«John Gabriel Borkman» του Henrik Ibsen σε σκηνοθεσία της Βαλεντίνης Λουρμπά

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Νίκος Κωνσταντόπουλος
Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Νίκος Κωνσταντόπουλος

«ΤΖΟΝ ΓΑΒΡΙΗΛ ΜΠΟΡΚΜΑΝ»

Του Henrik Ibsen

Σκηνοθεσία: Βαλεντίνη Λουρμπά

Θέατρο «ΕΚΑΤΗ»

 

Ήταν η νύχτα ανεμοδαρμένη και αχάραγη σαν ήρθε η θλίψη και  στοίχειωσε για πάντα τη ζωή μας…δεν άκουσες τα βήματα του πένθους στη σκοτεινή σοφίτα, πόση ζωή χαμένη και πόση αγάπη ξοδεμένη για μιαν ανωφέλευτη οργή…

 

O Henrik Ibsen συνέγραψε το John Gabriel Borkman το 1896 στη Χριστιανία και οι πρώτες δημόσιες παραστάσεις του ήταν σε μορφή αναγνώσεων. Η πρώτη ανάγνωση παρουσιάστηκε στο Avenue Theatre του Λονδίνου στις 14 Δεκεμβρίου 1896 και οργανώθηκε από τον William Heinemann προκειμένου να εξασφαλίσει τα πνευματικά του δικαιώματα στην Αγγλία, ενώ αναφέρεται ότι στις 15 Δεκεμβρίου 1896 έλαβε χώρα μια δεύτερη ανάγνωση στον Δημοτικό Σύλλογο Δασκάλων της Κοπεγχάγης, με επικεφαλής τον θεατρικό σκηνοθέτη P. A. Rosenberg.

Οι πρώτες σκηνικές παρουσιάσεις του John Gabriel Borkman πραγματοποιήθηκαν στο Ελσίνκι στις 10 Ιανουαρίου 1897 στο Svenska Teatern και το φινλανδικό Suomalainen Teaatteri, οι οποίες είχαν θετική υποδοχή από κοινό και κριτικούς. Το συγκεκριμένο δράμα θεωρείται το πιο επιτυχημένο έργο του Ibsen μετά το Κουκλόσπιτο.

Η Νορβηγία του Ibsen αναζητά την αυτονομία και την εθνική της ταυτότητα και ενώ συμμετέχει μεν στις ευρωπαϊκές επαναστάσεις του 1848, παραμένει στην ουσία εσωστρεφής∙ η κοινωνία αυτή συνιστά την πηγή έμπνευσης του Ibsen, ο οποίος λόγω οικογενειακών καταστάσεων βιώνει κοινωνική απόρριψη και ματαίωση, γεγονός που ενδυναμώνει το ήδη γόνιμο πνεύμα του.

Αν για τον Ibsen το γράψιμο τον βοηθά να αδειάσει το δηλητήριό του, αντιλαμβάνεται κανείς τις υπόρρητες σημασίες που ενώνουν τις πτυχές του πλούσιου δραματικού του έργου∙ εκπρόσωπος του προβληματισμένου θεάτρου, ο Ibsen, με τη γραφή του, ανατέμνει την κοινωνία, ιδιαίτερα τον κόσμο των αστών, την έωλη σεμνοτυφία και την ανούσια φιλοδοξία της νορβηγικής προτεσταντικής κοινωνίας, εστιάζοντας στην ανειλικρίνεια, την υποκρισία και την κενότητα που διέπουν τις συζυγικές –και όχι μόνο –  σχέσεις.

Το John Gabriel Borkman, το τετράπρακτο προτελευταίο ιψενικό δράμα διαθέτει μια πολυσύνθετη δομή, καθώς περιλαμβάνει το σύνολο των συγκροτητικών όρων, τους οποίους ο δημιουργός διαχειρίζεται για να καταδείξει την προβληματική των θεματικών του κέντρων· η θεματική του John Gabriel Borkman άπτεται ζητημάτων όπως η φιλοδοξία και η εξουσία, η ηθική κατάρρευση και η κοινωνική απομόνωση, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, οι οικογενειακές -νοσηρές- σχέσεις, η χειραγώγηση, το τέλος μιας εποχής, δηλαδή μια μετάβαση σε κάτι νέο, ενίοτε τρομακτικό, άγνωστο ακόμη και μοιραίο.

Η πολυσύνθετη αυτή θεματική λαμβάνει την κριτική βάσανο του δημιουργού μέσω δύο σημαντικών ιψενικών χαρακτηριστικών, ήτοι του ιψενικού τριγώνου και του ζωτικού ψεύδους·  το ιψενικό τρίγωνο συνιστά καθοριστική σχεσιακή εξάρτηση μεταξύ τριών προσώπων, όπου η αλληλεπίδραση μεταξύ τους καταλήγει να ρυθμίζει καταλυτικά και -ενίοτε ολοκληρωτικά- την εξελικτική πορεία των καταστάσεων.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Νίκος Κωνσταντόπουλος

Παράλληλα το ζωτικό ψεύδος, όρος που αποδίδεται στον Henrik Ibsen και μάλιστα πρωτοεμφανίζεται στην Αγριόπαπια συνιστά μια ουτοπική πεποίθηση, η οποία βοηθά το υποκείμενο να επιβιώνει συναισθηματικά, κυρίως, καθώς ως αυταπάτη τρέφει την αδυναμία του να παλέψει και να αποδεχθεί την πραγματικότητα. Το ζωτικό ψεύδος χωρίζει ανελέητα τη ζωή στα δύο, σε μια πλάνη και σε μια αλήθεια. Υπάρχουν φορές που τα δύο αυτά μέρη, με ασαφή τα όριά τους, περιπλέκονται ηδονικά μεταξύ τους και τότε η ζωή γίνεται μια αύρα χαρισάμενη, μια πλάνη αναγκαία.

Στο παρόν δράμα ο Ibsen αναπτύσσει τη δυναμική τριών ιψενικών τριγώνων, ήτοι 1) Gunhild-Ella-Erhart, 2) Borkman-Gunhild-Ella, 3) Erhart-Fanny-Frida· η αλληλεπίδραση των συγκεκριμένων τριγώνων θα αναλυθεί βάσει μελέτης της σκηνοθετικής προσέγγισης σε συνδυασμό με τη συνύπαρξη του ζωτικού ψεύδους που κυριαρχεί σε δύο πρόσωπα, τον John Gabriel και τη Gunhild Borkman.

Αναφορικά με τη σχέση Gunhild-Ella-Erhart που συνιστά και το εναρκτήριο τμήμα του δράματος, καθίσταται σαφές ότι η Gunhild και η Ella αγωνίζονται να κυριαρχήσουν πάνω στη ζωή του τρίτου προσώπου του τριγώνου, του γιου της Gunhild, τον οποίο αντιμετωπίζουν ως αντικείμενο· η πραγμοποίηση του Erhart ενώνει τις διχασμένες αδερφές, καθώς η μεν θεία Ella, θέτοντας ως αιτία το χρήμα το οποίο προσφέρει απλόχερα για την επιβίωση της οικογένειας μετά την καταδίκη του John Gabriel απαιτεί τον Erhart ως λάφυρο για τις υπηρεσίες της.

Παράλληλα η Gunhild προβάλλει στον γιο της την υλοποίηση του ζωτικού της ψεύδους, ήτοι την αποκατάσταση του ονόματος της οικογένειας Borkman, γεγονός που αγνοεί ο ίδιος ο Erhart· η μητέρα Gunhild επιβιώνει ψυχολογικά εμμένοντας στη σκέψη επανόρθωσης της ηθικής κατάρρευσης, στοιχείο ενδεικτικό της σοβαρότητας με την οποία η αστική κοινωνία της εποχής αντιμετωπίζει το στίγμα του ονείδους.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Νίκος Κωνσταντόπουλος

Παράλληλα, δεδομένου ότι το συγκεκριμένο δράμα συνιστά το προτελευταίο έργο του Νορβηγού δημιουργού, είναι εναργής η συνομιλία του με τα προηγούμενα· χαρακτηριστικό η πεποίθηση της συζύγου περί της βάναυσης εξαπάτησης που έχει υποστεί από τον σύζυγο, στοιχείο που κυριαρχεί στο Κουκλόσπιτο και επαναλαμβάνεται στο John Gabriel Borkman με τη Gunhild να αρνείται να θαυμάσει, να αγαπήσει και να συναντήσει ξανά τον σύζυγο -ωστόσο ο Ibsen επαναλαμβάνει ότι η κλίση της γυναίκας είναι η αγάπη για τον άνδρα της.

Η πεποίθηση αυτή είναι εξαίρετα διαυγής στη σκηνή του πρώτου τριγώνου και αναμοχλεύει τους ολέθρους της Gunhild αλλά και της  Ella, η οποία ένιωσε ότι εξαπατήθηκε ερωτικά από τον John Gabriel Borkman, ο οποίος επέλεξε τη δίδυμη αδερφή της ως σύζυγο, χωρίς αιδώ.

Η διελκυστίνδα μεταξύ Gunhild και Ella αναφορικά με τον Erhart δεν καταλήγει πουθενά, καθώς εκείνος αντιλαμβάνεται τον κίνδυνο εγκλωβισμού του και επιλέγει συνειδητά την απόδραση, καθώς ασφυκτιά δεχόμενος εκατέρωθεν πιέσεις. Η απόδραση του Erhart είναι πλέον θέμα προσωπικής του επιβίωσης.

Αναφορικά με τη δεύτερη τριγωνική σχέση Borkman-Gunhild-Ella, πρέπει να επισημανθεί ότι το συγκεκριμένο τρίγωνο συνιστά το πιο ψυχολογικά φορτισμένο τρίγωνο· μπορεί να ξεκίνησε ως ερωτική αντιζηλία, ωστόσο στη συγκεκριμένη στιγμή το υπαρξιακό αυτό τρίγωνο ερείδεται στις συνιστώσες της εξουσίας, της προδοσίας, της διεκδίκησης παρελθόντος και μέλλοντος αλλά και της πάλης γύρω από τον Erhart.

H Gunhild νιώθει προδομένη από τον John Gabriel όπως και η Ella λόγω της εγκατάλειψης που υπέστη από εκείνον· ωστόσο η Ella συνιστά τον κυρίαρχο του παιχνιδιού λόγω της οικονομικής της δύναμης, του γεγονότος ότι το δικό της όνομα δεν έχει υποστεί ηθική κατάπτωση, ενώ η ανάγκη της για τρυφερότητα την καθιστά ανθρώπινη και οικεία. Παράλληλα ο John Gabriel δε φαίνεται να έχει αντιληφθεί το εύρος της κατάπτωσής του, ωστόσο συνεχίζει μια έντονη μνησίκακη συμπεριφορά, στηριζόμενος εγωιστικά και αλαζονικά στο δικό του ζωτικό ψεύδος, δηλαδή την πεποίθηση ότι η τράπεζα θα αναζητήσει και πάλι τις πολύτιμες υπηρεσίες του. Ο Borkman εγκλωβισμένος μεταξύ των δύο γυναικών κάνει αυτό που ξέρει να κάνει…προδίδει και τις δύο γυναίκες επιλέγοντας τη δύναμη, το χρήμα, την αντεκδίκηση και το μεγαλείο.

Με τη φυγή του Erhart και τον θάνατο του Borkman τα δύο τρίγωνα διαλύονται και μαζί τους διαλύεται και ένα ολόκληρο σύστημα αξιών, το οποίο παραγοντοποιείται μέσω του ιδεαλισμού· ο Ibsen σε κάθε έργο του αφηγείται μια αποτυχία, που εκτός από την δυσμενή εξέλιξη των καταστάσεων, συνιστά και μια παρακμή, ήτοι την κατάπτωση του ιδεαλισμού.

Ως εκ τούτου, ο Borkman, αυτός ο μεγάλος ιδεαλιστής εγκλωβίζεται στο όραμά του, παρασύρεται από την αλαζονεία και την εγωπάθεια και δρα καταστροφικά για το περιβάλλον του· ο Borkman διακατεχόταν από την ισχυρή πεποίθηση -άλλο ένα ζωτικό ψεύδος;- ότι με τα χρήματα που καταχράστηκε θα άλλαζε τον κόσμο για να απελευθερώσει δυνάμεις της φύσης και της κοινωνίας.

Ωστόσο η επικίνδυνη αλαζονεία του δεν τον εγκαταλείπει ούτε μετά τον εγκλεισμό στη φυλακή και την ηθική του κατάπτωση και συνεχίζει να πιστεύει ότι υπηρετεί τις μεγαλειώδεις δυνάμεις του σύμπαντος -ο ιδεαλισμός του και η στρέβλωση του ιδεαλιστικού οράματος λόγω της απουσίας ηθικών ερεισμάτων οδηγεί τον Borkman  στην προσωπική συντριβή και την ανυπαρξία σε συμβολικό αλλά και κυριολεκτικό επίπεδο, καθώς ο θάνατός του συνιστά ένα τέλος και μια μετάβαση σε κάτι νέο· η απόδραση του Erhart καταδεικνύει την ανάγκη του νέου αίματος να επαναπροσδιορίσει τις αξίες και να ανανεώσει τις συμπεριφορικές τάσεις.

Το τρίτο τρίγωνο Erhart-Fanny-Frida δεν είναι τόσο εμφανές αλλά είναι εξ΄ίσου σημαντικό καθώς προσδιορίζει μια νέα τάξη πραγμάτων, μια σύγκρουση που ερείδεται στις σχέσεις νεότερων ανθρώπων και, ενδεχομένως, είναι πιο σύνθετη. Ο Erhart αποδρά με την Frida, επιλέγοντας να ζήσει για τον εαυτό του κι όχι να εξυπηρετήσει τα ιδανικά των άλλων, ενώ η γοητευτική και επικίνδυνη Fanny συμβολοποιεί έναν νέο άγνωστο κόσμο, ανεξάρτητο, μορφωμένο κι ελεύθερο -όπως εκείνη- που δίνει βάρος στην προσωπική επιθυμία και την απόλαυση.

Η μικρή Frida, έρμαιο της Fanny, δεν έχει άλλη λύση παρά να αποδράσει κι εκείνη από ένα σπίτι κατεστραμμένο, με τον πατέρα Wilhelm να ζει στο δικό του ζωτικό ψεύδος, εκείνο της ποίησης, το οποίο με βάρβαρο και βάναυσο τρόπο του καταρρίπτει ο φίλος Borkman. H Frida, τρυφερή κι ιδεαλίστρια, θαυμάζει τον Erhart, o οποίος όμως δε φαίνεται να το προσέχει, ενώ συνιστά και μια ευέλικτη λύση για τη Fanny σε περίπτωση που εκείνη βαρεθεί τον Erhart.

Προσέτι στα παραπάνω, η σκηνοθετική οπτική της κ. Βαλεντίνης Λουρμπά αναδεικνύει με διαύγεια τα παλιά τραύματα που διχάζουν τη σχέση των δύο αδερφών· οι διάλογοι ακολουθούν μια σταδιακή αύξηση της έντασης και μια δραματική κορύφωση, ενώ ανακύπτουν συναισθηματικές ανατροπές, εξάρσεις και αναδύεται σε άρτια διαύγεια η νοσηρότητα των σχέσεων αλλά και η στρεβλότητα των πεποιθήσεων των χαρακτήρων.

Η σκηνοθεσία ιχνηλατεί αριστοτεχνικά ένα εναργές ιψενικό σκηνικό, ζοφερό και υπαινικτικό, ταξιδεύοντας τον θεατή στο 1896· οι σκηνές της παράστασης είναι μελετημένες, συναισθηματικά και υποκριτικά άρτιες, καθώς η  σκηνοθέτις διαλύει κάθε σκηνή εις τα εξ ων συνετέθη αναδομώντας με ευαισθησία το δίπολο αλήθειας και ψεύδους, τη διάπυρη και υπόρρητη σχέση μεταξύ ζωής και θανάτου.

Η σκηνική συγκεκριμενοποίηση εστιάζει, παράλληλα, στις επιπτώσεις των προσωπικών ολέθρων των προσώπων που απαρτίζουν τα ιψενικά τρίγωνα, αναδεικνύοντας μέσω του φωτισμού, της εναλλαγής αργών και γρήγορων ρυθμών το ιψενικό αυτό σύμπαν· προσέτι σε αυτό, η παράσταση επενδύεται μουσικά από το  Danse Macabre του Camille Saint-Saëns, το οποίο λειτουργεί ως διαρκές memento mori το οποίο σε συνδυασμό με τα αόρατα βήματα του αόρατου John Gabriel από τον επάνω όροφο δημιουργούν ένα μακάβριο ηχοτοπίο που στέκει ως οιωνός πένθους και καταστροφής.

Η σκηνοθέτις, σεβόμενη κατ΄αρχάς το έργο του Henrik Ibsen και το κοινό της, εναρμονίζει με ενσυναισθητική έμπνευση το διπολικό αυτό τοπίο διαμορφώνοντας έναν διττό κόσμο∙ αφ΄ενός το ζωτικό ψεύδος που εμφιλοχωρεί στις συγκρουσιακές σχέσεις των χαρακτήρων και την τραγική αλήθεια που προκύπτει σταδιακά ως θεία δίκη πολλών προπατορικών αμαρτημάτων.

Ο κ. Μάνος Χατζηγεωργίου, έμπειρος στο ιψενικό σύμπαν, ερμηνεύει αριστοτεχνικά τον Jοhn Gabriel Borkman, ιχνηλατώντας με απαράμιλλο υποκριτικό βάθος κάθε πτυχή του αλαζονικού και παράλληλα ματαιωμένου αυτού άνδρα, αναδεικνύοντας θαυμαστά τις ανεπαίσθητες συναισθηματικές εκφάνσεις που συνεπάγονται το δίπολο αλήθειας και ψεύδους· ο John Gabriel ακροβατεί μεταξύ ειρωνείας, κυνισμού,  έπαρσης, φόβου, μανιασμένης οργής, ανασφάλειας, βιαιότητας εμμένοντας με εγωπάθεια στο ψεύδος του καθώς η αλήθεια του προκαλεί φρίκη.

Οι κ. Μαρία Δημητριάδου και Βαρβάρα Κυρίτση ως Gunhild και Ella αντίστοιχα ερμηνεύουν με διαύγεια, προσήλωση και συντριβή τις δύο γυναίκες που συγκρούονται με ευγένεια και μεγαλείο, χωρίς συναισθηματικές εξάρσεις, χωρίς να ευτελίζουν την οργή, την αγάπη και τα συναισθήματά τους, στοιχείο που τις καθιστά οικείες απέναντι στο κοινό· οι δύο γυναίκες, συνομιλούν υποκριτικά και τηρούν την ισορροπία μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, ζωής και θανάτου έως το τέλος, με θαυμαστό ρεαλιστικό υπόβαθρο.

Ο κ. Βασίλης Ασημάκης ως Erhart ερμηνεύει με δυναμισμό, αποφασιστικότητα και εσωστρέφεια, όπου απαιτείται, έναν χαρακτήρα που δέχεται έντονες συναισθηματικές πιέσεις, βρίσκεται σε έντονα διλημματική κατάσταση -την οποία προβάλλει με την υποκριτική του- αλλά επιλέγει την προσωπική του επιβίωση και την έναρξη ενός νέου κώδικα ζωής. Ο κ. Ασημάκης ακροβατεί μεταξύ παλαιού και νέου, νόμου και προσωπικής ελευθερίας, επιλέγοντας αναίμακτα να σπάσει τα δεσμά της προσωπικής ματαίωσης και των τραυματικών βιωμάτων.

Ο κ. Χρίστος Γεωργίου ως Wilhelm, στέκεται επάξια ως εκείνο το ιψενικό πρόσωπο, που δρα καταλυτικά ακόμη και ανακλαστικά ή αντιστικτικά στον πρωταγωνιστή αλλά και στην εξέλιξη του δράματος, ερμηνεύοντας με προσωπική συντριβή τον συγκεκριμένο χαρακτήρα· ο Wilhelm είναι το πρόσωπο που αποκαλύπτει ότι έγινε αντικείμενο εκμετάλλευσης από τον πιστό του φίλο John Gabriel καθιστώντας ακόμη πιο ειδεχθή τη δράση του τελευταίου. Ο Wilhelm συνιστά έναν λόγιο κόσμο ποιητικότητας -ενδεχομένως τον ίδιο τον Ibsen- που συντρίβεται σε ένα σύμπαν που κυριαρχεί η φιλαυτία και η απουσία του πνεύματος. Ο Wilhelm ταλανίζεται από την προσωπική του τραγωδία ματαίωσης και μοναχικότητας, στοιχείο που τονίζει την τραγικότητα και το αδιέξοδο του ιψενικού κόσμου και του ιδεαλισμού.

Η κ. Λήδα Χατζηδημητρίου ως Fanny και Frida ακροβατεί με επιτυχία σε δύο εκ διαμέτρου αντίθετους ρόλους· η κ. Χατζηδημητρίου, η οποία έλαβε και όλο το βάρος της μικρής Hedvig στην Αγριόπαπια την περίοδο 2023-2024 πράγματι στο συγκεκριμένο δράμα φαίνεται πως βιώνει με ρεαλισμό και υποκριτική δεξιότητα τόσο την ηδονική απόλαυση της επικίνδυνης και αδίστακτης γυναίκας όσο και τη συντριβή και τον κρυφό έρωτα ενός ρομαντικού πλάσματος που ζει μέσω της τέχνης της, της μουσικής της.

Οι φωτισμοί του κ. Θοδωρή  Κόκκινου τονίζουν τις εντάσεις και τις συναισθηματικές πτυχές των σκηνών, επενδύοντας τη σκηνή της καταιγίδας με δέος και φόβο, η μουσική επιμέλεια της Val-de-lou σκιαγραφεί υπόκωφα τις σκοτεινές στιγμές της παράστασης, ενώ τα κοστούμια της κ. Τίσσας Βασιλάκη διαγράφουν με ενάργεια τόσο τον χαρακτήρα των ηρώων αλλά και την ιψενική εποχή του 1896.

Πόσο απέραντη έγινε εκείνη η νύχτα που δεν την είδαμε σαν ερχόταν…και σκέπασε τις μνήμες μας και το λευκό του πιάνου που έστεκε σαν φως μέσα στο δάκρυ μας…πώς στοίχειωσε έτσι το όνειρο, τη μέρα που εμείς σταθήκαμε στην πλατωσιά της μοίρας…

Λία Τσεκούρα

Πεντέλη, 11.04.2025