκ τούτου, σκηνοθετικά αναδεικνύονται ένας ζων ρεαλισμός που αγκαλιάζει μια παράλογη αφηγηματική ροή κι ένα αινιγματικό, διφορούμενο συναισθηματικό σύμπαν με πικρή επίγευση, γεμάτη ψίθυρους ενός επικείμενου ολέθρου· κι έτσι ο Pinter αφ΄ενός εστιάζει σε μια οπτική υπερχρονική και ανελέητη, που καταδεικνύει τη ζώσα φθορά και αφ΄ετέρου μεταστρέφει την εξέλιξη της φθοράς και τη μετουσιώνει σε μια αφθαρσία, την αρχή του έρωτα ως αρχή του παντός…
Οι κ. Βύρων Κολάσης, Κώστας Μπίγαλης και Εμμυ Δημητρακοπούλου αναδεικνύουν ερμηνευτικά τους χαρακτήρες της Προδοσίας, ως Robert, Jerry και Emma αντιστοίχως, δημιουργώντας ένα τρίγωνο υπαρξιακής υπόστασης· οι χαρακτήρες ακροβατούν ενσυναισθητικά επί του διπόλου φθοράς και αθραρσίας, ζώντας με πιντερική ευπλαστότητα κι αξιοπρέπεια τον έρωτα και το πένθος, τον θάνατο και τη ζωή μέσα από μικρές, μεγάλες, αφόρητες κι ανομολόγητες προδοσίες.
Η μουσική επιμέλεια του κ. Κώστα Μπίγαλη εστιάζει στην ανάδειξη της πιντερικής ατμόσφαιρας, τα κοστούμια της κ. Μπέττυς Λυρίτη φωτίζουν τους χαρακτήρες και τα λιτά σκηνικά της τονίζουν τη μοναχικότητα και την απομόνωση, αφήνοντας τον απαραίτητο χώρο στη συνομιλία των χαρακτήρων. Οι φωτισμοί του κ. Κώστα Αναγνώστου αναδεικνύουν τη σκηνική συνθήκη άλλοτε της πάλης μεταξύ φανερού και κρυμμένου και άλλοτε υπογραμμίζουν μια συναισθηματική κατάσταση. Η μετάφραση, τέλος, του Μάριου Πλωρίτη, αναδεικνύει αριστοτεχνικά τις παύσεις και τις σιωπές του πιντερικού λόγου και την ασφυξία των διαλόγων, τηρώντας εμπνευσμένα την εκφραστικότητα της ελληνικής γλώσσας.
Έρωτας που χύθηκε γυμνός μέσα στον θρυμματισμένο χρόνο κι άνθισε το τέλος του στο γύρισμα μιας κλεψύδρας…
Λία Τσεκούρα
Πεντέλη, 280222026