
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ) συνεχίζει να αποδεικνύει ότι διανύει περίοδο μουσικής καρποφορίας προσφέροντας στο κοινό της επιτυχημένες συναυλίες. Καλώντας διεθνούς εμβελείας ξένους αλλά και Έλληνες αρχιμουσικούς και σολίστ αποτελεί ένα σύνολο ικανό να προσφέρει υψηλών προδιαγραφών ερμηνείες. Οφείλουμε να προσθέσουμε εδώ ότι ο αριθμός των ακροατών που παρακολουθούν τις τακτικές συναυλίες της, έχει αυξηθεί εντυπωσιακά, με αρκετές από τις βραδιές να αγγίζουν ένα ιδιαίτερα ενθαρρυντικό sold out αποτέλεσμα.
Επιπλέον, πρόσφατα ανακοίνωσε τη δημιουργία μίας εξαιρετικά ενδιαφέρουσας, καλά οργανωμένης όσο και εύχρηστης ψηφιακής πλατφόρμας, με διαδικτυακή διεύθυνση hub.koa.gr, μέσα από την οποίαν το κοινό της, μπορεί, μεταξύ άλλων, να ενημερώνεται σχετικά με τις δράσεις της, την ιστορία της, τους καλλιτέχνες που είχαν συμπράξει με εκείνη κατά τις τελευταίες δεκαετίες, τη δισκογραφία της, όπως και να παρακολουθεί βιντεοσκοπημένα μέρη παλαιότερων συναυλιών της, κυρίως με έργα Ελλήνων συνθετών. Μακάρι η ενότητα της αναζήτησης παλαιότερων συναυλιών, να μπορέσει σταδιακά να εμπλουτιστεί και να καλύψει ολόκληρη την ιστορία της ορχήστρας, δηλαδή από τότε που είχε αρχίσει τις συναυλίες της ως Μαθητική Ορχήστρα του Ωδείου Αθηνών (έτος ίδρυσης, 1893) και στη συνέχεια, από το 1911, όταν εμφανιζόταν ως Συμφωνική Ορχήστρα Αθηνών.[1] Γεγονός που θα θύμιζε στους σύγχρονους ακροατές ότι οι θρυλικοί καλλιτέχνες, πολλοί προερχόμενοι από το εξωτερικό αλλά και Έλληνες που διέπρεπαν διεθνώς, οι οποίοι είχαν συνεργαστεί μαζί της, τόσο ως αρχιμουσικοί αλλά και ως σολίστ, ήταν όντως πολλοί και εκλεκτοί.
Στις 31/10, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (ΜΜΑ, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), ο Βρετανός αρχιμουσικός John Warner, κράτησε το τιμόνι της ΚΟΑ, σε συναυλία που άνοιξε με το Κοντσέρτο για βιολί, Op. 35, του Erich Wolfgang Korngold (1897-1957). Ο Σέρβος βιολονίστας Roman Simovic, που κατέχει τη θέση του εξάρχοντος (concertmaster) της Συμφωνικής Ορχήστρας του Λονδίνου (αγγλ. London Symphony Orchestra), πρότεινε μία θερμή, γεμάτη εκφραστικό λυρισμό, ανάγνωση του σολιστικού μέρους, οδηγώντας τις θαυμάσια λαξευμένες πλατιές μελωδίες επιτυχώς στην επιφάνεια και απολαμβάνοντας την προσεγμένη συνοδεία της ΚΟΑ, υπό τον Warner. Εκτός προγράμματος, ο σολίστ, μας χάρισε μία δαιμόνια εκτέλεση του πρώτου μέρους, Obsession- Prelude: poco vivace, από τη Σονάτα Op. 27, αρ. 2, Jacques Thibaud, του Eugène Ysaÿe, και στη συνέχεια, με αμείωτη δεξιοτεχνική πνοή, τη Σονάτα Op. 27, αρ. 3, Ballade, του ίδιου μουσουργού.
Το δεύτερο μέρος της βραδιάς κάλυψε η Συμφωνία αρ. 5, GMV 44, του Gustav Mahler (1860-1911). Τα μέλη της ορχήστρας και ο Warner έμοιαζαν να απολαμβάνουν κάθε στιγμή του αριστουργηματικού έργου τονίζοντας την τραγική του δύναμη (λ.χ. πρώτο μέρος, Trauermarsch, και δεύτερο, Stürmisch bewegt, mit größter Vehemenz), ωστόσο, σε στιγμές, θα επιθυμούσαμε να είχε δοθεί μεγαλύτερη προσοχή στις ισορροπίες δυναμικής μεταξύ των ορχηστρικών ομάδων και να είχαν φωτιστεί περισσότερο οι ποικίλες ενορχηστρωτικές λεπτομέρειες.

Στις 7/11, στο podium της ΚΟΑ στάθηκε η προικισμένη Εσθονή αρχιμουσικός Anu Tali. Η συναυλία τιτλοφορήθηκε Late night με την ΚΟΑ, και άρχισε στις 22.00. Η διακεκριμένη αρχιμουσικός, με κινησιολογία γεμάτη ακρίβεια, φρόντισε για την ανάδειξη του εκφραστικού πλούτου ενός προγράμματος αποτελούμενου αποκλειστικά από συνθέσεις Γάλλων μουσουργών· κατά σειρά ακρόασης: Jacques Ibert (1890-1962), Divertissement, Camille Saint-Saëns, Κοντσέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2, Op. 22, Ibert, Concertino da Camera για άλτο σαξόφωνο και σύνολο δωματίου, και Darius Milhaud (1892-1974), Το βόδι πάνω στη στέγη (γαλ. Le Bœuf sur le toit), Op. 58. Η ίδια ενθάρρυνε την πρόθυμη ΚΟΑ να αποδώσει με brio τον ξεχωριστό χαρακτήρα του κάθε έργου, ενώ από την πλευρά τους, οι δύο ταλαντούχοι σολίστ Νεφέλη Μούσουρα, πιάνο, στο δημοφιλές Κοντσέρτο του Saint-Saëns, και ο Στάθης Μαυρομάτης, σαξόφωνο, στο απολαυστικό Concertino του Ibert, επέτρεψαν στα σολιστικά τους μέρη να ρεύσουν με πειστικότητα.

Προχωρώντας, ο Κροάτης αστέρας των πλήκτρων Ivo Pogorelich υπήρξε προσκεκλημένος της ορχήστρας για τη συναυλία της που δόθηκε στις 21/11. Η βραδιά άνοιξε με τις Οκτώ παιδικές μινιατούρες για ορχήστρα, Op. 23α, του πάντα ευαίσθητου Γιώργου Σισιλιάνου (1920-2005), έργο κατά το οποίο ο αρχιμουσικός Βασίλης Χριστόπουλος φρόντισε για την ανάδειξη της ρυθμικής ποικιλίας και της φίνας ενορχήστρωσης. Στη συνέχεια, o Pogorelich, δίνοντας, όπως πάντα, μεγάλη σημασία στην παραγωγή και στις ποιότητες του ήχου, ενός ήχου με ιδιαίτερη ποικιλία δυναμικής, και επιλέγοντας αργές ταχύτητες, εξερεύνησε το σολιστικό μέρος του Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 2, Op. 18, του Sergei Rachmaninoff (1873-1943). Ο Χριστόπουλος και η ΚΟΑ κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια προκειμένου να υποστηρίξουν την απολύτως προσωπική του ερμηνευτική προσέγγιση. Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, μαέστρος και ορχήστρα, πρότειναν μία ενθουσιώδη, φορτισμένη με συναισθηματική εσωτερικότητα και ρομαντικό λυρισμό, εκτέλεση των Συμφωνικών Χορών, Op. 45, υπέροχης έμπνευσης έργο της ύστατης δημιουργικής περιόδου του ίδιου μουσουργού.

Η συναυλία που δόθηκε στις 5/12, είχε την πολυτέλεια της συμμετοχής τριών σολίστ, όσους δηλαδή απαιτεί το Κοντσέρτο για βιολί, βιολοντσέλο και πιάνο, Τριπλό, Op. 56, του Ludwig van Beethoven (1770-1827). Κατά την αθηναϊκή του παρουσίαση, ερμηνεύτηκε με ενέργεια και ώριμη μουσική σκέψη από τους Maxim Vengerov, βιολί, Steven Isserlis, βιολοντσέλο, και Θεοδοσία Ντόκου, πιάνο. Ειδικότερα, οι δύο προαναφερθέντες διάσημοι έγχορδοι έπαιξαν με αξιοσημείωτη δεξιοτεχνική ευφράδεια και υψηλή μουσικότητα, όπως εξάλλου επιβεβαιώθηκε από τους μουσικούς τους διαλόγους και τους ελκυστικούς σχηματισμούς των φράσεων, με τον καλά προβεβλημένο ήχο της Ντόκου να συμπληρώνει εύστοχα την τέχνη τους. Η ΚΟΑ, υπό τον Βρετανό αρχιμουσικό Finnegan Downie Dear, συνόδευσε με αμεσότητα και υφολογική ευστοχία. Το δεύτερο μέρος της βραδιάς, άνοιξε η Ραψωδία για ορχήστρα, Taras Bulba, του Leoš Janáček· εδώ, ορχήστρα και μαέστρος, έδωσαν ιδιαίτερη προσοχή στην ανάδειξη του αφηγηματικού χαρακτήρα του έργου. Τη συναυλία σφράγισε το χορογραφικό ποίημα για ορχήστρα με τίτλο, La Valse, του Maurice Ravel (1875-1937), ερμηνευμένο με αρκετή προσοχή στους χορευτικούς ρυθμούς, ωστόσο, σε στιγμές απουσίαζαν τα ηχοχρώματα, η απαραίτητη αισθησιακή «γαλλικότητα» στην έκφραση και το élan. Το 2025 συμπληρώθηκαν 150 χρόνια από τη γέννηση του εν λόγω μεγάλου Γάλλου μουσουργού και με αφορμή το γεγονός, η συναυλία έλαβε τον τίτλο 150 χρόνια από τη γέννηση του Maurice Ravel· βεβαίως, δεν μπορούμε να κρύψουμε ότι θα περιμέναμε ένα εκτενέστερο ειδικό αφιέρωμα στον Δάσκαλο, το οποίο θα ξεπερνούσε κατά πολύ σε διάρκεια τα περίπου 12-13 λεπτά της θεσπέσιας παρτιτούρας του La Valse.

Στις 12/12, η ΚΟΑ, υπό τη διεύθυνση του Γάλλου αρχιμουσικού Adrien Perruchon, άνοιξε τη συναυλία της με μία ευθύβολη και ρυθμικά σωστή ερμηνεία του έργου Οι Λησμονημένες προσφορές (γαλλ. Les Offrandes oubliées) του Olivier Messiaen (1908-1992). Στη συνέχεια, ο δεξιοτέχνης Γάλλος οργανίστας Vincent Dubois, που κατέχει τη ζηλευτή θέση του οργανίστα του μεσαιωνικού Καθεδρικού Ναού της Παναγίας των Παρισίων (γαλλ. Notre-Dame de Paris), ερμήνευσε με μουσικότητα και διαυγή άρθρωση το σολιστικό μέρος του Κοντσέρτου για εκκλησιαστικό όργανο και ορχήστρα, Op. 7, αρ. 4, HWV 309, του George Frideric Handel (1685-1759). Το εκκλησιαστικό όργανο που χρησιμοποιήθηκε ήταν ένα φορητό, του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών. Προς έκδηλη απογοήτευση όλων, λόγω τεχνικής βλάβης του κυρίως εκκλησιαστικού οργάνου της αιθούσης, τελικά δεν παίχτηκε η εκπληκτικής έμπνευσης Symphonie concertante για εκκλησιαστικό όργανο και ορχήστρα, Op. 82, του Joseph Jongen (1873-1953), που αποτελούσε το κυρίως έργο της συναυλίας και κατά το οποίο θα είχαμε την ευκαιρία να εκτιμήσουμε πλήρως τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του Dudois. Σε κάθε περίπτωση, ελπίζουμε κατά το προσεχές μέλλον, να προσκληθεί εκ νέου ο λαμπρός οργανίστας και να μας παρουσιάσει το ίδιο έργο. Τη σύνθεση του Jongen, αντικατέστησε την τελευταία στιγμή η κοσμαγάπητη Συμφωνία αρ. 5, Op. 67, του Ludwig van Beethoven (1770-1827), που δίχως να έχει προβαριστεί επαρκώς, έλαβε μία συνεπή ανάγνωση.

Ολοκληρώνοντας το σημερινό μας μουσικοκριτικό σημείωμα, θα αναφερθούμε στην παρουσίαση, σε συναυλιακή μορφή (η οποία, τελικά, υπήρξε ημισκηνοθετημένη, αφού οι τραγουδιστές προχώρησαν σε κινήσεις των χεριών τους και σε χαρακτηριστικές εκφράσεις του προσώπου τους), της εμβληματικής όσο και ρηξικέλευθης μονόπρακτης όπερας Σαλώμη, Op. 54, του Richard Strauss (1864-1849, σε libretto της Hedwig Lachmann, 1865-1918, βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Oscar Wilde, 1854-1900), που παρακολουθήσαμε στις 23/12, πάντα στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης του ΜΜΑ.
Η διάσημη Ρωσίδα υψίφωνος Elena Stikhina στον ρόλο του τίτλου, όπως εξάλλου αναμενόταν, κέρδισε της εντυπώσεις. Πρόκειται για ρόλο τον οποίον έχει ερμηνεύσει επανειλημμένως σε διάφορα ονομαστά λυρικά θέατρα του κόσμου και τον οποίον ασφαλώς έχει κατακτήσει. Η φωνή της, πλούσιων ηχοχρωματικών ποιοτήτων, μεγάλη και μεστή, κρίθηκε απολύτως κατάλληλη για το μέρος της νεαρής πριγκίπισσας και τραγικής femme fatale· η καλλιτέχνις απέδωσε με προσοχή και νόημα τα αντικρουόμενα συναισθήματα αυτής, υποβάλλοντας μία ξεχωριστή ερμηνεία του τελικού μονολόγου (Ah! Ich habe deinen Mund geküsst, Jochanaan). Έδωσε έμφαση στην τρομακτική και αποκρουστική ψυχοσύνθεση της εμμονικής Σαλώμης, που τελικά πετυχαίνει τον σκοπό της, να αποκεφαλιστεί ο Προφήτης και να τον φιλήσει στο στόμα.
Ο βαρύτονος Δημήτρης Τηλιακός απέδωσε τον ρόλο του Ιωάννη Βαπτιστή (γερμ. Jochanaan) με έμπειρη γνώση και την απαιτούμενη επιβλητική εκφραστικότητα.

Ο Ηρώδης του Αυστριακού τενόρου Wolfgang Ablinger-Sperrhacke κρίθηκε αξιοθαύμαστος από την αρχή μέχρι το τέλος· ήταν υποδειγματικά αιχμηρός και ανάγλυφος, με στιγμές νευρωτικής αγωνίας, ανησυχίας και συναισθηματικής αμφισημίας. Οι λέξεις του libretto αναδεικνύονταν από τον καλλιτέχνη με τη σωστή ψυχοδραματική ένταση. Η δυνατή και άψογα προβεβλημένη φωνή του, με αξιοσημείωτη άνεση στην υψηλή της περιοχή, εύκολα επιβαλλόταν στον τεράστιο ηχητικό όγκο της ορχήστρας του Strauss. Η ανατριχιαστική τελική φράση του Ηρώδη, Man töte dieses Weib!, όπου δίνει στους στρατιώτες την εντολή «να θανατωθεί αυτή η γυναίκα», ήχησε, όπως όφειλε, σαν έντονη κραυγή φρίκης, αηδίας και τρόμου! Σίγουρα δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίο το γεγονός ότι ο Ablinger-Sperrhacke έχει επαινεθεί ιδιαίτερα για την ερμηνεία του ρόλου, που έχει ενσαρκώσει σε διεθνή λυρικά θέατρα.
Η διεθνώς καταξιωμένη υψίφωνος Κατερίνα Οικονόμου, γεννημένη στην Τασκένδη από Έλληνες γονείς, άλλοτε αγαπημένη συνεργάτιδα του αξέχαστου αρχιμουσικού Σπύρου Αργύρη,[2] είχε στο παρελθόν διακριθεί ως άξια ενσαρκώτρια του ρόλου της Σαλώμης. Μάλιστα, το 1984 σημείωσε το ντεμπούτο της σε αυτόν ακριβώς τον ρόλο εμφανιζόμενη στο Κρατικό Θέατρο του Würzburg. Αυτή τη φορά, ύστερα από πολύχρονη απουσία της από τις μεγάλες αθηναϊκές αίθουσες, επωμίσθηκε τον ρόλο της Ηρωδιάδος προσφέροντας μία ερμηνεία που υπογράμμιζε τη δηκτική, ενίοτε υστερική, εκδικητική και πάντως κακόβουλη, διάθεση της μητέρας της Σαλώμης.

Στον ρόλο του Narraboth, νεαρού Σύριου αρχηγού της φρουράς, ο τενόρος Βασίλης Καβάγιας ευχαρίστησε ερμηνεύοντας με μουσικότητα και συναίσθημα, αποδίδοντας εύστοχα το μοιραίο και καταστροφικό πάθος του ήρωα για τη Σαλώμη.
Τους συντομότερους ρόλους απέδωσαν με προφανή εκφραστικότητα, ρυθμική ακρίβεια και μουσική εγρήγορση, στοιχεία τόσο σημαντικά ιδίως για την ορθή ερμηνεία του πολύπλοκου και τεχνικά απαιτητικού ensemble (κουιντέτου) των Ιουδαίων, οι: Καβάγιας (1ος Ιουδαίος), Ανδρέας Καραούλης (2ος Ιουδαίος), Γιάννης Φίλιας (3ος Ιουδαίος), Διονύσης Μελογιαννίδης (4ος Ιουδαίος), Διονύσης Τσιαντίνης (5ος Ιουδαίος/Καππαδόκης), Νεφέλη Κωτσέλη (Ακόλουθος/1ος Σκλάβος), Γιάννης Σελητσανιώτης (1ος Ναζωραίος/2ος Στρατιώτης) και Αλέξανδρος Λούτας (1ος Στρατιώτης).
Η ΚΟΑ, ενισχυμένη σε αριθμό μελών (η παρτιτούρα απαιτεί μία υπερμεγέθη ορχήστρα, που αριθμεί άνω των 100 μουσικών), υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού, αντιμετώπισε σθεναρά τις προκλήσεις της επικής όσο και πολυδαίδαλης παρτιτούρας· υπέβαλε μία εκτέλεση εντυπωσιακή, εστιάζοντας στο κτίσιμο των μεγάλων δραματικών παραγράφων, στην ανάδειξη της καινοτόμας αρμονικής γλώσσας αλλά και της συναρπαστικής χρήσης των εξαγγελτικών μοτίβων. Θα επιθυμούσαμε ίσως να είχε δοθεί ακόμη μεγαλύτερη προσοχή στην εξερεύνηση της τόσο ευφάνταστης ορχηστρικής ηχοχρωματικής παλέτας, συχνά ιδιαιτέρως εκλεπτυσμένης, πάντα σοφά και δεξιοτεχνικά επεξεργασμένης. Η ερμηνεία του περίφημου Χορού των Επτά Πέπλων (γερμ. Tanz der sieben Schleier), υπήρξε εύστοχη στην ανάδειξη της αρχικά άγριας και εκστατικής έντασης (Sehr schnell und heftig, δηλ. πολύ γρήγορα και βίαια, όπως επισημαίνει η παρτιτούρα κατά την έναρξη του χορού προκειμένου να δοθεί η αίσθηση μίας εκρηκτικά φορτισμένης ψυχολογικής κατάστασης), ενώ λίγο αργότερα, στις πιο αργές παραγράφους (λ.χ. ziemlich langsam, δηλ. σχετικά αργά), η ΚΟΑ πέτυχε να υπογραμμίσει το αισθησιακό κλίμα, που ασφαλώς κέρδιζε σε σαγηνευτική διάθεση, και να μας δώσει την ευκαιρία να εκτιμήσουμε την επιμελή απόδοση των πνευστών της.
[1] Η πρώτη συναυλία της ορχήστρας με την παρούσα ονομασία της, δόθηκε στις 28 Φεβρουαρίου 1943.
[2] Η Σαλώμη υπήρξε η τελευταία όπερα που διηύθυνε ο πρόωρα χαμένος διαπρεπής αρχιμουσικός Σπύρος Αργύρης (1948-1996). Η παραγωγή ανέβηκε στο Teatro Carlo Felice της Genova, τον Ιανουάριο του 1996.