Ο στοχαστής των πλήκτρων Francesco Piemontesi ερμηνεύει Schubert και Liszt στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Ο πιανίστας Francesco Piemontesi. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης
Ο πιανίστας Francesco Piemontesi. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

 

Κατά την πρώτη έκδοσή της, η τετραμερής Σονάτα για πιάνο, D 894 (Op. 78), έργο που ο Franz Schubert συνέθεσε το 1826, κυκλοφόρησε σε τέσσερα τεύχη, σαν να επρόκειτο για διαφορετικά έργα. Αυτή ήταν μία απόφαση του γνωστού εκδότη (και συνθέτη) Tobias Haslinger, συνεργάτη και άλλων επιφανών συνθετών όπως ήταν οι Ludwig van Beethoven, Johann Nepomuk Hummel, Carl Maria von Weber, Frédéric Chopin και Franz Liszt. Ο λόγος της επιλογής ήταν καθαρά εμπορικός, ώστε το έργο να μπορέσει ευκολότερα να φθάσει στα χέρια ενός ευρύτερου φιλόμουσου κοινού και να ερμηνευτεί από εκείνο. Υπήρξε η τελευταία Σονάτα για πιάνο που εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της τραγικά σύντομης ζωής του μουσουργού και ήταν αφιερωμένη στον στενό φίλο του, Joseph Edler von Spaun, Αυστριακό ευγενή, Αυτοκρατορικό και Βασιλικό Σύμβουλο.

Ο διαπρεπής Ελβετός πιανίστας Francesco Piemontesi επέλεξε το εν λόγω έργο για το πρώτο μέρος του Αθηναϊκού του ρεσιτάλ, που παρακολουθήσαμε στις 24 Ιανουαρίου (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης). Πρότεινε μία ιδιαίτερα ελκυστική ανάγνωση. Συγκεκριμένα, με αισθαντικότητα και προσοχή ανέδειξε την ήρεμη δύναμη και τον λυρισμό του πρώτου μέρους, Molto moderato e cantabile, τις έντονες αντιθέσεις του δεύτερου μέρους, Andante, τον εκλεπτυσμένο ρυθμικό χαρακτήρα του τρίτου μέρους, Menuetto: Allegro moderato – Trio, όπως και την αυθόρμητη αισιοδοξία του τέταρτου μέρους, Allegretto, που είναι γραμμένο στη φωτεινή τονικότητα της σολ μείζονος. Αξίζει να θυμίσουμε ότι ανάμεσα στους επιφανείς Δασκάλους του Piemontesi υπήρξε και ο αξέχαστος Alfred Brendel, μέγας λάτρης του Schubert, του οποίου η ουσιαστική και απέριττη αισθητική προσέγγιση των αριστουργημάτων του μουσουργού έχει αφήσει τη σφραγίδα της στις αναγνώσεις του νεότερου καλλιτέχνη.

Το δεύτερο μέρος της βραδιάς καλύφθηκε από το Πρώτο έτος: Ελβετία (γαλλ. Première année : Suisse, S. 160), αντλημένο από τον κύκλο με γενικό τίτλο Χρόνια προσκυνήματος (γαλλ. Années de pèlerinage) που συνέθεσε ο Franz Liszt εμπνευσμένος από τα ταξίδια του. Τα τρία τεύχη του συνολικού έργου, που με τη σειρά τους αποτελούνται από αυτόνομα μέρη,  ανήκουν στις μεγάλες σελίδες της πιανιστικής φιλολογίας. Πολλοί πιανίστες έχουν εντάξει στο ρεπερτόριό τους κομμάτια από τα τρία βιβλία, ενώ άλλοι έχουν ερμηνεύσει τον πλήρη κύκλο.

Ας μας επιτραπεί για ακόμη μία φορά να θυμηθούμε τον Brendel, που με τόσο ενδιαφέρον και ειλικρινή αγάπη έσκυψε πάνω από πολλές παρτιτούρες του Liszt, ανάμεσα στις οποίες ήταν και εκείνες των τριών τευχών των Χρόνων Προσκυνήματος, που μάλιστα ηχογράφησε με μεγάλη επιτυχία.

Μέχρις ώρας ο Piemontesi έχει παρουσιάσει στο κοινό και ηχογραφήσει τα δύο πρώτα Χρόνια του κύκλου, Ελβετία, το 2018, και Ιταλία (γαλλ. Deuxième année : Italie, S. 161), το 2019.

Κατά το πρόσφατο ρεσιτάλ του στο Μέγαρο ξεδίπλωσε το Πρώτο Έτος με αξιοσημείωτη τέχνη. Ειδικότερα, η οξυμμένη αισθαντικότητα της ποιητικής του προσέγγισης είχε πολλά να προσφέρει σε μέρη όπως τα Chapelle de Guillaume Tell και Pastorale. Η στοχαστική του σκέψη φώτισε με εύγλωττο τρόπο μέρη όπως τα Au lac de Wallenstadt και Vallée d’Obermann. Το στοιχείο της μελαγχολίας, τόσο διάχυτο στη ψυχοσύνθεση του μουσουργού, υπογραμμίστηκε με σαφήνεια. Επίσης, η εντυπωσιακή τεχνική δεινότητα του πιανίστα έλαμψε σε μέρη όπως το Orage.

Ο ίδιος κατάφερε να μας μεταφέρει την τόσο ουσιώδη αίσθηση της διαδρομής, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο μέρος της παρτιτούρας, καθοδηγώντας και ξεναγώντας μας με αποκαλυπτικό και ιδιωματικό τρόπο στις εικόνες και στα ψυχογραφικά τοπία που εμπεριέχονται σε αυτήν. Ανέδειξε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα κάθε μέρους με ορθότητα σκέψης και ενδιαφέρον. Ως Ελβετός, είχε έναν επιπλέον λόγο να νιώσει την ατμόσφαιρα του έργου, πιο κοντά στην καρδιά του.

Εκτός προγράμματος, πρότεινε με περίσσεια μουσικότητα και προσοχή, αρχικά το Χορικό Wachet auf, ruft uns die Stimme, BWV 645, του Johann Sebastian Bach, σε μεταγραφή του Wilhelm Kempff[1] (εδώ, ισορρόπησε υποδειγματικά τις τρείς φωνές που κινούνται αντιστικτικά μεταξύ τους: δηλαδή τη μελωδία του χορικού, τη ρέουσα μεσαία φωνή-αντίθεμα και το μπάσο), και στη συνέχεια, το συναρπαστικό όσο και τεχνικά περίπλοκο Πρελούδιο με τίτλο Feux d’Artifice (δωδέκατο και τελευταίο από το Δεύτερο Τεύχος), του Claude Debussy.

 

Ο πιανίστας Francesco Piemontesi. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

 

 

 

 

[1] Το ίδιο έργο είχε παίξει ο Piemontesi, πάλι εκτός προγράμματος, κατά την αμέσως προηγούμενη εμφάνισή του στην Αθήνα, η οποία είχε σημειωθεί στις 10 Ιουλίου 2025, στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού και στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών (βλ. Critics’ Point, 6 Αυγούστου 2025).

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.