
Το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών πρότεινε σειρά υψηλών προδιαγραφών συναυλιών λόγιας μουσικής, οι οποίες μπορεί να μην ήταν πολλές σε αριθμό, ωστόσο κρίθηκαν ιδιαίτερα ποιοτικές.
Στις 6/7 , για πρώτη φορά στην ιστορία της, εμφανίστηκε στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού, η ιδρυμένη το 1893 Φιλαρμονική του Μονάχου, μία από τις σημαντικότερες ευρωπαϊκές ορχήστρες, υπό τη διεύθυνση του Κολομβιανού αρχιμουσικού (και βιολονίστα) Andrés Orozco-Estrada.
Το πρώτο μέρος της συναυλίας καλύφθηκε από το Κοντσέρτο για βιολί, Op. 77, του Johannes Brahms. Σολίστ ήταν η Αμερικανίδα βιολονίστα Hilary Hahn, η οποία υποστήριξε μία ολύμπιας έμπνευσης ερμηνεία του επικού έργου. Ανέδειξε με πνοή και απόλυτη ιδιωματική έκφραση τη ρωμαλέα δραματικότητα του πρώτου μέρους, Allegro non troppo, τον συγκινητικό λυρισμό του δεύτερου μέρους, Adagio, αλλά και την αισιόδοξη ατμόσφαιρα του δεξιοτεχνικού τρίτου μέρους, Allegro giocoso, ma non troppo vivace-Poco più presto. Ο θερμός ήχος και το γενναιόδωρο vibrato της συνδυάστηκαν λαμπρά με εκείνον τον βαθύ και γεμάτο αίσθημα ήχο της ιστορικής ορχήστρας, υπό τη γεμάτη ενέργεια διεύθυνση του Orozco-Estrada. Εκτός προγράμματος η καλλιτέχνις πρότεινε, όπως αναμέναμε, μία σελίδα του λατρεμένου Johann Sebastian Bach: τη μελαγχολική Sarabande, τρίτο μέρος από την Παρτίτα για σόλο βιολί αρ. 2, BWV 1004, ερμηνευμένη με την απαραίτητη στοχαστική διάθεση.
Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, η Φιλαρμονική του Μονάχου εκτέλεσε τη Συμφωνία αρ. 9, Του Νέου Κόσμου, Op. 95, B. 178, που αποτελεί το δημοφιλέστερο έργο του Τσέχου μουσουργού Antonín Dvořák. O Orozco-Estrada και οι μουσικοί της ορχήστρας παρέδωσαν μία ερμηνεία που τίμησε τον επικό χαρακτήρα του έργου, τις μεγάλες μουσικές παραγράφους με τις έξοχα δουλεμένες μελωδίες και τους ζωηρούς ρυθμούς, όπως και τη θεσπέσια ενορχήστρωση, που αξιοποιεί τα ηχοχρώματα των πνευστών (λ.χ. διάλογοι μεταξύ των οργάνων ή των ορχηστρικών ομάδων κατά το πρώτο μέρος, Adagio–Allegro molto, ή κατά το νοσταλγικό δεύτερο μέρος, Largo). Ωστόσο, η υιοθέτηση εκ μέρους του μαέστρου ορισμένων μάλλον υπερβολικών ritardandi κατά τους σχηματισμούς φράσεων ή παραγράφων, ιδίως του πρώτου μέρους, μα όχι μόνον, όπως και η επιβολή κάποιων αφύσικων rubati, ιδίως μάλιστα σε σημεία κατά τα οποία η μουσική αποζητούσε μία αβίαστη ροή, δεν κρύβουμε ότι μας προβλημάτισε. Όμως, η συνολικά επιτυχημένη ερμηνεία και κυρίως η απόδοση της ορχήστρας υπήρξαν αξιοθαύμαστα στοιχεία τα οποία κρατάμε. Ειρήσθω εν παρόδω ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε ότι πριν από πολλά χρόνια, κατά το μακρινό 1986 και συγκεκριμένα στις 9/7 εκείνου του έτους, ο συντάκτης του παρόντος σημειώματος, σε εφηβική ηλικία και συνοδευόμενος από τη διακεκριμένη υψίφωνο και θεία του (αδελφή της μητέρας του), Αντιγόνη Σγούρδα, είχε την τύχη πάλι στο Ηρώδειο και στο πλαίσιο του τότε Φεστιβάλ Αθηνών, να ακούσει την εν λόγω Συμφωνία από τη Φιλαρμονική της Τσεχίας, υπό τη διεύθυνση του μέγα Τσέχου αρχιμουσικού Václav Neumann (1920-1995, ο οποίος κατά την περίοδο 1968-1989 ήταν κύριος αρχιμουσικός της Φιλαρμονικής της Τσεχίας)˙ εκείνη η εκτέλεση είναι που παραμένει βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του, ως ασφαλώς η πλέον ιδιωματική, επιβλητική, αλλά και συγκινητική, από όσες έχει ακούσει μέχρι σήμερα συναυλιακά.
Εκτός προγράμματος, από τη Φιλαρμονική του Μονάχου προσφέρθηκε ο Ουγγρικός Χορός αρ. 5 του Brahms, σε μία ενθουσιώδη ερμηνεία, σε σημεία της οποίας, για τον γράφοντα κακώς, ο μαέστρος ενθάρρυνε το κοινό να υπογραμμίσει τον ρυθμό χτυπώντας παλαμάκια.

Προχωρώντας, μερικές μέρες αργότερα, στις 10/7 και πάντα στον ίδιο χώρο, παρακολουθήσαμε συναυλία της Chamber Orchestra of Europe (COE), που ιδρύθηκε το 1981 από μέλη της Ορχήστρας Νέων της Ευρωπαϊκής Κοινότητας (αγγλ. European Community Youth Orchestra), οι οποίοι λόγω ηλικίας δεν μπορούσαν να συμμετέχουν στην τελευταία. Κατά τη διάρκεια της πορείας της COE, πολλοί μεγάλοι μαέστροι και σολίστ συνεργάστηκαν μαζί της. Ειδικά οι συμπράξεις της με τους αξέχαστους αρχιμουσικούς Claudio Abbado και Nikolaus Harnoncourt υπήρξαν ιδιαίτερα καρποφόρες, όπως εξάλλου μαρτυρούν οι πολλές ηχογραφήσεις τους. Επιπλέον, θυμίζουμε ότι μόλις κατά το περσινό Φεστιβάλ Αθηνών (Ηρώδειο, 30/6) είχαμε παρακολουθήσει επιτυχημένη εμφάνιση του ίδιου συνόλου, υπό τη διεύθυνση του Sir Simon Rattle (βλ. Critics-Point, 27/7).
Κατά την πρόσφατη συναυλία, το τιμόνι της ορχήστρας κράτησε ο αρχιμουσικός Κωνσταντίνος Καρύδης, που εδώ και πολλά χρόνια ζει στη Γερμανία και σταδιοδρομεί διεθνώς. Η βραδιά άνοιξε με το έργο, Ω φως αφεγγές! – Ωδή στον Οιδίποδα, του Περικλή Κούκου, ο οποίος άντλησε τα θεματικά στοιχεία από τη μουσική που είχε συνθέσει για την παράσταση του Οιδίποδα επί Κολωνό, η οποία είχε ανέβει στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου κατά το έτος 2005 (29 και 30/7). Ο Καρύδης ενθάρρυνε την ορχήστρα να αναδείξει τα ρυθμικά σχήματα της παρτιτούρας, ενώ η εκφραστική συμβολή του βαρύτονου Τάση Χριστογιαννόπουλου υπήρξε όντως αξιέπαινη.
Στη συνέχεια, ο διαπρεπής Ελβετός πιανίστας Francesco Piemontesi βούτηξε στα βαθιά νερά του Κοντσέρτου αρ. 2, S. 125, του Franz Liszt οδηγώντας στην επιφάνεια με αυτοπεποίθηση και εξαιρετική μουσικότητα τις στιγμές αριστοκρατικής μεγαλοπρέπειας, αλλά και εκείνες τις σχεδόν οπερατικού λυρισμού φράσεις. Πράγματι, η σκέψη, το γούστο και ο έλεγχος των εκφραστικών μέσων του Piemontesi είχαν πολλά να προσφέρουν στις καλολαξευμένες σελίδες του έργου. Η διευρυμένη σε αριθμό μελών ορχήστρα, υπό τον Καρύδη, τον υποστήριξε με υποδειγματική συνέπεια. Εκτός προγράμματος, ο σολίστ έπαιξε με υπέροχη συγκέντρωση και προσοχή στον φωτισμό των φωνών, το χορικό πρελούδιο Wachet auf, Ruft uns die Stimme, BWV 645, του Bach, σε μεταγραφή (από εκκλησιαστικό όργανο, για πιάνο) του σπουδαίου οραματιστή πιανίστα Wilhelm Kempff.
Το δεύτερο μέρος της συναυλίας άνοιξε με την άρια Music for a While (Η μουσική για λίγο), από τη σκηνική μουσική για την τραγωδία του Οιδίποδα, Ζ. 583, του Henry Purcell, στην εναρμόνιση για βαρύτονο και πιάνο του Benjamin Britten. Ο Χριστογιαννόπουλος και η πιανίστα Σοφία Ταμβακοπούλου απέδωσαν το έργο με νόημα και με προσοχή στο ύφος.
Η συναυλία έκλεισε με τη Φανταστική Συμφωνία (γαλλ. Symphonie Fantastique), Op. 14, του Hector Berlioz, σε μία προσεγμένη ανάγνωση που ανέδειξε με ενδιαφέρον τα περιγραφικά στοιχεία και την ιδιάζουσα, απολύτως πρωτοποριακή για την εποχή της (1830), ενορχήστρωση.

Συνεχίζοντας, μία ακόμη αρκετά διευρυμένη σε αριθμό μελών ορχήστρα δωματίου ακούσαμε στις 15/7. Ο λόγος για την Gustav Mahler Chamber Orchestra (MCO), ιδρυμένη το 1997 από πρώην μέλη της Gustav Mahler Youth Orchestra, που ακριβώς όπως και η Chamber Orchestra of Europe, διατηρούσε στενότατους δεσμούς με τον αρχιμουσικό Abbado.
Η υψηλή ερμηνευτική κλάση της, φάνηκε από τα πρώτα μέτρα της Εισαγωγής στον Κοριολανό, Op. 62, του Ludwig van Beethoven, με την οποία άνοιξε η βραδιά. Έχοντας τον ικανότατο Γερμανό, γεννημένο από Βραζιλιάνους γονείς, βιολονίστα José Maria Blumenschein στη θέση του κοντσερτίνου, η ορχήστρα πρότεινε μία δραματική ανάγνωση, όλο σφρίγος και εσωτερική ένταση. Η ηχητική ομοιογένεια, η προβολή του ήχου, η ομαδική αναπνοή όπως και γενικότερα η άμεμπτη σύμπραξη των μουσικών του συνόλου, ξεχώρισαν σε κάθε φράση.
Σολίστ της συναυλίας υπήρξε η δημοφιλής Αμερικανίδα, γεννημένη στην Κίνα, πιανίστα Yuja Wang, που επέλεξε να παίξει όχι ένα, αλλά δύο κοντσέρτα (και τι κοντσέρτα!), όπως εξάλλου είχε πράξει και προ ετών, στις 17/6/2019, όταν είχε εμφανιστεί και πάλι στο Ηρώδειο (βλ. Critics-Point, 19/8/2019). Μετά, λοιπόν, από την μπετοβενική Εισαγωγή, προσεγγίζοντας το σολιστικό μέρος του Κοντσέρτου αρ. 2, Op. 21, του Frédéric Chopin, υποστήριξε μία ωραία εκτέλεση επιστρατεύοντας το φτεροπόδαρο toucher της και ένα παίξιμο άμεσο, που στηριζόταν στον απέριττο και ευαίσθητο σχηματισμό των φράσεων. Επιπλέον, εντυπωσίασε με τα σπινθηροβόλα reflexes της, ενώ στα σημεία όπου μπορούσε, σηκωνόταν από το πιάνο προκειμένου να διευθύνει το σύνολο, που έπαιζε, το τονίζουμε, υπό το άγρυπνο βλέμμα του κοντσερτίνου του (βλ. παραπάνω).
Το δεύτερο μέρος της βραδιάς άνοιξε με το νεοκλασικού ύφους Οκτέτο για πνευστά όργανα (1923) του Igor Stravinsky, το οποίο επιλεγμένοι πνευστοί της ορχήστρας ερμήνευσαν ιδιαίτερα εύστοχα, φροντίζοντας να φωτίσουν το αενάως επινοητικό πνεύμα του μουσουργού. Τα καλοδουλεμένα ρυθμικά σχήματα, με τους πολλούς αντιχρονισμούς, οι πρωτότυποι αρμονικοί συνδυασμοί, τα όλο σαρκαστικό χιούμορ περάσματα, όπως και η ευφάνταστη μεταμόρφωση του θεματικού υλικού (δεύτερο μέρος, Tema con variazioni, Andantino), εκτελέστηκαν με γνώση, τονική ακρίβεια και λάμψη. Κρίμα που ούτε στο έντυπο πρόγραμμα της συναυλίας, αλλά ούτε και στην επίσημη ιστοσελίδα της ορχήστρας, δεν δημοσιεύονταν τα ονόματα των άξιων μουσικών του συνόλου τους οποίους, σε κάθε περίπτωση, ευγνωμονούμε.
Στη συνέχεια, η Yuja Wang απολαμβάνοντας την εξαίρετη συνοδεία της ορχήστρας, απέδωσε με χειμαρρώδες ρομαντικό brio, χορταστικές συγχορδίες και οκτάβες, καθαρότατη άρθρωση και κυρίως, ατρόμητη δεξιοτεχνία, το κοσμαγάπητο Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 1, Op. 23 του Piotr Ilyich Tchaikovsky. Όπως είχε κάνει και κατά το Δεύτερο Κοντσέρτο του Chopin, έτσι και εδώ, κατά τα ορχηστρικά μέρη, σηκωνόταν από τη θέση της προκειμένου, με όντως ιδιότυπη και σχεδόν πιανιστική κινησιολογία, να καθοδηγήσει τους μουσικούς της MCO. Στο τέλος, ανταποκρινόμενη στα ζωηρά χειροκροτήματα του αθηναϊκού κοινού (το οποίο δύσκολα αντιλαμβάνεται ότι οφείλει να χειροκροτεί αποκλειστικά και μόνο μετά το πέρας της εκτέλεσης εκάστοτε έργου και όχι ανάμεσα στα μέρη), κατέθεσε με panache, αισθαντικότητα και εντυπωσιακή πιανιστική επιδεξιότητα, τρία εκτός προγράμματος έργα: Chopin, Βαλς Op. 64, αρ. 2, Franz Schubert/Liszt, Gretchen am Spinnrade (Η Μαργαρίτα στο ροδάνι), S. 558, αρ. 8, και George Bizet/Vladimir Horowitz, Παραλλαγές πάνω σε ένα θέμα από την όπερα Carmen. Σημειώνουμε ότι η χαρισματική καλλιτέχνις είχε ερμηνεύσει τα δύο τελευταία encores -με την ίδια επιτυχία!- και κατά την προηγούμενη εμφάνισή της στο Ηρώδειο (βλ. παραπάνω).

Και ολοκληρώνουμε το κριτικό μας σημείωμα με το ρεσιτάλ που έδωσε ο Ρώσος πιανίστας Daniil Trinfonov, πάντα στο Ηρώδειο, στις 19/7, το οποίο αποτέλεσε μία εκπληκτική εμπειρία για όσους το παρακολουθήσαμε.
Ο Trifonov έχει κτίσει μία ζηλευτή όσο και από κάθε άποψη ξεχωριστή μουσική πορεία. Πρόκειται για έναν καλλιτέχνη του οποίου η μουσικότητα και η τεχνική, συνδυάζονται με σκέψη και προσωπικότητα. Τα προγράμματα των εμφανίσεών του και των δισκογραφικών του καταθέσεων (αποκλειστικά για λογαριασμό της ναυαρχίδας των δισκογραφικών εταιρειών, Deutsche Grammophon) επιλέγονται με όραμα και συχνά φιλοξενούν παρτιτούρες ξεχασμένες ή άγνωστες στο ευρύτερο κοινό.
Το πρόσφατο αθηναϊκό του ρεσιτάλ σχηματίστηκε από τέσσερα έργα διαφορετικών απαιτήσεων. Εγκαινιάστηκε με τη Σονάτα αρ. 2, Op. Posth. 80, του Tchaikovsky, ένα από τα πιανιστικά έργα του μεγάλου μουσουργού τα οποία ακούγονται σπανιότερα σε σχέση λ.χ. με τη Μεγάλη Σονάτα, Op. 37 (1878). Η παρτιτούρα που εμείς ακούσαμε είναι σαφώς προγενέστερη, ολοκληρωμένη κατά το έτος 1865, όταν οι σπουδές του δημιουργού στο Ωδείο της Αγ. Πετρούπολης έβαιναν προς το τέλος τους. Ο Trifonov, με ήχο μεγάλο και εύπλαστο, ανέδειξε τον μελαγχολικό ρομαντισμό αλλά και τη φλόγα της τσαïκοφσκικής φαντασίας, τόσο ώριμης από τη νεανική κιόλας περίοδο. Των τεσσάρων μερών, που συναποτελούν το έργο, τα μοτιβικά στοιχεία (πρώτο μέρος, Andante), οι πλατιές μελωδίες και η γεμάτη από ρητορικά σχήματα ευαισθησία (δεύτερο μέρος, Andante), αλλά και η διάχυτη ενέργεια της γραφής, αποδόθηκαν με εκρηκτική ένταση και απόλυτη αίσθηση της κατεύθυνσης της μουσικής. Ο πιανίστας πέτυχε να καταθέσει μία ανάγνωση πραγματικά μεγάλη, έτοιμη να σταθεί κοντά σε εκείνη του παλαιότερου συμπατριώτη ομοτέχνου του, τιτάνα των πλήκτρων, Emil Gilels, η οποία ηχογραφήθηκε στη Μόσχα, κατά τη διάρκεια ρεσιτάλ που δόθηκε στις 9/4/1962, και σήμερα κυκλοφορεί από την εταιρεία Hänssler-Profil (CD PH7066).
Μεγάλη μερίδα του κοινού προχωρούσε σε άκαιρα χειροκροτήματα ανάμεσα στα μέρη, εμποδίζοντας με άκομψο τρόπο τη συνέχεια του έργου και τη συγκέντρωση του μουσικού. Αγανακτισμένο μέλος του ακροατηρίου που καθόταν πίσω από τον γράφοντα, αμέσως μετά το δεύτερο μέρος, Andante, και αφού είχαν ολοκληρωθεί τα χειροκροτήματα, αναφώνησε: «Μην ξαναδιακόψετε τον καλλιτέχνη. [Χειροκροτήστε] στο τέλος. Επιτέλους, έλεος!» και ευτυχώς η συνέχεια της βραδιάς κύλησε με αραιότερες δυσάρεστες παρεμβολές, οι οποίες, εντούτοις, δεν έπαυσαν εντελώς.
Σημειώνουμε την ευχάριστη είδηση ότι η Deutsche Grammophon (DG) εσχάτως ανακοίνωσε ότι στις 3/10 πρόκειται να κυκλοφορήσει το νέο του album, συναποτελούμενο αποκλειστικά από σελίδες του Tchaikovsky, το οποίο ασφαλώς περιλαμβάνει και το εν λόγω έργο. Αναμένουμε με ενδιαφέρον να ακούσουμε και την απαθανατισμένη του κατάθεση.
Το πρώτο μέρος του ρεσιτάλ συμπλήρωσαν έξι Βαλς του Chopin ερμηνευμένα με αισθαντική προσοχή, δωρική απλότητα, ρυθμικό panache και εκλεπτυσμένη χάρη που, στα σημεία όπου όφειλε, χρωμάτιζε τις στιγμές οδυνηρής μελαγχολίας: κατά σειρά εκτέλεσης, Βαλς σε μι μείζονα (Op. Posth.), Op. 70, αρ. 2, Op. 64, αρ. 3 και αρ. 1, Op. 34, αρ. 2, και σε μι ελάσσονα (Op. Posth).
Αμέσως μετά το διάλειμμα, ο Trifonov ερμήνευσε την υψηλών τεχνικών απαιτήσεων τετραμερή Σονάτα για πιάνο, Op. 26, του Αμερικανού συνθέτη Samuel Barber, ολοκληρωμένη το 1949 και ερμηνευμένη για πρώτη φορά, τον Δεκέμβριο του ίδιου έτους, στην Αβάνα της Κούβας, από τον αλησμόνητο όσο και άφθαστο Ρώσο βιρτουόζο Vladimir Horowitz. Το εκρηκτικό πρώτο μέρος, Allegro energico, αλλά και οι πιο ενδοσκοπικές στιγμές της παρτιτούρας (λ.χ. τρίτο μέρος, Adagio mesto), όπως και η ανήσυχου χαρακτήρα πολυφωνική γραφή του καταληκτικού τέταρτου μέρους, Fuga: Allegro con spirito, αντιμετωπίσθηκαν με συναισθηματικά φορτισμένη αφηγηματική διάθεση και ακλόνητη δακτυλική κυριαρχία από τον πιανίστα. Η ιδιαίτερη γραφή του έργου, επηρεασμένη από διαφορετικά στυλ, ευτυχούσε στα χέρια του.
Το επίσημο μέρος του ρεσιτάλ έκλεισε με τη Σουίτα Κοντσέρτου από το μπαλέτο Η Ωραία Κοιμωμένη (ρωσ. Спящая красавица), Op. 66a, του Tchaikovsky, σε πιανιστική διασκευή του Mikhail Pletnev. Οι δραματικές εξάρσεις του έργου, που ισορροπούν τόσο καλά με έναν χαρακτηριστικό μελωδικό λυρισμό, φωτίστηκαν προσεκτικά από τον Trifonov. Η πιανιστική ορμή, οι προσεγμένοι ρυθμικοί τονισμοί και ο πλούσιος τόσο σε όγκο όσο και σε χρώματα ήχος του δεξιοτέχνη, κάθε στιγμή συνάρπαζαν. Αναφέρουμε ότι και αυτό το έργο περιλαμβάνεται στο προαναφερθέν υπό έκδοση album της DG (βλ. παραπάνω)
Μας καληνύχτισε, δωρίζοντας τέσσερα encores διαφορετικού χαρακτήρα, ερμηνευμένα με αμείωτη μουσική άνεση και στυλιστική ευστοχία: Bullumba Landestoy, Vals de Santo Domingo, Tchaikovsky, Όνειρα Γλυκά (αρ. 2, από το Album για Παιδιά, Op. 39, που επίσης περιλαμβάνεται στην υπό έκδοση ηχογράφηση, βλ. παραπάνω), Frederic Mompou, Epílogo, από τις Παραλλαγές πάνω σε ένα Θέμα του Chopin, και Landestoy, Estudio en Samba.
.