«Γέρμα» του Federico Garcia Lorca, σε σκηνοθεσία της Mαρίας Πρωτόπαππα – Ανεξερεύνητοι λογισμοί για το άγγιγμα μιας απουσίας…

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Ρούλα Ρέβη/ Artwork: Γιάννης Σταματόπουλος
Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Ρούλα Ρέβη

«Γέρμα»

του Federico Garcia Lorca

Σκηνοθεσία:  Mαρία Πρωτόπαππα

Θέατρο Τέχνης Κάρολος Κουν, Υπόγειο

Ανεξερεύνητοι λογισμοί για το άγγιγμα μιας απουσίας…

 

Yerma! Το δεύτερο μέρος της εμβληματικής λορκικής «τριλογίας της υπαίθρου», γράφτηκε το 1934, έναν χρόνο μετά τον Ματωμένο Γάμο, δύο χρόνια πριν Το Σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα και παραστάθηκε πρώτη φορά στις 29 Δεκεμβρίου 1934, στο Θέατρο Español της Μαδρίτης· η Yerma, όπως και τα άλλα δύο έργα, επικεντρώνεται στην κοινωνική καταπίεση των γυναικών της ισπανικής επαρχίας, το πάθος, τον θάνατο, τον έρωτα και τις κρυμμένες επιθυμίες.

Το ιδεολογικό, αξιακό, κοινωνικό και χωροχρονικό υπόβαθρο της Yerma πλαισιώνεται από τις αναφορές των ημιφεουδαρχικών χωριών της Ανδαλουσίας των αρχών του 20ού αιώνα, με τα συμπεριφορικά πρότυπα να ακροβατούν μεταξύ μεσαίωνα και μοντερνισμού· τα μέλη της επιχώριας κοινότητας βιώνουν έναν βίο που δονείται περισσότερο από τα αρχέγονα ένστικτα της επιβίωσης με έναν ηθικό κώδικα άκαμπτων αλυσώσεων.

Πάθος, έρωτας, σύγκρουση, χαρά, θλίψη και πένθος σε μια αδάμαστη έξαρση συνιστούν το  βιωματικό, συγκινησιακό και ψυχολογικό υπόβαθρο των χαρακτήρων που δομούν το λορκικό δραματικό τοπίο, συνθήκη που απαντάται και στη Υerma· η γη της Yerma συνιστά, ίσως περισσότερο από τα άλλα δύο έργα της τριλογίας, εκτός από το μέσο επιβίωσης της κοινότητας, έναν βαρύ συμβολισμό, καθώς ως μάνα γη οροσημαίνει τη δυνατότητα της γονιμότητας, εκείνη την ανεξάντλητη αναγέννηση και βλάστηση του σπόρου, που διαιωνίζει τη χάρη της ίδιας της ζωής, της μητρότητας και της δημιουργίας.

Η Yerma συντίθεται από τα τέσσερα ριζώματα της φύσης, όπως τα ανέφερε ο Εμπεδοκλής, όπου εκτός της γης, η δραματική δέση ακουμπά σπαρακτικά πάνω στο νερό, τον αέρα και τη φωτιά· η συνύπαρξη και η αλληλεπίδραση  των στοιχείων αυτών, κατά τον Εμπεδοκλή, αποτελεί την ουσία της κοσμογονίας, με τη γέννηση και την φθορά να συνιστούν αποτέλεσμα της ανάμιξης αυτών των στοιχείων.

Επιπλέον, η διαδικασία της μέθεξης και του διαχωρισμού των εν λόγω στοιχείων δρομολογείται από δύο αντίρροπες δυνάμεις, τη φιλότητα και το νείκος, ήτοι την  αγάπη και την έριδα αντιστοίχως· η επικράτηση της αγάπης οδηγεί στην αρμονία, ενώ αντιθέτως η επικράτηση της έριδας οδηγεί στην καταστροφή και τη δυσαρμονία της φύσης.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Ρούλα Ρέβη

Η Yerma κοινωνεί το βίωμα των αντίρροπων αυτών δυνάμεων κι αφήνεται στο έλεος του νείκους, το οποίο εμφωλεύει στον τρόπο που η κοινότητα και οι παραδεδομένες πρακτικές της αντιμετωπίζουν τη Yerma, τη στείρα γυναίκα που δεν αναγεννά τις προσδοκίες του κόσμου· η Ανδαλουσιανή γυναίκα ζει έγκλειστη στον οίκο του πατέρα ή του συζύγου, υποταγμένη στον κώδικα τιμής και τον άγραφο νόμο που απαιτεί την εγκατάλειψη των επιθυμιών και τη διαρκή κριτική εκ μέρους της κοινωνίας.

Ο ρόλος της μητέρας-γης στη Yerma συμπάσχει με τη γυναίκα σύμβολο της ματαιωμένης προσδοκίας,  η οποία εμπεριέχει και συγκεράσει χαρακτηριστικά προσωπικής επιθυμίας και  επιβολής της κοινοτικής επιταγής· γη και Yerma -της οποίας το όνομα δεν αναφέρεται, δημιουργώντας μια πανανθρώπινη εικόνα του προδομένου από τη φύση θηλυκού στοιχείου- διψούν για νερό.

Το στοιχείο του νερού, ως συμβόλου γονιμοποίησης της φύσης, εντοπίζεται σε έλλειψη, υπογραμμίζοντας τη δίψα τόσο της ίδιας της γης όσο και της Yerma· η Yerma νιώθει ακατανίκητη την ανάγκη γονιμοποίησης και ερωτισμού, σε μια, ωστόσο, αίσθηση που γεφυρώνει την τεκνοποίηση με το πάθος, χαρακτηριστικό που δεν υπάρχει, καθώς η Yerma παντρεύτηκε τον Juan κατόπιν πατρικής επιβολής –΄θέλω να πιώ νερό μα δεν έχω μήτε νερό, μήτε ποτήρι.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Ρούλα Ρέβη

Επιπλέον, η σαγηνευτική και σχεδόν ερωτογενής χάρη του νερού ως στοιχείου ζωντανεύει και στα λόγια της γριάς, της γυναίκας-μάγισσας, της Vieja Pagana· σύμβολο του αρχέγονου ενστίκτου της επιβίωσης, η γυναίκα αυτή  αναφέρει στη Yerma θα πρέπει να πίνουμε νερό από το στόμα του, εννοώντας τον ερωτισμό που πρέπει να εκπέμπει ένας άνδρας για να ξυπνήσει στη γυναίκα την ανάγκη της μητρότητας και να την γονιμοποιήσει. Κατά συνέπεια το νερό σε κάθε συμβολική του ορίζουσα, έρωτας-γονιμοποίηση-κάθαρση, εκλείπει, προκαλώντας διαταραχή στη συνύπαρξη των τεσσάρων στοιχείων.

Παράλληλα ο αέρας συμβολοποιεί αφ΄ενός τη σεξουαλική ορμή που γονιμοποιεί τη γη, κουβαλώντας με την ελεύθερη, ανεξέλεγκτη, αέναη κίνησή του τον σπόρο σε όλη την πλάση· η έλλειψη σεξουαλικότητας και γονιμοποιητικής δύναμης του Juan πνίγει τη Yerma σε συνδυασμό με την εμμονή του σε ζητήματα πρακτικά, προσκολλημένος στην υλική πλευρά της ζωής, που κάνει το πρόσωπό του ανήλιο και σκοτεινό.

Αφ΄ετέρου ο άνεμος συνιστά, συνεπεία των ανωτέρω, τον άνεμο ελευθερίας, η απουσία του οποίου προκαλεί στη Yerma πνιγηρή ασφυξία στη ζωή και τον γάμο της· είτε ως ανελευθερία επιβίωσης εκτός της κοινωνικής νόρμας, είτε ως ζώσα ανελευθερία ερωτικής και αδάμαστης νομιμοποιητικής επιθυμίας, η Yerma αργοπεθαίνει και εγκλωβίζεται στον εαυτό της, αρνούμενη να διαχειριστεί τις αρνήσεις που κανοναρχούν τη βιωτή της.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Ρούλα Ρέβη

Η φωτιά, τέλος, συμβολοποιεί την εσωτερική ανάγκη της Yerma, τη φλόγα της επιθυμίας για έρωτα και μητρότητα, η οποία δε σβήνει, δεν βρίσκει λύτρωση,  παρά μετουσιώνεται σε σύγκρουση, μένος και θάνατο· η φωτιά του Εμπεδοκλή μεταμορφώνεται στο λορκικό duende, εκείνη την αδάμαστη διονυσιακή μοίρα που στοιχειώνει τους λογισμούς, στιγματίζει και κυβερνά το κορμί και την ψυχή των χαρακτήρων.

Το duende στη Yerma αναβλύζει πάθος, ένστικτο και θάνατο, καθώς υπογραμμίζεται το τρίσημο γη/χώμα-Yerma-πάθος σε μια συμβολική ροπή· το πάθος, η μοίρα του duende, αναδύεται από το χώμα και την επαφή του σώματος, του γυμνού ποδιού με το πάθος της γης, το οποίο πλημμυρίζει με το δαιμονικό γήινο πνεύμα του μια στείρα γυναίκα, η οποία αδυνατεί να το μετουσιώσει σε ζωή και φως –σηκώνομαι ξυπόλητη τις νύχτες και σκαλίζω το χώμα…

Εάν κατά τον Lorca το duende δεν έρχεται αν δεν δει τη δυνατότητα του θανάτου…αν δεν ξέρει ότι θα κυλήσει το αίμα, τότε δεν  ξυπνούν οι βαθιές οδύνες του κόσμου, δεν ανασαλεύουν εφιάλτες που θα βάλουν το πάθος να ερωτοτροπήσει ξεδιάντροπα με τον μόρο· in medias res του duende, η σύγκρουση απολλώνιου και διονυσιακού, φιλότητας και νείκους, θυμικού και λογικού δεσπόζει, μεταμορφώνοντας το άηχο ουρλιαχτό της Yerma από μνήμη ενός ανεκπλήρωτου πόθου σε ένα γυμνό, σιωπηρό, ήδη προαναγγελθέν, έρεβος,  –αν δεν γίνει τίποτα θα γίνω κακιά…

Η αριστοτεχνική και τολμηρή σκηνοθετική οπτική της κ. Μαρίας Πρωτόπαππα αναβιώνει επί σκηνής την τραγικότητα της αλληλεπίδρασης των τεσσάρων στοιχείων, καθιστώντας τη σύγκρουση μεταξύ τους ένα ζων βίωμα· η ευφυής καινοτόμα σκηνοθετική επιλογή να αναστήσει τον Lorca, εντάσσοντάς τον ενεργά ως αφηγητή, σχολιαστή των πεπραγμένων -και σε de profundis επικοινωνία με την πνευματική κόρη Yerma- αναδύει ανάγλυφη τη σπαρακτική εικόνα της Yerma και των συναισθηματικών, ψυχικών, κοινωνικών, προσωπικών πτυχών που δομούν τη βασανισμένη, άκαρπη ψυχή της.

Οι ισορροπημένοι ρυθμοί της παράστασης τόνιζαν άλλοτε το αρχέγονο θηλυκό τραύμα της Yerma, άλλοτε το πολυποίκιλο γήινο υφάδι των χαρακτήρων τoυ δράματος, των γυναικών που πλένουν και των κουνιάδων· συνεπώς, παρατηρήθηκε μια αντιστικτική διαύγεια στην κατάδειξη του αδιεξόδου και της ματαίωσης της Yerma που αναζητούσε τον έρωτα και την ευτυχία και στη ρεαλιστική και τραχιά παρουσία του χορού, που πατά γερά στο έδαφος με έναν τρόπο πρωτόγονο και παρατηρεί, σχολιάζει, περικυκλώνει εφιαλτικά τη Yerma διαμορφώνοντας την υπόμνηση μιας τραγικής τελετουργίας.

Επιπλέον,  καθώς η σκηνική πράξη απομακρύνεται από το αμιγώς ανδαλουσιανικό τόπο, τονίζεται ακόμη περισσότερο ο εσωτερικός εγκλεισμός της Yerma, ο οποίος σταδιακά κορυφώνεται· η έντεχνη αυτή κλιμάκωση οδηγεί σε έναν φόνο με αργόσυρτο ρυθμό, προσομοιάζοντας σε έναν θάνατο σε αργή κίνηση, αναδεικνύοντας τη μετάγγιση της ασφυξίας που νιώθει Yerma στον ίδιο τον Juan, χαρίζοντας στην παράσταση έναν ανελέητο, θανάτοιο, οδυρμό.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Ρούλα Ρέβη

Η κ. Μαρία Πρωτόπαππα ως Yerma ταυτίστηκε οργανικά με τον ρόλο, εκφράζοντας περίτεχνα το βάρος της ψυχικής ματαίωσης ως ενός υπαρξιακού κρίματος και μιας βαθιάς οντολογικής οδύνης που μάχεται να ορίσει τη ζωή όπως την επιθυμεί, καθώς η έλλειψη μητρότητας, για εκείνη, συνορεύει με το μη-είναι· η Yerma της κ. Πρωτόπαππα συσσωρεύει μέσα της μνήμες, ολέθρους και οιωνούς με μια νηπενθή αξιοπρέπεια, ενώ η εκφορά του λόγου της και η σωματικότητά της προβάλλονται με εκφραστική ενάργεια και διαυγάζουν σε κάθε σκηνή το βάρος μιας σπαρακτικά βιωματικής ερμηνείας.

Ο κ. Γιάννος Περλέγκας -που υπογράφει και την εμπνευσμένη δραματουργική επεξεργασία- ως Lorca συνενώνεται με το αδάμαστο πνεύμα του συγγραφέα και συμπάσχει με τη Yerma του με ερμηνευτική πληρότητα, η οποία άλλοτε καταβυθίζεται σε μια οδυνηρή εσωτερικότητα, άλλοτε διεισδύει σε ψυχικό βάθος απροσμέτρητο, αντιμετωπίζοντας το αναπόφευκτο· ο Lorca του κ. Περλέγκα άλλοτε συμβαδίζει με τον Stanislavsly κι άλλοτε αγκαλιάζει το V-effect του Brecht, δημιουργώντας μια εμβληματική παρουσία, σε μια μετα-θεατρική νόρμα.

Ο κ. Σίμος Κακάλας ενσάρκωσε τον Juan με την απαραίτητη ακρίβεια όσον αφορά την ταύτιση του συζύγου με την πραγματικότητα που τον περιβάλλει, θεωρώντας τη γη και τη Yerma ιδιοκτησίες· η ευελιξία του από τη συναισθηματική στασιμότητα και την άτεγκτη συμπεριφορά έως τα ξεσπάσματα οργής και την τελική προσπάθεια συνομιλίας με τη Yerma αποτυπώθηκαν με ερμηνευτική ευελιξία, ενώ εκφορά λόγου και σωματικότητα πρόβαλλαν με σαφήνεια και ακρίβεια το υποκριτικό του ύφος.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Ρούλα Ρέβη/ Artwork: Γιάννης Σταματόπουλος

Οι κ. Ηλέκτρα Μπαρούτα και Νώντας Δαμόπουλος κινήθηκαν δυναμικά και με επαρκή ακρίβεια τόσο στους ρόλους των Maria και Victor όσο και στους πολλαπλούς επεισοδιακούς ρόλους που τους ανατέθηκαν· ο ερωτικός χορός τους προσδίδει μια επαυξημένη υπόμνηση του πάθους, ωστόσο ενίοτε οι χορευτικές παρεμβάσεις, ειδικά στην αρχή της παράστασης, εξέπεμψαν μια ανεπαίσθητη αισθητική δυσαρμονία.

Τα σκηνικά και τα κοστούμια της κ. Μαγδαληνής Αυγερινού ανέδειξαν το σύγχρονο και αντιρεαλιστικό ύφος της σκηνοθεσίας χωρίς να χαθεί η ενότητα, με το κρεββάτι να συνιστά το κέντρο της ανεκπλήρωτης επιθυμίας και το γραφείο του Lorca να δεσπόζει ως χώρος στοχασμού, περισυλλογής και δημιουργίας. Οι φωτισμοί της κ. Βαλεντίνας Ταμιωλάκη αναδεικνύουν το σκηνοθετικό αποτέλεσμα, με εντυπωσιακή στιγμή τον σπαρακτικό μονόλογο της Yerma.

Η μουσική επιμέλεια του κ. Γιάννου Περλέγκα, είτε στην αρχή της παράστασης με το a capella φλαμένγκο, είτε με τη μουσική υπόμνηση του μοιραίου έρωτα της Διδούς από την όπερα Dido and Aeneas του Purcell αναδείκνυε με δραματουργικό βάθος τη λυρικότητα των συναισθημάτων, συνομιλώντας ουσιαστικά με το κείμενο και τη σκηνοθεσία·  η μετάφραση, τέλος, της κ. Ελένης Σπετσιώτη  άφησε να αναδυθούν όλες οι ψυχολογικές και συναισθηματικές αποχρώσεις των χαρακτήρων με τη δέουσα ποιητικότητα που αρμόζει στο κείμενο του Lorca, σε ένα έργο που δεν παύει ποτέ να ερωτοτροπεί με τη μοναξιά και την απουσία.

 

Σαν ξεροβόρι ανέμισε η μοίρα στον ψίθυρο του ανέγγιχτου χρόνου…νερό που στάλαξε, πεθαίνοντας, στο πένθιμο ρυάκι της ζωής μου

 

Λία Τσεκούρα

Πεντέλη, 20022026