«Ρόσμερσχολμ» του Henrik Ibsen, σε σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης. Φωτογραφία: Νίκος Κωνσταντόπουλος
Οι πρωταγωνιστές της παράστασης. Φωτογραφία: Νίκος Κωνσταντόπουλος

 

«Ρόσμερσχολμ»

του Henrik Ibsen

Σκηνοθεσία: Βαλεντίνη Λουρμπά

Θέατρο “Εκάτη”

Ζωτικά ψεύδη που εγγράφονται σε ιψενικά τρίγωνα…

στη σκηνή του “Εκάτη”.

Ο Henrik Ibsen συνέγραψε το Rosmersholm το 1886, χρονολογία που είδε και την πρώτη του έκδοση με την πρεμιέρα να λαμβάνει χώρα το 1887 στο Βασιλικό Θέατρο της Κοπεγχάγης, “Det Kongelige Teater”· καθώς η Νορβηγία εκείνη την εποχή δε διέθετε ισχυρή θεατρική υποδομή, πολλά δράματα παρουσιάζονταν εκτός Νορβηγίας, όπως στη Σουηδία, με την οποία η Νορβηγία τελούσε υπό ένωση έως το 1905.

Ως εκ τούτου, η γλώσσα του Rosmersholm, όπως και των άλλων έργων του μεγάλου Νορβηγού, γράφτηκε στα Δανικά, συγκεκριμένα στη μορφή dansk-norsk, μια γραπτή γλώσσα που χρησιμοποιούσε τότε η νορβηγική διανόηση ως κληροδότημα της μακραίωνης ένωσης με τη Δανία που έληξε το 1814· ως αποτέλεσμα η γραπτή γλώσσα των μορφωμένων Νορβηγών ήταν ουσιαστικά τα Δανικά, αλλά με νορβηγική προφορά και τοπικούς ιδιωματισμούς.

Το τετράπρακτο Rosmersholm ή Hvide heste, δηλαδή Άσπρα Άλογα -που αποδίδει συμβολικά τη μεταφυσική ροπή του έργου- ανήκει στο είδος της pièce bien faite, δραματουργικού είδους του 19ου αιώνα που αναπτύχθηκε από τον Eugène Scribe για να αποδώσει ένα θεατρικό έργο με συγκροτημένη πλοκή, η συναρπαστική αφήγηση του οποίου διαγράφει χαρακτήρες και ιδεολογικές έννοιες. Το είδος της  pièce bien faite δίνει προτεραιότητα στη δέση και επιτυγχάνει μέσω μυστικών, κλιμάκωσης των ανατροπών και εναλλαγών στη μοίρα του πρωταγωνιστή αλλά και μέσω της χρήσης του quiproquo -της παρεξήγησης όπου οι ήρωες ερμηνεύουν διαφορετικά μια κοινή κατάσταση- να οδηγήσει στην πολυαναμενόμενη κι απαραίτητη κάθαρση.

Η Νορβηγία της ιψενικής εποχής αναζητά την αυτονομία και τη διαμόρφωση της εθνικής της ταυτότητας, ωστόσο αν και  παρακολουθούσε τις πολιτικές εξελίξεις, στην ουσία προτιμούσε την εσωστρέφεια∙ η εσωστρέφεια αυτή και η συντηρητικότητα του κοινωνικού ιστού συνιστά το πεδίο έμπνευσης του Ibsen. Παράλληλα, το ίδιο το προσωπικό και οικογενειακό υπόβαθρο του Νορβηγού δραματουργού τον καθιστά κοινωνό απόρριψης και ματαίωσης, βίωμα που τροφοδοτεί με γόνιμη δημιουργικότητα το ευφυές πνεύμα του.

Η συγγραφή λειτουργεί ως μια διαδικασία κάθαρσης για τον Ibsen, ο οποίος αδειάζει το δηλητήριό του αναμοχλεύοντας τις λανθάνουσες σημασίες που κυκλοφορούν στο έργο του∙ εκπροσωπώντας το προβληματισμένο θέατρο ο Νορβηγός συγγραφέας αναλύει εις βάθος με χειρουργικές κινήσεις το υπόβαθρο του κοινωνικού ιστού της εποχής του, ιδιαιτέρως δε τον αστικό ιστό. Ως εκ τούτου,  καταγγέλλει τη σοβαροφανή ηθική και τις έωλες φιλοδοξίες, εστιάζοντας στην υποκρισία και το συναισθηματικό κενό που δομούν τις ανθρώπινες σχέσεις.

Το Rosmersholm συνιστά ένα βαθύ, πολυσύνθετο και σκοτεινό έργο, όπου ανατέμνονται οι ψυχοδυναμικές σχέσεις των προσώπων, μέσω μιας συνεχούς ροής γεγονότων, μυστικών κι εξελίξεων με κλιμακώσεις που καταλήγουν σε ένα -mutatis mutandis- αναμενόμενο τέλος· η προβληματική των θεματικών κέντρων αναφέρεται -όπως και στο ιψενικό έργο εν συνόλω- στη φιλοδοξία, την εξουσία, την ηθική κατάρρευση και απομόνωση, τα χαμένα οράματα, τις οικογενειακές -νοσηρές- σχέσεις, τη χειραγώγηση και την απώλεια του ευγενούς ιδεαλισμού, με τη μετάβαση σε κάτι νέο να αναδύεται ως μια τρομακτική, άγνωστη και μοιραία συγκυρία.

Στο Rosmersholm δεσπόζουν οι βασικοί συγκροτητικοί όροι του ιψενικού δράματος, ήτοι το ιψενικό τρίγωνο και το ζωτικό ψεύδος·  η ουσία του ιψενικού τριγώνου συνιστά μια καθοριστική σχεσιακή εξάρτηση που ενώνει τρία πρόσωπα και κατά συνέπεια η αλληλεπίδραση μεταξύ τους ρυθμίζει ουσιαστικά, καταλυτικά και ολοκληρωτικά τη δυναμική διαμόρφωση της εξέλιξης.

Το Rosmersholm δομείται γύρω από τρία ιψενικά τρίγωνα, όπου το κυρίαρχο και πιο σημαντικό εξ΄αυτών για την εξέλιξη του τέλους εμπεριέχει τον Rosmer, τη Rebecca και τη νεκρή Beata, η οποία, αν και απούσα, κινεί διαδικασίες με τη συνεχή ανάκλησή της από όλα σχεδόν τα πρόσωπα του έργου· οι ψυχικές αναφορές, τα τραύματα και τα αξιακά συστήματα των τριών προσώπων -και κάθε τριγώνου- συγκρούονται μεταξύ τους, δημιουργώντας  αλλεπάλληλες επικοινωνίες σημασιών και αλληλουχίες ανατροπών.

Θεματική.

Η βασική θεματική του Rosmersholm αφορά  τη συγκρουσιακή σχέση μεταξύ ετεροτήτων, ήτοι μεταξύ παλαιού και νέου, παρελθόντος και δυνατότητας μεταλλαγής, παράδοσης και προόδου, ενοχής κι ευθύνης, έρωτα κι εξουσίας, ελευθερίας της σκέψης και ψευδαίσθησης της ελευθερίας για να καταλήξει στην ουτοπία του οράματος· κατά συνέπεια, οι προαναφερόμενες υποθεματικές αναφορές συγκροτούν και τη βασική πολιτική αντιδικία που κυριαρχεί στο έργο μεταξύ συντηρητισμού και φιλελευθερισμού/ριζοσπαστισμού.

 

Τρίγωνο Rosmer-Beata-Rebecca.

Η τριγωνική σχέση μεταξύ Rosmer, Beata και Rebecca εγγράφεται σε υπαινιγμούς ενοχής, προσωπικής οδύνης και ματαίωσης, αδυναμίας αποδοχής και κατανόησης μοιραίων αλλά αληθινών καταστάσεων και απόλυτης συντριβής που διακατέχουν τη Beata και αποτυπώνουν το στίγμα της παρουσίας της στην εξέλιξη των άλλων δύο προσώπων· η εισβολή της Rebecca στον οίκο της οικογένειας Rosmer, με την παρότρυνση της Beata, συνιστά μία αυτοκτονική και αυτοκαταστροφική επιλογή της τελευταίας, καθώς η συντηρητική αξιακή στασιμότητα -ενίοτε ακαμψία- της Beata συνθλίβεται κάτω από την ακμαία, ζωντανή και σαρωτική παρουσία του καινοφανούς προτύπου της Rebecca.

Συνεπώς, Beata και Rebecca συμβολικά συγκρούονται ως παλαιό και νέο, συντηρητικό και φιλελεύθερο, με τη Beata να ενταφιάζεται -συμβολικά και κυριολεκτικά· η επιλογή της νεκρής συζύγου να θέσει την απειλητική παρουσία της νεαρής Rebecca στον οίκο της ενδεχομένως να οφείλεται αφ΄ενός στην αναζήτηση ερεισμάτων που θα οδηγούσαν τη Beata σε έναν προσωπικό εξορθολογισμό του αξιακού της συστήματος και, αφ΄ετέρου, στην ανάγκη της να ζητήσει βοήθεια μέσα στην απόγνωση της καθημερινότητάς της από μια δυναμική γυναικεία παρουσία.

Παράλληλα  η παρουσία της Rebecca συνδαυλίζει και παγιώνει την αποξένωση μεταξύ Beata και Rosmer, με κινητήριο μοχλό την ενοχή της ατεκνίας και την υποσυνείδητη εμμονή της συζύγου να κληροδοτήσει στον σύζυγο μια άλλη -γόνιμη- σύζυγο, επιλέγοντας εκείνη όχι μόνο το τέλος της αλλά και τη διαδοχή της στον οίκο των Rosmer· επιπλέον το μήλον της έριδος, ο ιδεαλιστής, άτεγκτος, αγέλαστος Rosmer που στέκει στο μεταίχμιο μεταξύ συντηρητισμού και φιλελευθερισμού λειτουργεί στο τρίγωνο ως δέκτης ιδεολογικών προσλαμβανουσών δύο αντιθετικών κόσμων και στέκει αδρανής, ατάραχος, αρνούμενος να θέσει όρια και να αποφασίσει, οδηγώντας το τρίγωνο σε εσωτερική έκρηξη με την απώλεια της Beata.

Η στασιμότητά του και η εμμονή του στην πίστη μιας ιδεαλιστικής, μη συγκρουσιακής πραγματικότητας, όπου το σύμπαν αυτορυθμίζεται χωρίς την εμπλοκή του Rosmer, η εσωτερική ανάγκη για περιθωριοποίηση και απομάκρυνση από μια οδυνηρή καθημερινότητα -ανεξέλεγκτη για εκείνον- του διαμορφώνουν ένα πλαίσιο στερημένο από χαρές, απολαύσεις, έρωτα και δράση, έναν χώρο στον οποίο επιλέγει τον αυτοεγκλωβισμό με τίμημα τις Ερινύες. Η σταδιακή πνευματική συρρίκνωση του Rosmer και η ηθική του απολυτότητα, αδιαλλαξία και δογματικότητα τον απογυμνώνουν από την προίκα της αισθητηριακής αντίληψης, καθιστώντας τον συναισθηματικά σχεδόν αναλφάβητο, μάλλον φοβικό, απέναντι στην αλήθεια, σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια αυτοπροστασίας.

Παράλληλα, ο δύσθυμος, πένθιμος, Rosmer και η Beata -εκείνη που δεν άντεχε την παρουσία λουλουδιών στον οίκο της- δέχονται τη Rebecca ως ανθό που  γονιμοποιεί με νέο φως τις σκοτεινές μέρες του ζεύγους, σε ένα σπίτι όπου κανένας δε θυμάται παιδί να κλαίει· συνεπώς, ο Ibsen μέσω μιας αλληγορίας καταδεικνύει τη στείρα συναισθηματική, ερωτική και προσωπική ζωή του ζεύγους.

Ωστόσο, ο ανόσιος έρωτας της Rebecca για τον Rosmer και ο κρυμμένος φθόνος της για τη σύζυγο οδηγεί την πρώτη σε μια διαδικασία εκούσιας υπονόμευσης της ίδιας της ζωής της Beata, καθώς την ωθεί προς τον θάνατο, ροκανίζοντας τα σαθρά θεμέλια της ήδη πάσχουσας ύπαρξής της· η Rebecca ενορχηστρώνει την ψυχολογική πτώση της Βeata, φυτεύουντάς της ενοχές και ζοφερές ιδέες, πείθοντάς την ότι ο Rosmer χρειάζεται να ελευθερωθεί από τα ψυχικά δεσμά της.

Ως εκ τούτου, ο Ibsen αξιοποιεί όχι μόνο τη δυνατότητα εντοπισμού των λανθανόντων εναυσμάτων που πυροδοτούν τα εσωτερικά δράματα των ανθρώπων αλλά και το άλογο στοιχείο που έχει ήδη διεισδύσει στο  Νορβηγικό δραματουργικό πλαίσιο χάρη στον Strindberg· δεν είναι τυχαίο που κατά τον Freud το Rosmersholm συνιστά ένα θαυμάσιο παράδειγμα ψυχανάλυσης, όπου συντελείται το χρονικό ενός ψυχολογικού φόνου από μια γυναίκα η οποία συνιστά δραματουργικό ορόσημο στο έργο του Ibsen. Ως εκ τούτου, στο εν λόγω τρίγωνο παρατηρείται το μεταίχμιο μιας μεταβολής, όπου συνυπάρχει η Beata, η οποία ως άλλη Nora θεωρεί ότι έχει παραπλανηθεί από τον σύζυγό της και η Rebecca, η οποία συνιστά μια διφορούμενη προσωπικότητα, όπως η Edda Gabler, η οποία υποβάλλει την ιδέα της αυτοχειρίας στον Eilert Lövberg στο ομώνυμο ιψενικό δράμα.

Tέλος, στο εν λόγω τρίγωνο εγγράφεται και το ζωτικό ψεύδος του έργου, το οποίο οδηγεί στη απομάγευση του οράματος και τον θάνατο· στον Ibsen το ζωτικό ψεύδος καταγράφεται αρχικά στην Αγριόπαπια και συνιστά μια ψευδαίσθηση που βοηθά τον κάτοχο να επιβιώνει. Ως εκ τούτου, ο Rosmer επιβιώνει με την πίστη ότι η στράτευση στις νέες ιδέες θα τον λυτρώσει ψυχικά και ηθικά, στο βάθος ωστόσο, η προσκόλληση αυτή τον βοηθά να παραμένει μακριά από την ενοχή για την αυτοχειρία της Beata.

O Rosmer διακατέχεται από την πίστη ότι δε φέρει ευθύνη για τον θάνατο της συζύγου, ότι το αίσθημά του για τη Rebecca είναι αγνό κι ότι υπάρχει ιδεαλισμός χωρίς συγκρούσεις, αγνότητα χωρίς αλήθεια. Κατά την εξέλιξη της πλοκής ο Ibsen αριστοτεχνικά καταδεικνύει τη δυναμική των ανθρώπινων συναισθημάτων και τον τρόπο που αυτά μεταβάλλονται συχνά με συνέπειες καταστροφικές· όταν φτάνει η καταλυτική στιγμή που ο Rosmer συνειδητοποιεί ότι η Rebecca χειραγώγησε τη Beata κι ότι ο ίδιος επωφελήθηκε από αυτό ασυνείδητα, τότε το ζωτικό ψεύδος καταρρέει και η πορεία προς τον θάνατο είναι πλέον μια αναπόφευκτη αλήθεια.

 

Ιψενικό τρίγωνο Rosmer-Kroll-Rebecca.

Το εν λόγω τρίγωνο συνιστά μια εκρηκτική συγκρουσιακή σχέση, όπου ο ακραιφνής συντηρητισμός και η πειθαρχία του Kroll αντιπαρατίθενται με τον στείρο και στάσιμο ιδεαλισμό του Rosmer, o οποίος προδίδει τη συγγενική και φιλική σχέση με τον -αδερφό της νεκρής συζύγου- Kroll καθώς απομακρύνεται από την παράδοση και την εκκλησία. Η σχέση αυτή περνά σε μια άλλη διάσταση και συντελούνται διάσπαση των δεσμών και διχασμός υπαρξιακού βάθους.

Αναζητώντας έναν αποδιοπομπαίο τράγο, ο καθηγητής Kroll εντοπίζει τη Rebecca, την ξένη, η οποία δρώντας καταλυτικά πυροδοτεί τη μεταβολή της ιδεολογίας του Rosmer και την επερχόμενη διάσπαση της σχέσης των δύο ανδρών. Η απαξίωση του Kroll απέναντι στη Rebecca αναμοχλεύει και δαρβινικούς υπαινιγμούς, καθώς τη θεωρεί νόθο τέκνο του πατριού της. Το γεγονός αυτό ενισχύει τη θέση του ντετερμινισμού και καθιστά τις νέες ιδέες της Rebecca ως μια κληρονομούμενη ασθένεια/απειλή. Έτσι η, ενδεχομένως απειλητική, ιδεολογία της προκύπτει ως αναπόφευκτη εκ γενετής ατέλεια, αναπηρία, προϊόν -παράνομης- βιολογικής γέννησης που στερείται πατρωνύμου, κυριολεκτικά και αλληγορικά.

Η βδελυγματική φύση της Rebecca δεν έχει θέση στο Rosmersholm με τον Kroll να χρησιμοποιεί την επιστήμη ως ηθικό εργαλείο, εγκλωβίζοντας τη Rebecca σε ομολογία του ψυχολογικού φόνου της άμεμπτης και ψυχικά ασθενούς Beata. Η Rebecca καταρρέει υπό το βάρος της ενοχής, ενώ ο Rosmer, άλλη μια φορά, αρνείται να πάρει θέση παραμένοντας ηθικά ουδέτερος.

Η κοινή αυτοχειρία του Rosmer και της Rebecca συνιστά μια αλληγορία για τον θάνατο της ιδεολογίας χωρίς πνευματικό έρεισμα που συγκρούεται με την ενοχή και την ανερμάτιστη ιδεολογική ταγή. Η σκέψη αυτή παραπέμπει στην Αντιγόνη, καθώς η σύμπλευση πολιτικού και ηθικού στοχασμού -τότε αλλά και πάντα- συνιστά μια κεντρική φαντασιακή σημασία και προϋπόθεση μιας ευνομούμενης πολιτείας.

 

Ιψενικό Τρίγωνο Rosmer-Kroll-Mortensgaard.

Το εν λόγω τρίγωνο καταδεικνύει τη συμπαρουσία του κυνισμού σε δύο εκ διαμέτρου διχαστικές ιδεολογίες, αφ΄ενός τον παρωχημένο συντηρητισμό που ενσαρκώνει ο Kroll και ο καινοφανής προοδευτισμός που πρεσβεύει ο Mortensgaard. Ο ωμός ρεαλισμός με τον οποίο οι δύο άνδρες αντιμετωπίζουν την ηθική και την πολιτική αγγίζει τα όρια της χειραγώγησης. Στην τρίτη κορυφή του τριγώνου ο Rosmer συνιστά τον άξονα της διελκυστίνδας και το λάφυρο που κάθε πλευρά διεκδικεί για να διαδηλώσει τη νίκη της. Πάντα στο μεταίχμιο, ο Rosmer απωθεί το ηθικό τραύμα του παλαιού αλλά και το αμείλικτο ψεύδος του νέου, καθώς ο αδύναμος, στείρος και στάσιμος ιδεαλισμός του τον εγκλωβίζει σε ένα τέλμα προσωπικό, πνευματικό, ιδεολογικό.

Σε κάθε περίπτωση ο Ibsen, χωρίς να παίρνει θέση, καταγράφει και καταγγέλλει την άκριτη άσκηση εξουσίας, όπου ο συντηρητισμός τιμωρεί και ποινικοποιεί αδιακρίτως, ο προοδευτισμός άνευ ηθικού ερείσματος χειραγωγεί αμείλικτα, ενώ ο ιδεαλισμός χωρίς πρακτική βάση καταρρέει αφήνοντας χώρο στον κυνισμό. Παράλληλα, ο ρεαλισμός του Ibsen συνδυάζεται αριστοτεχνικά με την αλληγορία, καθώς τα άσπρα άλογα, συνιστούν ένα τρομακτικό παρελθόν που στοιχειώνει ψυχή και νου· είτε ως άσπρα άλογα, είτε ως Βρικόλακες, υπάρχει πάντοτε ένα ζοφερό παρελθόν που στο ιψενικό σύμπαν δηλητηριάζει το μέλλον με πένθος, προοιωνίζοντας, σε κάθε περίπτωση, έναν υπαινικτικό θάνατο.

H προσωπικότητα του Brendel.

Η φυσιογνωμία του Brendel δραματουργικά αγγίζει όλα τα προαναφερόμενα τρίγωνα εντείνοντας τις συγκρούσεις. Πρόσωπο που άλλοτε ενέπνευσε τον Rosmer αλλά εκδιώχθηκε από τον Kroll συνιστά μια ιδεολογική σκιά γεμάτη ένδεια, ιδιοτέλεια καιροσκοπισμό, εικόνα που καταδεικνύει έναν ιδεαλισμό χωρίς ηθικό φραγμό, χωρίς πνευματικό έρεισμα αλλά και χωρίς πολιτική πρακτική εφαρμογή, στηριζόμενο αποκλειστικά σε μια στείρα θεωρία.

Η, σχεδόν γκροτέσκα, φιγούρα του συνιστά για τον Rosmer υπόμνηση ενός οράματος που κατέρρευσε, καθώς στερήθηκε πράξης και πνευματικής θεμελίωσης αλλά και ένταξης σε έναν κραταιό μηχανισμό εξουσίας. Η ειρωνεία που εκπέμπει η παρουσία του διασπείρει ένα οξύμωρο σχήμα, το οποίο εκφυλίζει τη διάνοια, την πνευματικότητα, το ακαδημαϊκό υπόβαθρο, τον προσωπικό σεβασμό και τη λογιοσύνη,  ιχνηλατώντας αμείλικτα την πτώση του ιδεαλισμού.

 

Σκηνοθετική Προσέγγιση.

Η σκηνοθετική οπτική της κ. Βαλεντίνης Λουρμπά εστιάζει και αναδεικνύει με διαύγεια και διεισδυτικότητα τις εσωτερικές εντάσεις και τις συγκρούσεις στα προαναφερόμενα τρίγωνα, ενώ οι προσεγμένοι και υποβλητικοί ρυθμοί της παράστασης γεφυρώνουν σημασιολογικά τις παύσεις μεταξύ των σκηνών με τα πρόσωπα των τριγώνων. Προσέτι στα παραπάνω, ο ρυθμός των διαλόγων και η δομή τους ακολουθούν μια προσεγμένη αυξομείωση των εντάσεων και της πυκνότητας έως τη δραματική κορύφωση, ενώ οι ψυχοδυναμικές σχέσεις των χαρακτήρων αναδύονται με ενσυναίσθηση και ανάγλυφο βάθος.

Η σκηνική αναπαράσταση που προτείνει η σκηνοθέτις προβάλλει στην ολότητά της αφ΄ενός τον εγκλωβισμό των ηρώων, αφ΄ετέρου τις ετερότητες και τις διπολικές συνθέσεις που στιγματίζουν και χαρακτηρίζουν τα πρόσωπα. Οι φωνητικές διακυμάνσεις των ηθοποιών, ο ρυθμός του λόγου, οι σιωπές, οι παύσεις και τα παραγλωσσικά στοιχεία, σε συνδυασμό με την κομψή, ευγενή και χωρίς εξάρσεις κινησιολογία -χαρακτηριστική του ιψενικού προτεσταντικού πλαισίου- αναδεικνύουν σκηνοθετικά το χρονικό των συγκρούσεων, ενώ το φάντασμα της Beata και ο μεταφυσικός, αλληγορικός υπαινιγμός των λευκών ίππων προσδίδουν στην παράσταση μια μεταφυσική χροιά, χωρίς να παραμελείται η ρεαλιστική τοποθέτηση του δράματος και της ίδιας της παράστασης.

Η σκηνοθέτις, με πολυετή εμπειρία στη σκηνοθετική προσέγγιση του ιψενικού δράματος, σεβόμενη κατ΄αρχάς το έργο του Henrik Ibsen και το κοινό της, ενορχηστρώνει μια παράσταση με αναφορά στην ιστορικότητα του δράματος και ανοίγει την αυλαία στο έτος 1887· παράλληλα η σκηνική αναπαράσταση προβάλλει τη διάνοια του έργου με διαχρονική χροιά, καθιστώντας την παράσταση μια μαρτυρία της τραγικής αλήθειας που προκύπτει σταδιακά ως απότοκο των τραυμάτων και των βιωμάτων των χαρακτήρων, επιτυγχάνοντας μια συγχρονία αλλά και μια σαφή κι ανάγλυφη δυνατότητα πρόσληψης.

 

Ερμηνευτική προσέγγιση.

Ο κ. Βασίλης Ασημάκης ως Rosmer, ερμηνεύει με όλη εκείνη την απαιτούμενη εσωτερικότητα και συντριβή έναν χαρακτήρα που διέπεται από μια τραγική αδυναμία, η οποία κληροδοτείται από το παρελθόν του. Στέκεται με παρρησία και ευαισθησία σε μια έντονα διλημματική κατάσταση και η εσωστρεφής κινησιολογία, το βλέμμα που στρέφεται προς τα μέσα και η ενίοτε σπασμένη φωνητική του ερμηνεία τον τοποθετούν να ακροβατεί μεταξύ παλαιού και νέου, ελευθερίας και ενοχής με σαφή υποκριτική δεξιότητα.

Ο κ. Μάνος Χατζηγεωργίου, έμπειρος στο ιψενικό σύμπαν, ερμηνεύει αριστοτεχνικά τον Kroll, ιχνηλατώντας με απαράμιλλο υποκριτικό βάθος έναν κόσμο αφ΄ενός παλαιό αλλά παράλληλα με σύγχρονες διαστάσεις· ο κ. Χατζηγεωργίου στέκεται χωρίς ένταση, εκφράζοντας με προσεγμένη και μελετημένη σταθερότητα, κάθετο λόγο και ελεγχόμενη κινησιολογία μια δύναμη που διέπεται από ψυχρή βεβαιότητα. Ο Kroll του κ. Χατζηγεωργίου προβάλλει κάθε έκφανση οργής, έπαρσης, κυνισμού και ειρωνείας με κομψή διαύγεια, ενώ σκηνοθετικά η “σταθερότητα” και η “λογική” του αναδύουν μια τρομακτική διάσταση.

Η κ. Λήδα Χατζηδημητρίου  ως Rebecca συνιστά τον πιο σύγχρονο χαρακτήρα του έργου και μια σκηνοθετική πρόκληση. Η σκηνοθετική οπτική παρουσιάζει τη Rebecca της κ. Χατζηδημητρίου ως έναν φορέα επιθυμίας, δράσης και νέου φωτός αναγέννησης· ο λόγος της άλλοτε αναδύει ενθουσιασμό σε συνδυασμό με σεβασμό και παρρησία, άλλοτε εκφράζει εσωτερικότητα μέσω της σιωπής και των παύσεών της, ενώ στο τέλος διενεργείται η μετάβαση από τον δυναμισμό στην αυτοτιμωρία.  Η εκφορά του λόγου της αποκτά πάθος με υπαινιγμούς γενναιότητας και αποδοχής της κατάστασης των πραγμάτων με αποτέλεσμα ένα εκούσιο τέλος. Σε αντίθεση με τον Rosmer, η Rebecca κινείται ελεύθερα στον χώρο σε έναν συμβολισμό ελευθερίας αλλά και κυριαρχικότητας.

Ο κ. Χρίστος Γεωργίου στέκεται επάξια σε έναν διπλό ρόλο με εκ διαμέτρου αντίθετη ιδεολογία αλλά κοινή συμπεριφορική αναφορά. Το στοιχείο αυτό σκηνοθετικά είναι ευρηματικό, καθώς το ίδιο πρόσωπο εκφράζει την έλλειψη ηθικής βάσης και τον κυνισμό ως απότοκο ενός αξιακού συστήματος που έχει εκφυλιστεί λόγω απουσίας ηθικού ερείσματος. Η αντιστικτική ερμηνευτική προσέγγιση του κ. Γεωργίου ακροβατεί με ενάργεια από την ουτοπία του Brendel στη στυγνή χειραγώγηση του Mortensgaard, μεταβαίνοντας ευφυώς από τη χαλαρή κινησιολογία, την ελαφρά ειρωνεία και τη “χαμένη” φωνή  του Brendel σε μια σωματικότητα σφιγμένη και άτεγκτη, βλέμμα διεισδυτικό και τρομακτικό και φωνή κοφτή κι αποφασιστική.

Τέλος, δεν αποτελεί τυχαιότητα η παράδοση του τελευταίου λόγου του δράματος από τον Ibsen στην οικονόμο, την οποία ερμηνεύει η κ. Μαρία Μαραγκουδάκη, καθώς η Madam Helseth ενσαρκώνει την αλληγορία της κοινωνίας που επιβιώνει μετά το τέλος των “ηρώων”.  Η κ. Μαραγκουδάκη, μέσω ενός στοχαστικού λόγου με υπαινιγμούς ευαισθησίας και ευγενούς, μετρημένης, συντριβής ενημερώνει το κοινό για την αυτοχειρία των Rosmer και Rebecca αλλά και τονίζει με έμφαση το τραγικό τέλος του θανάσιμου τριγώνου. Η σκηνική της παρουσία, ο λιτός της λόγος και η πειθαρχημένη σωματικότητά της εκφράζουν την κοινωνία, η οποία παρατηρεί, ευαισθητοποιείται και κρίνει, κάνοντας τις επιλογές της σύμφωνα με τον νόμο της αυτοσυντήρησης.

Σκηνικά και Κοστούμια

Η επιλογή των σκηνικών από την κ. Λουρμπά παρουσιάζουν μια αίσθηση ενός αστικού οίκου του 1887 με σκούρους χρωματισμούς που αναδύουν μια αίσθηση κρυμμένων μυστικών αλλά και μια αρχοντική ιστορικότητα. Τα ιστορικά κοστούμια, κομψά και σκούρα τονίζουν την κοινωνική θέση αλλά και τον χαρακτήρα των προσώπων, ενώ “κρύβουν” την εσωτερική τους αναταραχή -εκτός της “πρωινής ρόμπας” που εκφράζει την ελευθεριότητα της  Rebecca στη δεύτερη πράξη.

Φωτισμός και Μουσική

Ο φωτισμός δημιουργεί μια υποβλητική και κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, η οποία εστίασε στις συγκρούσεις και στις εσωτερικές αλήθειες. Η μουσική επένδυση, ειδικά το Concerto pour deux pianos et orchestre του Francis Poulenc, επένδυσε με βάθος τις σιωπές και τις αλλαγές των σκηνών, ενώ ενίσχυσε τη συναισθηματική φόρτιση και την τραγικότητα του σκηνοθετικού βλέμματος.

Τέλος, ο Ερρίκος Μπελιές αντιμετώπισε τη μετάφραση ενός τόσο αινιγματικού και πολυσύνθετου έργου αριστοτεχνικά, προσδίδοντας τις ακριβείς σημασίες και τις ανάγλυφες συναισθηματικές δυναμικές με σαφήνεια. Η μετάφραση συνομιλεί με την ελληνική εκφορά του λόγου, επιτυγχάνοντας να αποδώσει την πυκνότητα του ιψενικού λόγου με εκείνη την κοσμιότητα και την κομψότητα με την οποία ο ίδιος ο συγγραφέας έγραψε το Rosmersholm. Η σκηνοθεσία αξιοποιεί στον μέγιστο βαθμό το δραματουργικό εργαλείο της μετάφρασης αναδεικνύοντας το υπαρξιακό και προσωπικό βάθος της κάθε σκηνής αλλά και της σύνολης παράστασης.

 

 

Λευκό ήταν εκείνο το άλογο που φάνηκε στο γεφυράκι της μνήμης…τότε που ορκιστήκαμε να σβήσουμε το πένθος…ήταν μια νύχτα αχάραγη και πένθιμη…κι εμείς προσμέναμε το φως στο βάθος μιας οδύνης ανωφέλευτης και πνιγηρής…

Λία Τσεκούρα

Πεντέλη, 10012026