Στην ίδια σκηνή της Επιδαύρου, από την Εθνική Λυρική Σκηνή: η αναβίωση της ιστορικής παραγωγής της «Μήδειας» του Cherubini (1961), που σφράγισε η Μαρία Κάλλας

Η Anna Pirozzi στον ρόλο της Μήδειας. Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος
Anna Pirozzi in the role of Medea. Image by Andreas Simopoulos
Σκηνή από την όπερα “Μήδεια” του Luigi Cherubini, όπως παρουσιάστηκε πρόσφατα από την ΕΛΣ. Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο εμβληματικός Ιταλός μουσουργός Luigi Cherubini (1760–1842) υπήρξε κατά την εποχή του μία από τις σημαντικότερες και δημοφιλέστερες προσωπικότητες της ευρωπαϊκής μουσικής ζωής. Συνθέτης μελοδραμάτων, όπως τα Médée (1797), Lodoïska (1791) και Les deux journées (Οι δύο ημέρες, 1800), χορωδιακών έργων, όπως τα δύο Requiem, σε ντο ελάσσονα (1816) και ρε ελάσσονα (1836), συμφωνικών συνθέσεων, με σπουδαιότερη ίσως τη Συμφωνία σε ρε μείζονα (1815), αλλά και έργων μουσικής δωματίου, όπως τα έξι κουαρτέτα εγχόρδων, είχε μεγάλο αριθμό διακεκριμένων θαυμαστών, ανάμεσα στους οποίους εξέχουσα θέση κατείχαν οι Ludwig van Beethoven (1770–1827), Felix Mendelssohn Bartholdy (1809–1847), Robert Schumann (1810–1856) και Johannes Brahms (1833–1897).

Από τα θεωρητικά του συγγράμματα ξεχωρίζει εκείνο με τίτλο Μαθήματα Αντιστίξεως και Φυγής (γαλλ. Cours de contrepoint et de fugue), που δημοσιεύθηκε το 1835, όταν ήδη κατείχε τη θέση του διευθυντή του Ωδείου των Παρισίων. Αποτελεί μέχρι σήμερα πολύτιμη πηγή γνώσεων και εξακολουθεί να χρησιμοποιείται από μελετητές, καθηγητές και σπουδαστές των ανώτερων θεωρητικών.

Στο ευρύτερο φιλόμουσο κοινό ο Cherubini είναι σήμερα γνωστός κυρίως από την όπερά του Μήδεια (γαλλ. Médée). Είναι ιστορικά αξιοσημείωτο ότι το εν λόγω έργο που εκτιμήθηκε κατά τον 20ό αιώνα αποτελεί προϊόν μιας μακράς μεταλλακτικής πορείας, καθώς η πρωτότυπη γαλλική παρτιτούρα με την πρόζα εξαφανίστηκε σχεδόν αμέσως μετά την παρισινή πρεμιέρα του 1797. Η παρτιτούρα αλλοιώθηκε εν πολλοίς το 1855, όταν ο Franz Lachner (1803–1890) αντικατέστησε τους διαλόγους με δικά του recitativi, ενώ αργότερα, η εκδοχή του τελευταίου ενσωματώθηκε στην ιταλική μετάφραση που είχε γράψει το 1909 ο Carlo Zangarini (1873–1943).

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, η όπερα παρουσιάζεται ολοένα συχνότερα στην αρχική της μορφή, δίνοντας στο κοινό την ευκαιρία να βιώσει το αριστούργημα όπως ακριβώς το συνέλαβε ο δημιουργός του. Η επιστροφή στην πρωτότυπη γαλλική παρτιτούρα της Médée αποκαλύπτει το ανόθευτο καλλιτεχνικό όραμα του Cherubini, αναδεικνύοντας έναν πλούτο μουσικών εμπνεύσεων, μουσικοδραματικών αρετών και πρωτοποριακών δραματικών καινοτομιών: από την έμφαση στην ψυχολογική εξέλιξη των ρόλων και τις εκτεταμένες μουσικές σκηνές, μέχρι τον ιδανικό συνδυασμό του κλασικισμού με τον επερχόμενο ρομαντισμό. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η τελική άρια Du trouble affreux qui me dévore, την οποία ένας απογοητευμένος Cherubini διέγραψε με κάρβουνο από το χειρόγραφο μετά τη μακροσκελή πρεμιέρα του έργου το 1797. Επιπλέον, η ορχήστρα παίζει ενεργό ρόλο, καθώς συχνά «σχολιάζει» τα δρώμενα αντί απλώς να συνοδεύει. Παράλληλα, η ενορχήστρωση είναι εξειδικευμένη για τον κάθε χαρακτήρα και ο συνθέτης εστιάζει στη βαθύτερη ψυχολογία των ηρώων –ειδικά της Μήδειας– εφαρμόζοντας καινοτόμες αρμονικές ιδέες, όπως ξαφνικές και απρόσμενες μετατροπίες. Ακόμη, οι διάλογοι του λιμπρέτου, το οποίο υπέγραψε ο θεατρικός συγγραφέας, λιμπρετίστας και κριτικός François-Benoît Hoffmann (1760–1828), προσδίδουν μια ξεχωριστή θεατρικότητα. Αυτή η θεατρικότητα, σε συνδυασμό με τη διατήρηση ενός απολύτως συνεκτικού και ομοιογενούς μουσικού ύφους, καθιστά τη μελέτη και την ακρόαση της αυθεντικής εκδοχής μια αποκαλυπτική και απολαυστική εμπειρία.

Από την άλλη πλευρά, η προαναφερθείσα ιταλική μορφή του έργου —ένα ιστορικό κράμα που συγκέρασε τη γερμανική μουσική παρέμβαση του Lachner (1855) με τη μεταγενέστερη μετάφραση του Zangarini (1909)— διατηρεί αναμφίβολα το δικό της ιδιαίτερο ενδιαφέρον, λόγω της ενιαίας και αδιατάρακτης μουσικής —καίτοι όχι υφολογικής— ροής της, καθώς η Μαρία Κάλλας την ανέδειξε μοναδικά από το 1953 και εξής.

Σκηνή από την όπερα “Μήδεια” του Luigi Cherubini, όπως παρουσιάστηκε πρόσφατα από την ΕΛΣ. Διακρίνονται από αριστερά, οι Τάσης Χριστογιαννόπουλος (Κρέων), Δανάη Κοντόρα (Γλαύκη) και Jean-François Borras (Ιάσων). Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Πρόσφατα, η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) παρουσίασε στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου την αναβίωση της θρυλικής παραγωγής της Μήδειας στην ιταλική εκδοχή, εκείνης που είχε ερμηνεύσει η Κάλλας στον ίδιο χώρο, στις 6 και 13 Αυγούστου 1961, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή, με σκηνικά και κοστούμια του Γιάννη Τσαρούχη, χορογραφία της Μαρίας Χορς και μουσική διεύθυνση του Nicola Rescigno. Η τότε φωνητική διανομή είχε συμπληρωθεί συνδυάζοντας διαπρεπείς ξένους λυρικούς καλλιτέχνες με εξαιρετικά ταλαντούχους Έλληνες μονωδούς: τους Jon Vickers (Ιάσων), Giuseppe Modesti (Κρέων), Σούλα Γλαντζή (Γλαύκη), Κική Μορφωνιού (Neris), Γιώργο Ζάκκα (Αρχηγός της Φρουράς), Αγγελική Δρακοπούλου (Θεραπαινίδα Α΄) και Άννα Μαραγκάκη (Θεραπαινίδα Β΄). Αξίζει να σημειωθεί ότι αυτή ήταν η τελευταία παραγωγή στο πλαίσιο της οποίας η Κάλλας συνεργάστηκε με την ΕΛΣ και η προτελευταία εμφάνισή της στην Ελλάδα, με ύστατη εκείνη στη Λευκάδα, τον Αύγουστο του 1964.

Σήμερα, κανείς από τους συντελεστές εκείνης της ιστορικής παραγωγής δεν βρίσκεται πλέον στη ζωή. Ιδιαίτερα συγκινητικό είναι το γεγονός ότι η αγαπημένη μεσόφωνος Κική Μορφωνιού, η οποία απεβίωσε στις 18 Δεκεμβρίου 2025, περίπου έξι μήνες πριν από την ανασύνθεση της παραγωγής, δεν πρόλαβε να την παρακολουθήσει ούτε να μεταφέρει την πολύτιμη εμπειρία της στους νεότερους συντελεστές. Η συμβολή της, τόσο σε επίπεδο ερμηνευτικής κατάθεσης όσο και καλλιτεχνικού βιώματος, θα μπορούσε αναμφίβολα να αποδειχθεί ιδιαίτερα πολύτιμη.

Παρακολουθήσαμε την πρεμιέρα της πρόσφατης αναβίωσης, η οποία πραγματοποιήθηκε στις 20 Ιουνίου. Η ομάδα που, υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιώργου Κουμεντάκη, ανέλαβε να ξαναζωντανέψει την ιστορική παραγωγή —Παναγής Παγουλάτος (σκηνοθεσία), Λίλη Πεζανού (σκηνικά), Τότα Πρίτσα (κοστούμια), Γιάννα Φιλιπποπούλου και Κέλλη Ζαρμπέλα (χορογραφία), καθώς και Χρήστος Τζιόγκας (φωτισμοί)— πρότεινε ένα ιδιαίτερα πειστικό αποτέλεσμα, το οποίο, με προσοχή, ενδιαφέρον και τελικά με συγκίνηση, προσέφερε στο σύγχρονο κοινό μια σαφή εικόνα της παλαιότερης παραγωγής. Η τελευταία αντλούσε την αισθητική της από τα ανεβάσματα των αρχαίων τραγωδιών εκείνης της εποχής, με τα ωραία αρχαιοπρεπή σκηνικά και κοστούμια. Ιδιαίτερα, το κομψό γούστο και η εικαστική αισθητική του Γιάννη Τσαρούχη έμοιαζαν να αναδεικνύονται στο ακέραιο. Αξίζει να σημειωθεί ότι στο κοινό υπήρχαν και ορισμένοι παριστάμενοι, όχι πολλοί, οι οποίοι θυμούνταν ότι είχαν παρακολουθήσει, σε πολύ νεαρή ηλικία, την παραγωγή του 1961 και ανακαλούσαν με συγκίνηση στη μνήμη τους εκείνες τις μοναδικές στιγμές.

Όπως και στο ανέβασμα του 1961, έτσι και τώρα, η διανομή συγκροτήθηκε από διακεκριμένους Έλληνες και ξένους τραγουδιστές.

Η Anna Pirozzi στον ρόλο της Μήδειας. Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Η διακεκριμένη Ιταλίδα υψίφωνος Anna Pirozzi, η οποία θυμίζουμε ότι έχει συνεργαστεί με επιτυχία και στο παρελθόν με την Εθνική Λυρική Σκηνή, ερμήνευσε τον ρόλο της Μήδειας με κύρος, σκηνική επιβολή και μια μεγάλη δραματική φωνή, έτοιμη να ανταποκριθεί ανά πάσα στιγμή στις απαιτητικές άριες και σκηνές της ηρωίδας, αλλά και να διερευνήσει σε βάθος την ψυχολογία της. Ο Cherubini δημιουργεί έναν ερμηνευτικά εύφορο ρόλο, ικανό να αναδείξει τις φωνητικές και δραματικές δυνάμεις μιας μεγάλης λυρικής καλλιτέχνιδος, όπως είναι η Pirozzi, η οποία αναμετρήθηκε με τις απαιτήσεις του και έλαμψε. Η έντονη εκφραστικότητά της, ο έλεγχος της αναπνοής στις μεγάλες φράσεις, η τονική της ακρίβεια και η εξαιρετική προβολή της φωνής της εντυπωσίασαν τόσο στην άρια της πρώτης πράξης Dei tuoi figli la madre, όσο και στη μεγάλη τελική σκηνή της δεύτερης πράξης, αλλά και στην ψυχολογικά φορτισμένη και απελπισμένα αγωνιώδη άρια της τρίτης πράξης, Del fiero duol che mi divora.

Στον ρόλο της Neris, η Ρωσίδα μεσόφωνος Alisa Kolosova υπήρξε εξίσου συναρπαστική. Ανέδειξε με τέχνη τα βασικά χαρακτηριστικά του ρόλου: τη λογική και την αφοσίωση της πιστής υπηρέτριας και συμβούλου της Μήδειας. Η ομορφιά της φωνής της, με τα πλούσια κέντρα και με αξιοσημείωτη άνεση στις χαμηλές και υψηλές περιοχές της, σε συνάρτηση με την απόλυτα ελεγχόμενη τεχνική της, κέρδισαν τις εντυπώσεις. Στην άριά της, Solo un pianto, η οποία ακούγεται στη δεύτερη πράξη, όταν η ηρωίδα εκμυστηρεύεται ότι δεν έχει τίποτε άλλο να προσφέρει παρά μόνο τα δάκρυά της, επέδειξε ιδιαίτερη ευαισθησία στην απόδοση των μελαγχολικών συναισθημάτων και της προσήλωσής της στη Μήδεια. Η φαγκοτίστα της ορχήστρας Sonja Piesk, στο εκτενές σόλο μέρος της κατά την άρια, συνόδευσε με εκλέπτυνση και ιδιαίτερη προσοχή τη διαμόρφωση των μελωδικών φράσεων.

Σκηνή από την όπερα “Μήδεια” του Luigi Cherubini, όπως παρουσιάστηκε πρόσφατα από την ΕΛΣ. Φωτογραφία: Ανδρέας Σιμόπουλος

Ο Γάλλος τενόρος Jean-François Borras, σε πολύ καλή φωνητική φόρμα, αντιμετώπισε με συνέπεια και τεχνική αρτιότητα τις απαιτήσεις του ρόλου του φιλόδοξου και εσωτερικά διχασμένου Ιάσωνα, ανταποκρινόμενος με επιτυχία στα ζητούμενα της άριας που ερμηνεύει κατά την πρώτη πράξη, Or che più non vedrò quella sposa crudele.

Τον ρόλο του βασιλιά της Κορίνθου, Κρέοντα, κράτησε ο Τάσης Χριστογιαννόπουλος με επιβλητικό ύφος, καθαρή άρθρωση και επιστρατεύοντας τη γνωστή του μουσικότητα.

Η Δανάη Κοντόρα επέδειξε συνέπεια και ιδιαίτερα καλή αίσθηση του ύφους στον ρόλο της Γλαύκης, αξιοποιώντας τη γεμάτη φρεσκάδα φωνή της, καθώς και τις θαυμαστές ευκολίες στην υψηλή φωνητική περιοχή. Ερμήνευσε την άρια της πρώτης πράξης O Amore, vieni a me εξασφαλίζοντας απολαυστική λεπτότητα, σε υποδειγματικό διάλογο με τον άξιο φλαουτίστα Θεόδωρο Μαυρομμάτη, ο οποίος απέδωσε το δικό του σόλο με έκδηλη ακρίβεια και brio.

Στους μικρότερους ρόλους διακρίθηκαν οι άρτια προετοιμασμένοι Γιάννης Σταματάκης (Επικεφαλής της Φρουράς), Αιμιλία Τσιμιδάκη (Θεραπαινίδα Α΄) και Ειρήνη Αθανασίου (Θεραπαινίδα Β΄).

Η Ορχήστρα και η Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής, η τελευταία προετοιμασμένη από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, ανταποκρίθηκαν με ετοιμότητα, εκφραστική αμεσότητα και, γενικότερα, με προσοχή στις απαιτήσεις της παρτιτούρας. Δεν θα παραλείψουμε να αναφέρουμε ότι η ορχήστρα εκτέλεσε τη διάσημη εισαγωγή της όπερας με έντονο τραγικό αίσθημα, προετοιμάζοντας κατάλληλα το έδαφος για τα γεγονότα που θα ξεδιπλώνονταν στη συνέχεια.

Ο Καναδός αρχιμουσικός Jacques Lacombe διηύθυνε υπογραμμίζοντας τη δραματική ένταση της παρτιτούρας και στηρίζοντας τους τραγουδιστές με εμπειρία και ασφάλεια. Υιοθέτησε ρέοντα tempi και ανέδειξε επαρκώς το μουσικοδραματικό υλικό, μέσα από το οποίο ο Cherubini διαμορφώνει ευφυώς κάθε χαρακτήρα της κορυφαίας αυτής όπεράς του.

 

 

 

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.