Λονδίνο: Βραδιά Rossini με εκλεκτούς μονωδούς, τη Χορωδία Monteverdi και την Orchestre Révolutionnaire et Romantique – «Σικελικός Εσπερινός» του Verdi και «Tosca» του Puccini στη Βασιλική Όπερα – Ύστατος Mahler από τη Συμφωνική Ορχήστρα του BBC, υπό τον Sakari Oramo – Sir András Schiff και νέοι σολίστ της Ακαδημίας Kronenberg

Σκηνή από τον "Σικελικό Εσπερινό" όπως παρουσιάτηκε από τη Βασιλικό Μπαλέτο και την Όπερα του Λονδίνου. A scene from The Sicilian Vespers by Verdi @ Royal Opera House. A Royal Ballet And Opera Production. Directed by Stefan Herheim. Conducted by Speranza Scappucci. (Opening 19-09-25) ©Tristram Kenton 09-25 (3 Raveley Street, LONDON NW5 2HX TEL 0207 267 5550 Mob 07973 617 355)email: tristram@tristramkenton.com
Συναυλία αφιερωμένη στον Gioacchino Rossini. Η Χορωδία Monteverdi και η Orchestre Révolutionnaire et Romantique, υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Jakob Lehmann. Φωτογραφία: Paul Marc Mitchell.

 

Το Λονδίνο με τον υψηλό αριθμό λαμπρών συναυλιών και παραστάσεων όπερας, που συνεχώς προτείνει, πάντα αποτελεί πηγή μουσικής απόλαυσης για τους φιλόμουσους.

Μία βραδιά αφιερωμένη αποκλειστικά στον Gioacchino Rossini (1792-1868) είχαμε τη χαρά να ακούσουμε στις 2 Οκτωβρίου, στο Cadogan Hall, από σολίστ, τη Χορωδία Monteverdi και την Orchestre Révolutionnaire et Romantique (που παίζει σε όργανα εποχής και προτείνει ιστορικά ενημερωμένες αναγνώσεις), υπό τη διεύθυνση του νεαρού Γερμανού αρχιμουσικού Jakob Lehmann, ο οποίος με την εν λόγω συναυλία εγκαινιάζει την εξερεύνηση του ρεπερτορίου του μεγάλου Ιταλού Δασκάλου. Ειδικότερα, στο πρώτο μέρος ακούσαμε εκτενή αποσπάσματα από την όπερα Ermione, η οποία παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1819, στο Teatro San Carlo της Νάπολης, χωρίς ιδιαίτερη επιτυχία αφού κατέβηκε μόλις μετά από επτά παραστάσεις. Μολονότι ο Rossini μέχρι το τέλος του βίου του ξεχώριζε το έργο, του οποίου η υπόθεση αναφέρεται σε γεγονότα που ακολούθησαν τη λήξη του Τρωικού πολέμου, δεν δέχθηκε να παρουσιαστεί εκ νέου όσο ζούσε. Και όντως, η πρώτη σύγχρονη αναβίωση πραγματοποιήθηκε τον Αύγουστο του 1977, στην Ιταλία (Siena). Κατά την πρόσφατη ερμηνεία, σε συναυλιακή μορφή με κίνηση, που παρακολουθήσαμε στο Λονδίνο, μία πλειάδα ικανότατων νεών λυρικών τραγουδιστών ανέλαβε τους φωνητικά απαιτητικούς ρόλους: Beth Taylor (Ermione), Hannah Ludwig (Andromaca), Antony Robin Schneider (Fenicio), Angharad Rowlands (Cefisa), Elinor Rolfe Johnson (Cleone), Xavier Hetherington (Pilade) και Marcus Swietlicki (Attalo). Την ακροβατική φωνητική γραφή του Rossini, με τις άπειρες κολορατούρες και την εκτενή tessitura, δάμασαν με επιτυχία και ετοιμότητα η Taylor και η Ludwig, πλαισιωμένες από τους ταλαντούχους προαναφερθέντες τραγουδιστές. Η χορωδία και η ορχήστρα, υπό τη φορτισμένη διεύθυνση του Lehmann, απέδωσαν την παρτιτούρα με την απαιτούμενη δραματικότητα. Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, το Stabat Mater, έργο ολοκληρωμένο στα 1841, που ασφαλώς ανήκει στα έργα του Rossini που ακούγονται πιο συχνά, έλαβε μία ερμηνεία καθηλωτική, γεμάτη ένταση, φλόγα και οπερατικό σφρίγος από τους σολίστ, Anna Maria Labin (σοπράνο), Hannah Ludwig (μέτζο σοπράνο), Alasdair Kent (τενόρο) και Antony Robin Schneier (μπάσο).  Η χορωδία απέδωσε τα πολυφωνικά μέρη της με επιβλητικότητα, μεγαλειώδη ήχο, όπως και με ρυθμική και τονική ακρίβεια, ενώ η ορχήστρα, υπό τον Lehmann, φρόντισε για την ανάδειξη των λεπτομερειών της προσεγμένης ενορχήστρωσης όπως και για την υφολογική ευστοχία της ερμηνείας.

Σκηνή από τον “Σικελικό Εσπερινό” του Giuseppe Verdi όπως παρουσιάστηκε από τη Βασιλικό Μπαλέτο και την Όπερα του Λονδίνου. Φωτογραφία: Tristram Kenton

Ένα άλλο σημαντικό έργο της ιταλικής εργογραφίας του 19ου αιώνα παρακολουθήσαμε στη σκηνή του Βασιλικού Μπαλέτου και της Όπερας (αγγλ. Royal Ballet and Opera) του Λονδίνου · ο λόγος για τον Σικελικό Εσπερινό (γαλλ. Les vêpres siciliennes) του Giuseppe Verdi (1813-1901), που συνέθεσε ειδικά για τη σκηνή της Όπερας των Παρισίων, όπου και παρουσιάστηκε τον Ιούνιο του 1855, ενώ στη συνέχεια, ο ίδιος, προχώρησε σε επεξεργασίες της αρχικής παρτιτούρας. Η παράσταση που απολαύσαμε υπήρξε αναβίωση παλαιότερης παραγωγής του Νορβηγού σκηνοθέτη Stefan Herheim, την οποία είχαμε για πρώτη φορά παρακολουθήσει, πάντα στο ίδιο λυρικό θέατρο, στις 25 Οκτωβρίου 2017 (βλ. Critics’ Point, 14/11/2017). Ο Herheim, σε αγαστή συνεργασία με τους Philipp Fürhofer, σκηνικά,  Gesine Völlm, κοστούμια, και Anders Poll, φωτισμοί, μεταφέρει την πλοκή από το 1282,  στα μέσα του 19ου αιώνα και ειδικότερα στα 1855, έτος της πρώτης παγκόσμιας παρουσίασης του έργου. Οι θετικές εντυπώσεις που είχαμε αποκομίσει κατά την προηγούμενη παρακολούθηση της παραγωγής, αισθητικά ελκυστικής και αρκετά πιστής στην αρχική ιδέα του libretto, ανανεώθηκαν πρόσφατα. Τους κεντρικούς ρόλους κάλυψαν η Sara Cortolezzis, η οποία πρότεινε μία συγκινητική και φωνητικά εντυπωσιακή Ηélène, ερμηνεύοντας με αίσθημα τις εκτενείς μουσικές φράσεις. Κοντά της στάθηκε καλά, αξιοποιώντας προσεκτικά τα φωνητικά του μέσα, ο Valentyn Dytiuk, στον ρόλο του αγαπημένου της, Henri. Ομολογούμε, ότι μας έλλειψε αρκετά η δυναμική όσο και γενναιόδωρη εκφραστικότητα του Αμερικανού τενόρου Bryan Hymel, τον οποίον είχαμε εκτιμήσει στην παλαιότερη παράσταση. Στους ρόλους του Guy de Montfort και του Jean Procida, ευχαρίστησαν αντιστοίχως οι Quinn Kelsey και Ildebrando D’Arcangelo· ιδίως ο δεύτερος, γνωστός στο ευρύτερο κοινό και μέσα από την εξαιρετική του δισκογραφική εργασία, έπεισε και για το υποκριτικό του ταλέντο. Τους υπόλοιπους, μικρότερους ρόλους, κράτησαν επιτυχώς οι Blaise Malaba (Le sire de Béthune), Thomas D Hopkinson (Le Comte de Vaudemont), Vartan Gabrielian (Robert), Neal Cooper (Thibault), Jingwen Cai (Ninetta) και Michel Gibson (Daniéli). Η χορωδία και η ορχήστρα απέδωσαν την επική παρτιτούρα του Verdi με σφρίγος και συναισθηματική ένταση, υπό τη μουσικά ορθή και μελετημένη διεύθυνση της Ιταλίδας αρχιμουσικού Speranza Scappucci. Θυμίζουμε ότι στο παρελθόν, στις 22 Ιουλίου 2022, πάλι στην ίδια σκηνή, είχαμε εκτιμήσει τις προαναφερθείσες αρετές της Scappucci σε ένα άλλο αριστούργημα, της πρώτης δημιουργικής περιόδου του Verdi· ο λόγος για την όπερα Attila, η οποία είχε τότε παρουσιαστεί σε συναυλιακή μορφή (βλ. Critics’ Point, 24/8/2022).

Προχωρώντας, στο Barbican Hall, στις 4 Οκτωβρίου, η Συμφωνική Ορχήστρα του BBC και ο Φινλανδός μαέστρος Sakari Oramo, ο οποίος κρατά τη θέση του κύριου αρχιμουσικού του συνόλου, ερμήνευσαν τη Συμφωνία αρ. 9 του Gustav Mahler (1860-1911), έργο της απολύτου τελευταίας δημιουργικής περιόδου του μουσουργού. Ορχήστρα και μαέστρος πρότειναν μία ανάγνωση αναλυτική, που φώτιζε τη μελαγχολία και την τραγικότητα, αλλά και τις πιο λυρικές παραγράφους της παρτιτούρας, με άρτια δομημένες κλιμακώσεις που προκαλούσαν συγκίνηση. Ο ζεστός ήχος της ορχήστρας, θαυμάσια ισορροπημένος, ευχαρίστησε από την αρχή μέχρι το τέλος.

Ο Sir András Schiff. Φωτογραφία: Nadia F Romanini

Την επόμενη βραδιά (5 Οκτωβρίου), στο Wigmore Hall, παρακολουθήσαμε συναυλία του πιανίστα Sir András Schiff και νέων σολίστ της Ακαδημίας Kronenberg (Kronenberg Academy). Η Ακαδημία ιδρύθηκε το 1993 από τον βιολοντσελίστα Raimund Trenkler και απευθύνεται σε ιδιαίτερα ταλαντούχους νεαρούς μουσικούς· διοργανώνει συναυλίες και master classes έχοντας συμβούλους και συνεργάτες διαπρεπείς σολίστ. Ο βιολοντσελίστας Mstislav Rostropovich (1927-2007) υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους καθηγητές της, ενώ στη συνέχεια οι Gidon Kremer, Christoph Eschenbach και Schiff, ανάμεσα σε άλλους, υποστηρίζουν τις δραστηριότητές της. Η συναυλία που ακούσαμε άνοιξε με μία γεμάτη ρομαντισμό  ανάγνωση του Τρίο με πιάνο σε ρε ελάσσονα, Op. 49, του Felix Mendelssohn Bartholdy (1809-1847). Το δεύτερο μέρος του έργου, Andante con moto tranquillo, ερμηνεύτηκε με την απαιτούμενη λυρική τρυφερότητα. Το μέρος του βιολιού κράτησε η Hana Chang και εκείνο του βιολοντσέλου, η LiLa. Δεύτερο έργο της βραδιάς υπήρξε η Σονάτα για βιολί και πιάνο αρ. 9 σε λα μείζονα, Op. 47, γνωστή ως Kreutzer, του Ludwig van Beethoven (1770-1827). Εδώ, το απαιτητικό μέρος του βιολιού επωμίσθηκε ο Guido Sant’Anna, που ανάμεσα σε άλλα επιτεύγματά του υπήρξε νικητής το 2022 του Διεθνούς Διαγωνισμού Fritz Kreisler (International Fritz Kreisler Competition), ο οποίος παίζοντας από μνήμης και απολαμβάνοντας την πολύτιμη σύμπραξη του πολύπειρου Sir András, έδωσε μία συναρπαστική ερμηνεία, γεμάτη δύναμη και δεξιοτεχνική φλόγα· στοιχεία τα οποία πραγματικά εντυπωσίασαν το ακροατήριο. Τη συναυλία σφράγισε το Κουαρτέτο με πιάνο σε μι ύφεση μείζονα, Op. 47, του Robert Schumann (1810-1856): ο Schiff και οι έγχορδοι Michael Shaham, βιολί, Noga Shaham, βιόλα, και Manuel Lipstein, βιολοντσέλο, σε θαυμάσια μεταξύ τους σύμπραξη, ανέδειξαν τον λυρισμό, τις εναλλαγές των διαθέσεων αλλά και τη συγκίνηση της γραφής. Η ιδιαίτερη ικανότητα του μουσουργού να αναπτύσσει και να μεταμορφώνει το θεματικό του υλικό, επίσης φωτίστηκε με νόημα.

Ο τενόρος Freddie De Tommaso ως Mario Cavarodossi στην όπερα “Tosca” του Giacomo Puccini. Φωτογραφία: Royal Ballet and Opera

Στις 7 Οκτωβρίου, στη σκηνή του Βασιλικού Μπαλέτου και της Όπερας (Royal Ballet and Opera), παρακολουθήσαμε παράσταση της Tosca του Giacomo Puccini (1858-1924), στη νέα παραγωγή του σκηνοθέτη Oliver Mears. Ο τελευταίος, που από το 2017 κατέχει τη θέση του Διευθυντή της Βασιλικής Όπερας, συνεργαζόμενος με τους Simon Lima Holdsworth (σκηνικά), Ilona Karas (κοστούμια) και Fabiana Piccioli (φωτισμοί), μετέφερε τη δράση της υπόθεσης στην εποχή του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και έπεισε με τις προτάσεις του και με την κίνηση των ηρώων και της χορωδίας, μη διστάζοντας να δείξει αίμα και ωμή βία σε κάποιες στιγμές (η σκηνή της εκτέλεσης του Mario Cavaradossi, αγαπημένου της Tosca, ήταν μία από αυτές). Τα σκηνικά κρίθηκαν εντυπωσιακά στην απλότητά τους, τα κοστούμια ήταν με σκέψη σχεδιασμένα και  υπήρξαν γοητευτικά και κομψά, ειδικά μάλιστα όσον αφορούσαν εκείνα της πρωταγωνίστριας, ενώ οι εύστοχοι φωτισμοί δημιουργούσαν ατμόσφαιρα. Η υψίφωνος Aleksandra Kurzak πρότεινε μία Tosca δυναμική αλλά και ευάλωτη, με φωνή ιδιαίτερα ελκυστική και προσεγμένο legato· φρόντισε για τον σωστό και ιδιωματικό σχηματισμό των μουσικών φράσεων του ρόλου. Δίπλα της, o τενόρος Freddie De Tommaso, ως Mario Cavarodossi, ρόλο τον οποίον γνωρίζει καλά (τον είχαμε παρακολουθήσει στον ίδιο ρόλο και στην ίδια σκηνή τον Δεκέμβριο του 2021 (βλ. Critics’Point, 10/2/2022), υπήρξε ηρωικός, νεανικός και άμεσος· το ζεστό ηχόχρωμα της φωνής του και η ακριβής τεχνική του, ευχαρίστησαν. Τον ρόλο του απαίσιου Βαρόνου Scarpia, αρχηγού της αστυνομίας, ο βετεράνος και αγαπημένος του διεθνούς κοινού μπασοβαρύτονος Gerald Finley απέδωσε με φωνή που έχει σε μεγάλο βαθμό διατηρήσει τις ποιότητές της· ο ίδιος φρόντισε για την ανάδειξη των σκοτεινών και ύπουλων πλευρών του χαρακτήρα που ενσάρκωσε. Τον ρόλο του Νεωκόρου ερμήνευσε με ανάγλυφο μουσικοθεατρικό οίστρο  ο βετεράνος Ιταλός βαρύτονος Alessandro Corbelli, γνωστός για τις διεθνείς επιτυχίες που είχε κατά το παρελθόν κυρίως σε ρόλους του Gioacchino Rossini, αλλά όχι μόνο. Τους βραχύτερους ρόλους απέδωσαν ανταποκρινόμενοι στο υψηλό μουσικό επίπεδο του διάσημου λυρικού θεάτρου, οι Carlo Bosi (Spoletta), Ossian Huskinson (Cesare Angelotti), Raphy Laming (νεαρός βοσκός) και Siphe Kwani (Sciarrone). Ο Τσέχος αρχιμουσικός Jakub Hrůša, που πρόσφατα ανέλαβε τη θέση του Μουσικού Διευθυντή της Βασιλικής Όπερας, πρότεινε μία όλο ενέργεια ερμηνεία, φροντίζοντας για την ανάδειξη της δραματικά ισχυρής, όπως και μελωδικά, αρμονικά και ενορχηστρωτικά ευφάνταστης παρτιτούρας· είχε στη διάθεσή του, εκτός από το προαναφερθέν λαμπρό cast, τη θαυμάσια χορωδία και την υποδειγματικής ποιότητας ορχήστρα του λυρικού θεάτρου.

 

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.