Schumann και Rachmaninov από την πολύτιμη Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Η πιανίστα Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης
Η πιανίστα Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Η Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου έχει διανύσει μία μακρά και από κάθε άποψη εκπληκτική καλλιτεχνική πορεία. Ανήκει στις πλέον διακεκριμένες μορφές της σύγχρονης διεθνούς μουσικής σκηνής. Εδώ και πολλά χρόνια έχει αναπτύξει μία σημαντική δισκογραφική παραγωγή, ενώ από το 2018 και μέχρι σήμερα ηχογραφεί συστηματικά το σταθερό της ρεπερτόριο για λογαριασμό της βρετανικής εταιρείας FHR (First Hand Records), από την οποία έχουν κυκλοφορήσει έξι albums μέχρι στιγμής. Βεβαίως, το ρεπερτόριο της φιλέρευνης μουσικού συνεχώς διευρύνεται.

Ομολογούμε, ότι είχαμε καιρό να την απολαύσουμε «ζωντανά» σε ρεσιτάλ στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Πρόσφατα, λοιπόν, στις 11 Φεβρουαρίου, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, μας δόθηκε η ευκαιρία να την εκτιμήσουμε σε έργα του λατρεμένου της Robert Schumann  και του Sergei Rachmaninov.

Παρενθετικά θυμίζουμε ότι η Παπαστεφάνου είχε την ευκαιρία να μελετήσει κοντά στον Alfred Brendel, που αναφερόταν πάντα επαινετικά στο παίξιμό της. Επιπλέον, ανάμεσα στους καθηγητές της, θα πρέπει να αναφερθεί και ο György Sebök· οι δύο κορυφαίοι αυτοί πιανίστες και παιδαγωγοί, έπαιξαν ιδιαίτερο ρόλο στη διαμόρφωση της μουσικής σκέψης της, γεγονός που πάντα διαφαίνεται μέσα από τις ερμηνείες της.

Με ιδιαίτερη συγκίνηση και ενδιαφέρον την ακούσαμε μέσα σε μία κατάμεστη αίθουσα, κατά το πρώτο μέρος να ερμηνεύει δύο έργα του Schumann, τα Blumenstück, Op. 19, και τις Συμφωνικές Σπουδές (γαλλ. Études Symphoniques), Op. 13. Η ιδιαίτερη μουσική αντίληψη, η ευαισθησία, αλλά και η απόλυτη εξοικείωσή της με το πνεύμα του μουσουργού, ήταν στοιχεία αξιοσημείωτα καθ’ όλη τη διάρκεια των εκτελέσεων.

Είχες την αίσθηση ότι η Παπαστεφάνου δεν ερμήνευε απλώς τα έργα, έκανε κάτι περισσότερο και ακόμη σημαντικότερο, βρισκόταν σε έναν συνεχή διάλογο με τον μουσουργό και μέσα από αυτή τη στενή επαφή άφηνε τη μουσική να ρεύσει με μία συναρπαστική φυσικότητα.

Κατά το εναρκτήριο Blumenstück επέτρεψε στις διαφορετικές παραγράφους να κυλήσουν με άνεση και με την απαραίτητη γοητεία που αποζητά τούτο το έργο, γραμμένο το 1839, όταν ο Schumann βρισκόταν στη Βιέννη. Τα cantabile θέματα έφθαναν με αμεσότητα στην επιφάνεια.  Ήταν πράγματι κρίμα, που ορισμένα μέλη του ακροατηρίου (όπως δυστυχώς συμβαίνει τόσο συχνά στη χώρα μας), βιάστηκαν να χειροκροτήσουν πριν ακόμη σβήσει το τελευταίο μέτρο καταστρέφοντας έτσι με εντελώς βέβηλο και βίαιο τρόπο το νόημα της τόσο σημαντικής fermata που ο συνθέτης σημειώνει πάνω από την καταληκτική συγχορδία.

Η επόμενη σύνθεση που ακούσαμε, οι Συμφωνικές Σπουδές, μία από τις μεγαλύτερες δημιουργίες του Schumann, είναι αφιερωμένη στον Βρετανό συνθέτη William Sterndale Bennett[1], που υπήρξε στενός φίλος του Schumann και ασφαλώς ο σπουδαιότερος Βρετανός συνθέτης του 19ου αιώνα. Ο Bennett ήταν επίσης επιστήθιος φίλος, μαθητής και προστατευόμενος του Felix Mendelssohn Bartholdy, το ύφος και η σκέψη του οποίου τον επηρέασαν στη  διαμόρφωση της προσωπικής του γλώσσας. Σε συνέχεια και σε ανταπόδοση της αφιέρωσης του έργου του Schumann προς εκείνον, ο Bennett με τη σειρά του, αφιέρωσε στον Schumann τη Fantaisie, Op. 16, έργο υπέροχης έμπνευσης, αλλά και ιδιαζόντως προχωρημένων τεχνικών απαιτήσεων (λ.χ. δεύτερο μέρος, ένα ορμητικό παθιασμένο Scherzo, και τέταρτο μέρος, ένα εξαιρετικά ανήσυχο Presto agitato). Τολμούμε να προτείνουμε στην κυρία Παπαστεφάνου, σε κάποιο από τα επόμενα ρεσιτάλ της, να συνδυάσει τα εν λόγω δύο έργα, κάτι που, από όσο είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε, ουδείς ομότεχνός της έχει πράξει, τουλάχιστον κατά τις τελευταίες δεκαετίες. Η προσθήκη κατά το ίδιο ρεσιτάλ κάποιων έργων του θεϊκού Mendelssohn, ενδεχομένως των ερμηνευτικά τόσο εύφορων Παραλλαγών Op. 82 ή Op. 83 ή ακόμη και εκείνων των διάσημων Op. 54, Variations sérieuses, θα συμπλήρωναν εξαιρετικά το πρόγραμμα.

Η πολύτιμη πιανίστα πρότεινε μία ολοκληρωμένη, εξαίσιας αμεσότητας και ακρίβειας ερμηνεία των Συμφωνικών Σπουδών φωτίζοντας με φαντασία και στοχασμό κάθε μία από τις δώδεκα σπουδές (παραλλαγές), όπως και τις πέντε posthumes, που έπαιξε ανάμεσα στις Σπουδές αρ. 7 (Allegro molto) και αρ. 8 (Grave).  Με πόση εκφραστική ευφράδεια και σαφήνεια πέτυχε να υπογραμμίσει τον διαφορετικό χαρακτήρα κάθε μίας. Όπως και κατά το προηγούμενο έργο που παρουσίασε, έτσι και εδώ, παρέμεινε μακριά από κάθε υπερβολή, αναζητώντας τις βαθύτερες σκέψεις και αγωνίες του δημιουργού. Οι μεταμορφώσεις του μουσικού υλικού, οι μύχιες σουμανικές σκέψεις, τα ρητορικά σχήματα, αλλά και οι φλογερές δεξιοτεχνικές σελίδες (λ.χ. Σπουδή αρ. 10, Allegro) της πολυδαίδαλης παρτιτούρας, ευτυχούσαν στα δάχτυλά της και αντιμετωπίζονταν με ώριμη έγνοια, σπάνια γνώση και υψηλό επαγγελματισμό.

Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, η Παπαστεφάνου επέλεξε να ερμηνεύσει μία επιλογή από σπουδές αντλημένες από τους δύο κύκλους υπό τον γενικό τίτλο Études-Tableaux, Op. 33 και Op. 39, του Sergei Rachmaninov, που ολοκληρώθηκαν αντίστοιχα το 1911 και το 1916-1917. Η σειρά με την οποία παρουσίασε τις σπουδές ήταν η ακόλουθη: Op.33 αρ.1, Op. 39 αρ.1-3, Op. 33 αρ. 6-7, Op. 39 αρ. 5 και Op. 33 αρ. 8-9. Ο ανεξάντλητος λυρισμός τους, η μελωδικότητα, τα έξοχα δουλεμένα ρυθμικά σχήματα, η εξερεύνηση της αρμονίας και οι αναζητήσεις νέων, πρωτότυπων, αρμονικών συνδυασμών, ήταν στοιχεία που αναδείχθηκαν με ιδιαίτερη διάθεση από την ίδια. Τα πλούσια εκφραστικά της μέσα, αξιοποιήθηκαν με θαυμαστό τρόπο και εδώ.

Εκτός προγράμματος, ανταποκρινόμενη στις δικαιολογημένες επευφημίες του κοινού, η αγαπημένη πιανίστα, μας καληνύχτισε με τρία encores, όλα, όπως έπρεπε, του Schumann και ερμηνευμένα με τον αναμενόμενο ιδιωματικό τρόπο: Intermezzo από το έργο Faschingsschwank aus Wien, Op. 26, Chopin, από το έργο Carnaval, Οp. 9, και Des Abends, από το έργο Fantasiestücke, Op. 12.

Η πιανίστα Αλεξάνδρα Παπαστεφάνου. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

 

[1] Ο συντάκτης του κριτικού κειμένου προετοιμάζει ειδική μελέτη πάνω στη ζωή και το έργο του William Sterndale Bennett, η οποία θα περιλαμβάνει ικανό αριθμό αδημοσίευτων επιστολών.

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.