«Ο Ημιυπαίθριος» – Κείμενα-Διάλογοι Γιώργου Αλκαίου & Στράτου Αγιοστρατίτη

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Βαγγέλης Στεφάνου

«Ο Ημιυπαίθριος»

Κείμενα-Διάλογοι Γιώργου Αλκαίου & Στράτου Αγιοστρατίτη

Σκηνοθεσία: Γιώργος Αλκαίος

Θέατρο «Coronet»

 

Όταν η κωμωδία σέβεται πάνω απ΄όλα και όλους τον εαυτό της…

Στη σκηνή του «Coronet»…

 

Σύμφωνα με τον τίτλο της παράστασης, ο Ημιυπαίθριος αυτοαποκαλείται κωμωδία-φάρσα, γεγονός που συνειρμικά αποκαλύπτει το τυπολογικό αποτύπωμα αυτού του δραματικού είδους. Η φάρσα συνιστά ένα θέατρο που άντεξε κι αντέχει στον χρόνο με προέλευση που σε μια καταγωγική διαδρομή ανιχνεύεται στη Γαλλία του 15ου αιώνα.

Αρχικά ως σύντομο λαϊκό και κωμικό εμβόλιμο θέαμα μεταξύ θρησκευτικών και διδακτικών έργων, η φάρσα εξελίχθηκε αποκτώντας τη δική της αυτονομία και δραματουργική ταυτότητα. Καθοριστική στάθηκε και η συμβολή της Commedia dell’arte, η οποία με τη ζωντάνια και το σκέρτσο της εμπλούτισε τη φάρσα με τυποποιημένους χαρακτήρες, έντονη σωματικότητα και ρυθμική ακρίβεια, στοιχεία που έως σήμερα συνιστούν συγκροτητικό όρο αυτής.

Επιπλέον, η αμεσότητα που εξ ορισμού διακατείχε τη φάρσα, οδήγησε δραματουργούς όπως ο Μολιέρος να εντάξουν μοτίβα και πρότυπα αυτής σε πιο σύνθετες κωμωδίες, προσδίδοντας στο είδος αυτό μια ευφυή αυθεντικότητα, έως την τελειοποίησή της από τους Labiche και Feydeau τον 19ο αιώνα. Έτσι, αναδεικνύεται σταδιακά και το γεγονός ότι η φάρσα δεν περιορίζεται στην πρόκληση γέλιου, αλλά λειτουργεί ως μηχανισμός αποκάλυψης, ενώ μέσω της υπερβολής, της σύμπτωσης και της παρεξήγησης αποδομεί κοινωνικούς μηχανισμούς, ανθρώπινες συμπεριφορές και σχολιάζει, εκθέτει, καταγγέλλει κοινωνικές συμβάσεις και υποκριτικές αναφορές μέσω της ανεξάντλητης δύναμης του κωμικού στοιχείου.

Η αποκαλυπτική φύση της και ο εκτροχιαστικός δραματουργικός οργασμός που διέπει τη φάρσα οδηγούν σε ακρότητες καταδεικνύοντας το θρυμματισμένο σύμπαν της πραγματικότητας. Ερωτοτροπώντας με την υπερβολή και την αποδόμηση της καθημερινής λογικής ο Ημιυπαίθριος του κ. Γιώργου Αλκαίου ενσωματώνεται άρτια στη σύγχρονη πραγματικότητα, δημιουργώντας μια παράσταση που γίνεται ζων βίωμα σε ρυθμό  ασκαρδαμυκτί!

Παρεξηγήσεις, υπερβολές, συνεχείς και ευφυείς ανατροπές αλλά και μια καλοκουρδισμένη κορύφωση του χάους διαμορφώνουν αντιφάσεις και σκηνικές εφαρμογές που αφ΄ενός γεννούν ένα πηγαίο κωμικό συγχρονισμό, αφ΄ετέρου ευαισθητοποιούν υπόρρητα τους αισθητήρες πρόσλησης εκ μέρους του κοινού, συνδέοντας βιωματικά σκηνή και πλατεία σε μια διαρκή πραγμάτευση της ελληνικής πραγματικότητας.

Κατά συνέπεια, δημιουργείται ένα κάτοπτρο όπου προβάλλονται οικείες συμπεριφορές, αυθαιρεσίες, προβληματισμοί και κακοδαιμονίες με τρόπο βαθιά ελληνικό και αληθινό. Διαστροφή της πραγματικότητας, ακραίες καταστάσεις, μικροαστικές και μικροπαράνομες τακτικές δομούν ένα όλον που ισορροπεί πασιφανώς και αριστοτεχνικώς μεταξύ αυτεπίγνωσης και κωμικότητας.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Βαγγέλης Στεφάνου

Η σκηνοθεσία του κ. Γιώργου Αλκαίου αξιοποιεί δραματουργικές παραμέτρους όπως η σωματικότητα, η ερμηνευτική υπερβολή, η καρικατούρα, οι καταιγιστικοί ρυθμοί, οι παρεξηγήσεις, δημιουργώντας μια σκηνική πράξη γεμάτη πανικό και χάος· ωστόσο αυτό το χάος συντελείται, διαμορφώνεται και εξελίσσεται έως την τελική συμφιλίωση αλλά και αλληλοπεριχώρηση των πολλαπλών ετεροτήτων του έργου εντός ενός προσεγμένου πλαισίου που καταδεικνύει κάθε εσωτερική πτυχή του χαρακτήρα και της εκάστοτε σκηνής.

Ο ρυθμός της παράστασης επιτρέπει έτσι την εξοικείωση μεταξύ κοινού και ρόλων, καθιστώντας το όνομα του κάθε χαρακτήρα μια φιλική προσωπικότητα, χαράσσοντας έτσι τη σκηνική ταυτότητά του ρόλου στο δισάκι που παίρνει μαζί του ο κάθε θεατής αποχωρώντας από την αίθουσα· στο πλαίσιο αυτό ο Σάκης, η Ελπινίκη, ο Ιορδάνης, ο Χάρης κι η Χαρά, ο Αριστείδης και ο Ρίκο, η Αμαλία, ο αστυνόμος Αποστόλου, η «φωνή» και η Νέλλυ γίνονται δικοί και οικείοι αναγνωρίσιμοι τύποι, καθώς καθένας κρύβει  μέσα του ένα κομμάτι από τον εαυτό μας.

Έτσι, η σκηνοθεσία αξιοποιεί παρεξηγήσεις, εναλλαγές, περάσματα και κρυψώνες από τα οποία ξεφυτρώνουν χαρακτήρες αντιφατικοί, οι οποίοι δεν ήταν να συναντηθούν αλλά η μοίρα τα έφερε αλλιώς και συναντιούνται, ο χρόνος συστέλλεται και διαστέλλεται μη αφήνοντας χρόνο για σκέψη στους χαρακτήρες, με τις κωμικές και λανθασμένες λύσεις να προκύπτουν από το πουθενά, γεννώντας το παράδοξο που φαίνεται παράλογα λογικό, σε έναν κόσμο παράλογα αληθινό.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Βαγγέλης Στεφάνου

Αν και η κίνηση, η σωματικότητα, συνιστούν τα βασικά δραματουργικά εργαλεία της φάρσας, στην ουσία κουμπώνουν αριστοτεχνικά με τον λόγο που αποτελεί σημαντικό στοιχείο της παράστασης. Το άμεσο, καυστικό και ανατρεπτικό κείμενο με τους πικάντικους και εύστοχους διαλόγους των κ. Γιώργου Αλκαίου και Στράτου Αγιοστρατίτη συντονίζονται προσεγμένα με την κίνηση. Πτώσεις, τρέξιμο, μεταμφιέσεις και έντονες γκριμάτσες, ως  γλώσσα της φάρσας, δένουν απολαυστικά με το κείμενο, οδηγώντας στην εκτόνωση μέσω του γέλιου.

Η ερμηνευτική προσέγγιση τηρεί την έντονη σωματικότητα και τη λεκτική εγρήγορση, ωστόσο κατορθώνει να σταθεί επί ενός εκλεπτυσμένου σημείου υπερβολής· έτσι, η ταχύτητα και η πηγαία κωμικότητα της παράστασης κρατά αχαλίνωτο το ενδιαφέρον του θεατή έως το τελευταίο λεπτό. Ο ενδεκαμελής θίασος δημιουργεί ένα κωμικό όλον, εκφράζοντας με συνέπεια, κωμική δεξιότητα και φανερή συνεργατικότητα δύσκολους ρόλους όσο κι αν το κωμικό ενίοτε φέρει -λανθασμένα- το στίγμα του υποκριτικά λιγότερο απαιτητικού.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Βαγγέλης Στεφάνου

Όλος ο θίασος -οι κ. Στράτος Αγιοστρατίτης, Άγγελος Δεληκάρης, Θωμάς Κοτζαμάνης, Γιώργος Κρητικός, Παναγιώτης Κρυεμάδι, Μαιρινίκη Λύκου, Βίρνα Τατάνη, Βασίλης Τριχάς, Γιάννης Τσουρουνάκης, Εμμανουέλα Τσώρου, Μιράντα Φασόλη- στάθηκε στο ύψος των περιστάσεων, με τον Σάκη, τον κ. Γιάννη Τσουρουνάκη και τον Ιορδάνη, τον κ. Άγγελο Δεληκάρη, να δίνουν τον τόνο και να ξετυλίγουν αριστοτεχνικά το κουβάρι της πλοκής. Ενίοτε, παρατηρήθηκε μια φωνητική έξαρση, κυρίως σε γυναικείες ερμηνείες, η οποία ενδεχομένως να χρήζει φροντίδας για να μην επισκιάζεται η ερμηνεία και η σκηνική δράση.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια των κ. Λαμπρινής Καρδαρά και Καλλιόπης Λαλιώτη αντιστοίχως, εξυπηρετούν επάξια τη λειτουργικότητα της φάρσας και το σουρεάλ της σκηνικής παροντοποίησης, ενώ ο φωτισμός του κ. Θοδωρή Κόκκινου δημιουργεί το ζωντανό πλαίσιο που φωτίζει τις κωμικές κορυφώσεις αλλά  και τις συναισθηματικές εξάρσεις, ακολουθώντας τον ξέφρενο ρυθμό της σκηνοθεσίας. Η μουσική επιμέλεια, τέλος, του έμπειρου μουσικού κ. Γιώργου Αλκαίου λειτούργησε ως συνεκτικός κρίκος μιας πολυδιάστατης, φλογερής, αστείρευτης και χειμαρρώδους σκηνικής δράσης που συνέδεσε αριστοτεχνικά μεταξύ τους τα μύρια όσα ασύνδετα στοιχεία.

Μια κόκκινη ατζέντα με απόρρητα τηλέφωνα έγινε η ζωή μας, καθώς η βόμβα στάθηκε αόρατη και χάθηκε στα συντρίμμια του μεγάλου σεισμού, εκείνου που μας φόβισε λες κι ήταν θησαυρός κρυμμένος, εγκλωβισμένος στο τάμα ενός Τίμιου Σταυρού. Έφερα στον νου το φέρετρο, φτιαγμένο από  καπνό ινδικού τσιγάρου, την ώρα που το γέλιο μας ζωντάνεψε, λάμποντας σαν γυάλα με χρωματιστές πληγές μιας παλιοκαιρισμένης λήθης…

Λία Τσεκούρα

Πεντέλη, 28.03.2026