
«Ο Εραστής»
του Harold Pinter
Σκηνοθεσία: Αλέξανδρος Κοέν
Θέατρο «Μικρό Γκλόρια»
Έρωτας…ένας, κανένας κι εκατό χιλιάδες…
There are no hard distinctions between what is real and what is unreal, nor between what is true and what is false. A thing is not necessarily either true or false; it can be both true and false, Harold Pinter, 1958.
Έχουν περάσει ήδη τρία χρόνια από την προαναφερόμενη πιντερική δήλωση και ο Martin Esslin δημοσιεύει το έργο The theatre of the Absurd το 1961· σε μεταγενέστερες εκδόσεις του εν λόγω έργου, ο Esslin εντάσσει τον Harold Pinter ως τον 5ο δραματουργό του ειδικού αυτού τύπου θεάτρου μετά τους Beckett, Ionesco, Genet και Αdamov, ενώ στο έργο του θεωρείται πρωτοπόρος, καθώς ηγήθηκε των υφολογικών εξελίξεων της εποχής του.
Από τη μεσοπολεμική ήδη περίοδο παρατηρείται ένας υπαρξιακός σχετικισμός, ο οποίος ερωτοτροπεί με την τέχνη, για να αμφισβητήσει παραδοσιακά αξιακά πρότυπα, παραδεδομένες αντιλήψεις, την ίδια την συμπαντική τάξη. Η τάση αυτή εδραιώνεται τελικά κατόπιν ενός καταστροφικού γεγονότος, του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, που θέτει την ανθρωπότητα σε φάση επανεκκίνησης και επαναπροσδιορισμού της κοσμοθεωρίας της και της πολιτισμικής αναφοράς.
Το θέατρο του παραλόγου, ήδη από τα τέλη του 1940 εξελίσσεται και θέτει τις δικές του προκλήσεις ιχνηλατώντας τα ταυτοτικά στοιχεία που κληροδότησε ο πολεμικός όλεθρος· απώλεια κοινωνίας και δεσμών, απομάγευση οραμάτων, ιδανικών, προσδοκιών αλλά και μια ελπίδα αναγέννησης, εκείνη η αστείρευτη πανανθρώπινη λαχτάρα της επιβίωσης.
Το παράλογο του πολέμου εισβάλλει στην πραγματικότητα και τη συγκλονίζει, καθώς οι ήρωες του παραλόγου αλλά και της πραγματικότητας αντιμετωπίζουν την εκκρεμότητα ενός ανελέητου γιατί! Έτσι, προκύπτει μια νεκρή ζώνη μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας που δομεί, ως συγκροτητικός όρος του δράματος, έναν κόσμο νοημάτων με ρευστά όρια.
Ως εκ τούτου αναδύονται, σταδιακά, σπαράγματα ζωής, τραύματα, εφιάλτες και πάθη που ερωτοτροπούν με το φροϋδικό unheimlich, εκείνη την ανοίκεια αίσθηση της ξενότητας, του αγνώστου που τρομάζει ακριβώς επειδή πλέει σε αγνωσία και ανοικείωση· επί αυτού του unheimlich σημαίνοντος ο Ηarold Pinter δομεί αριστοτεχνικά το έργο του.
Τhe Lover! Γραμμένο το 1962, το δράμα Ο Εραστής ανήκει στον κύκλο των comedies of menace όπως και υπόλοιπα τα έργα της περιόδου 1957-1968 που αγγίζουν το théâtre de l’absurde. Το μονόπρακτο αυτό γράφτηκε αρχικά για την τηλεόραση και μεταδόθηκε πρώτη φορά στο δίκτυο Associated-Rediffusion στις 28 Μαρτίου 1963. Η θεατρική του πρεμιέρα παρουσιάστηκε λίγους μήνες μετά, στις 18 Σεπτεμβρίου 1963, στο θέατρο “Arts Theatre” του Λονδίνου, σε σκηνοθεσία του ίδιου του Pinter.

Οι πιντερικές comedies of menace ξεκινούν αναπαριστώντας μια ήρεμη, νηφάλια, ιδεατή και ειρηνική κατάσταση που ακουμπά σε μια ναρκοθετημένη περιοχή· η, φαινομενικά, ιδεατή πραγματικότητα καθίσταται απειλητική, με σταδιακές κορυφώσεις συναισθηματικών εξάρσεων και παράλογων σπαραγμάτων ύπαρξης.
Η δυναμική αυτή, σε συνδυασμό με την ιδιαίτερη δραματουργική οπτική του Pinter, δημιουργεί μια λυρική, ποιητική ατμόσφαιρα που φλερτάρει ηδονικά με το παράλογο φως της αλήθειας· συνθέτει έτσι, ο συγγραφέας, μια παραίσθηση γοητευτικά παράλογη και συνάμα πραγματική, καθώς δημιουργεί αινιγματικά σύμπαντα με έναν ιδιότυπο ρεαλισμό, στον απόηχο της φράσης του what goes on in my plays is realistic, but what I am doing is not realism.
Η υποτυπώδης πλοκή του Εραστή -όπως και των περισσοτέρων πιντερικών δραμάτων- εξελίσσεται περίτεχνα γύρω από το ανασάλεμα μιας εξωγενούς απειλής· ενός άγνωστου, τρομακτικού εισβολέα που ενεργοποιεί και αναμοχλεύει άρρητες και άηχες κραυγές απόγνωσης κι ασύνειδης ταραχής, του εραστή.

Ως εκ τούτου, o Pinter υφαίνει πάνω στο μεταίχμιο αυταπάτης και αλήθειας το αποτύπωμα ενός theatrum mundi, ήτοι ενός κόσμου που κυλά επί ενός μεταιχμιακού μονοπατιού, παραμένοντας εκκρεμής μεταξύ αλήθειας και αντι-αλήθειας· το theatrum mundi, θέατρο οιονεί αληθινό, παρατηρεί τη ζωή να σκηνοθετεί τον εαυτό της και τα πρόσωπα να διαχειρίζονται τα κομμάτια ενός σπασμένου κατόπτρου.
Κατ΄επέκταση, στον Εραστή δομείται, κατ΄ουσίαν, ένα theatrum amoris όπου οι επιθυμίες, οι φαντασιώσεις, οι ερωτικές προσδοκίες, τα αβάσταχτα πάθη, τα κρίματα και τα πένθη περιπλέκονται ξεδιάντροπα διαμορφώνοντας εικόνες και σχέσεις εντός ενός δωματίου· άλλο ένα πιντερικό δωμάτιο που εγκλωβίζει το ασυνείδητο και ιχνηλατεί τις σιωπές, τις μνήμες, τις νύχτες και τις ανεξήγητες κραυγές του.
Pinteresque και domestic menace συνιστούν τις συμπληρωματικές δυνάμεις που οριοθετούν τη δέση μιας απειλής που προκύπτει από μια καθημερινότητα, εκείνη ενός γάμου και της επαναλαμβανόμενης συζυγικής πρακτικής· ως αποτέλεσμα η -ελάχιστη- πλοκή συνδυάζεται με υπαινιγμούς απειλής και συναισθήματα που προκύπτουν από έναν λόγο πεζότητας, ίσως και τετριμμένο, με έντονες παύσεις και σιωπές.
Κατά τον Pinter η παύση είναι παύση εξ΄αιτίας αυτού που μόλις συνέβη στο μυαλό και στα σπλάχνα των χαρακτήρων. Πηγάζουν από το κείμενο. Δεν είναι τυπικές ευκολίες…και μια σιωπή αντίστοιχα σημαίνει ότι κάτι έχει συμβεί που καθιστά αδύνατο για οποιονδήποτε να μιλήσει για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα· στο πλαίσιο αυτό, εάν η παύση συνιστά μια γεφύρωση μεταξύ λεκτικών αντιπαραθέσεων, μια προετοιμασία των χαρακτήρων για την επερχόμενη επίθεση, ή την άπωση του ενδόμυχου φόβου, η σιωπή είναι κάτι πιο επικίνδυνο και πιο απειλητικό, μια υπόρρητη δύναμη ανείπωτης έντασης που νεκρώνει τον λόγο και την επικοινωνία.
Παράλληλα, το pinteresque εκτός των παύσεων αφορά και τον χώρο, δηλαδή έναν κλειστό και ρεαλιστικό χώρο, το σαλόνι, την κουζίνα, απ΄όπου αναδύεται μια αλληγορία εγκλεισμού, όπου εισβάλλει κι εμφωλεύει ένας βαρύς υφέρπων τρόμος, μια εκκρεμής δυστοπία· επιπλέον, οι χαρακτήρες, ο Richard και η Sarah έρχονται από το πουθενά, το παρελθόν τους παραμένει άγνωστο αν και συνιστούν απλά καθημερινά πρόσωπα, τα οποία αντιμετωπίζουν μια δυσκολία ενδοεπικοινωνίας.
Ο διάλογος του ζεύγους συχνά τηρεί μια απρόβλεπτη ροή, ενώ το παιχνίδι της ερωτικής αυταπάτης ακροβατεί πάνω σε παιχνίδια εξουσίας κι επιβολής μεταξύ των συζύγων, μάχη που δίνεται μέσω της λεκτικής αντιπαράθεσης· η δυστοπία αυτή, η άγνωστη ιστορία των χαρακτήρων, το διαρκές παιχνίδισμα μεταξύ ανυπόστατου και υπαρκτού και η άυλη παρουσία του δεσποτικά παρόντα εισβολέα, απότοκο του pinteresque, οδηγούν στην ουσία και ενεργοποιούν την διάπυρη επικοινωνία των σημασιών.

Η τολμηρή σκηνοθετική οπτική του κ. Αλέξανδρου Κοέν σηματοδοτεί ακριβώς αυτό, την ανάγλυφη, σαγηνευτική παρουσία του pinteresque και της πιντερικής αναφοράς· ακροβατεί αριστοτεχνικά μεταξύ theatrum amoris και πεζής πραγματικότητας, αναδεικνύοντας με μυστηριώδεις υπαρξιακούς υπαινιγμούς την παράνοια του ασυνείδητου· τοποθετεί τους χαρακτήρες σε όλο το εύρος του δωματίου, δημιουργώντας μια εκκρεμότητα μεταξύ καθημερινών πραγμάτων και ψευδαίσθησης, προβάλλοντας πάνω στον σκούρο τοίχο τη φωτεινή αυταπάτη της γρίλιας που μένει πάντοτε κλειστή, απομονώνοντας τον εραστή από την αλήθεια του έξω κόσμου.
Οι ρυθμοί της παράστασης είναι ευρηματικά ισορροπημένοι, τονίζοντας εύστοχα την ένταση και το βάρος των παύσεων και των σιωπών, ενώ ο εισβολέας εραστής παραμένει αμαρτωλά παρών· η παρουσία του σε συνδυασμό με την ερωμένη δημιουργούν σκηνοθετικά μια ζώσα αυταπάτη, καθώς η σκηνική αναπαράσταση διαχειρίζεται κατανυκτικά και δυναμικά το καθρέπτισμα του παραλόγου στο ρεαλιστικό αλλά και τους υπαινιγμούς του ανοίκειου.
Η επί σκηνής αλλαγή ένδυσης των ηθοποιών συνιστά μια ζωντανή εναλλαγή φανταστικών και αληθινών προσώπων· παράλληλα, η σκηνοθετική καθοδήγηση της κινησιολογίας των χαρακτήρων μαρτυρεί τις εσωτερικές τους επιθυμίες απομάκρυνσης, εγγύτητας, οργής και τρόμου.
Η ερμηνευτική προσέγγιση των κ. Κωνσταντίνου Αρνόκουρου και Νικολέτας Καρνέζη ακροβατεί αριστοτεχνικά μεταξύ αυταπάτης και αλήθειας, με τον κ. Αρνόκουρο, ως πιντερικό ήρωα, να εγκλωβίζεται στο προσωπικό του όραμα, να βουτά στην αυτεπίγνωση της ματαιότητας και να επιστρέφει στη βεβαιότητα της αυταπάτης· η φωνητική ερμηνεία του κ. Αρνόκουρου με την άρτια άρθρωση, εξερευνά δημιουργικά το παράλογο και το αληθινό, αξιοποιώντας τις παύσεις και τις σιωπές, ενώ η κινησιολογία του επιβάλλεται δυναμικά και συμβολιστικά στον χώρο.
Η κ. Καρνέζη ισορροπεί με υποκριτική δεξιότητα μεταξύ ενθάδε κι ανυπόστατου, με προσεγμένο και ζωντανό ρυθμό, άρτια άρθρωση και εύστοχη τήρηση της ισορροπίας μεταξύ οργής, απειλής, οικειότητας και απάθειας. Η κινησιολογία της εκφράζει σε κάθε περίσταση την ψυχολογική της κατάσταση, με τις σιωπές της να φονεύουν την επικοινωνία και να ενισχύουν το πιντερικό παράδοξο. Η συνομιλία μεταξύ των δύο ηθοποιών και ο ακριβής χρονισμός του λεκτικού τους συντονισμού συνιστούν μια πρόσθετη αξία στην παράσταση, ενώ η διαλεκτική τους σχέση υπακούει σε έναν δεμένο σκηνοθετικό ειρμό.
Τα σκηνικά της κ. Βασιλικής Σύρμα ανακαλούν μια αγγλική ατμόσφαιρα δεκαετίας 1970 με τις πράσινες πολυθρόνες με τα κρόσσια και τα πορτοκαλί μαξιλάρια, αποτυπώνοντας μια ζωηρή καθημερινότητα, αφήνοντας ωστόσο χώρο στους διαλόγους και την προβολή του φαντασιακού· τα κοστούμια της ιδίας χαρακτηρίζουν την εκάστοτε μεταμορφωτική εικόνα, τηρώντας ωστόσο αποστάσεις από κάθε ανούσια υπερβολή.
Οι φωτισμοί της κ. Σεμίνας Παπαλεξανδροπούλου οροσημαίνουν δραματουργικά εναλλαγές διάθεσης, ατμόσφαιρας και συναισθηματικών δυναμικών, ενώ υπενθυμίζουν σκηνοθετικά την αποτύπωση της αυταπάτης· η μουσική επιμέλεια της κ. Νικολέτας Καρνέζη λειτουργεί ατμοσφαιρικά, συνομιλώντας με τις σιωπές και τις παύσεις, τονίζοντας την υφέρπουσα απειλή και το πιντερικό σύμπαν, ενώ η προβολή του συγκροτήματος δεκαετίας 1960 γεφυρώνει το χθες με το σήμερα, και ανακαλεί την εποχή συγγραφής του έργου. Παράλληλα, η σύνδεση με εκείνη την εποχή του 1960-1970 σηματοδοτεί μια περίοδο σεξουαλικής απελευθέρωσης, αμφισβήτησης ρόλων και κοινωνικών συμβάσεων, στοιχείο που λειτουργεί ως υπόμνηση της ταυτότητας του έργου.
Η μετάφραση του κ. Αλέξανδρου Κοέν αφήνει να αναδυθούν όλες εκείνες οι υπαινικτικές λεκτικές εικόνες του pinteresque, προσαρμοσμένες στην ελληνική εκφραστικότητα κι ευγλωττία· έτσι, προβάλλεται ένα διεισδυτικό αποτύπωμα που ακροβατεί μεταξύ ψευδαίσθησης και πραγματικότητας, ενώ η απλότητα του καθημερινού λόγου είναι εμπλουτισμένη με μια γκρίζα λανθάνουσα σημασία που παραμένει γοητευτικά ασαφής.
Γέμισε το δωμάτιο σπασμένους καθρέφτες, μόλις ακούμπησε το χέρι στην άκρη ενός εύθραυστου χθες, που έφεγγε πάνω στις γκρίζες γρίλιες…
Λία Τσεκούρα
Πεντέλη, 19012026