
H Camerata Salzburg, μία από τις πλέον διακεκριμένες ευρωπαϊκές ορχήστρες δωματίου, ιδρυμένη το 1952 από τον Αυστριακό αρχιμουσικό, συνθέτη και μουσικολόγο, Bernhard Paumgartner (1887-1971), ο οποίος έθεσε γερά τα θεμέλιά της, εμφανίζεται στις μέρες μας δίχως μαέστρο· εδώ και περίπου δέκα χρόνια, τα ίδια τα μέλη της αποφασίζουν σχετικά με τα καλλιτεχνικά και διοικητικά ζητήματα που την αφορούν.
Κατά την πρόσφατη αθηναϊκή της εμφάνιση, που δόθηκε στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (ΜΜΑ), πρόσφερε μία αξιομνημόνευτη συναυλία αποτελούμενη αποκλειστικά από έργα του Johannes Brahms (1833-1897).
Η βραδιά άνοιξε με το Κονσέρτο αρ. 1, Op. 15, που ο μουσουργός ολοκλήρωσε το 1858. Όπως και το επόμενο Κοντσέρτο (αρ. 2, Op. 83), που ο ίδιος συνέθεσε πολλά χρόνια αργότερα, το 1881, έτσι και το εν λόγω συγκαταλέγεται ανάμεσα στα διασημότερα όσο και στα ερμηνευτικά απαιτητικότερα του ρεπερτορίου. Αμφότερα δίνουν την ευκαιρία στον σολίστ και στην ορχήστρα να επιδείξουν τις δυνάμεις τους και να αναμετρηθούν με τις δυσκολίες τους.
Αρχικά είχε ανακοινωθεί ότι κατά την αθηναϊκή εκτέλεση του Πρώτου Κοντσέρτου, το σολιστικό μέρος θα επωμιζόταν η διακεκριμένη Γαλλίδα πιανίστα Hélène Grimaud, η οποία όμως χρειάστηκε να ακυρώσει, λόγω ασθενείας.
Τη θέση της (ουδέν κακόν αμιγές καλού) κάλυψε ο εξίσου ικανός Ρώσος ομότεχνός της Denis Kozhukhin, που έγινε ευρύτερα γνωστός το 2010, μετά από τη θριαμβευτική του νίκη στον Διαγωνισμό Βασίλισσας Ελισάβετ (ολλανδ. Koningin Elisabethwedstrijd) του Βελγίου. Οι εμφανίσεις και η δισκογραφική του παραγωγή έχουν κερδίσει επαίνους από το κοινό και τους κριτικούς. Θα θυμίσουμε ότι στην Αθήνα είχαμε την ευκαιρία να τον εκτιμήσουμε κατά τη συναυλία μουσικής δωματίου που είχε δώσει στο πλάι της Ολλανδής βιολονίστας Janine Jansen, στις 16 Απριλίου 2024, ακριβώς στην ίδια αίθουσα (βλ. Critics’ Point, 6 Ιουνίου 2024). Η αγάπη του προς τον Brahms και ιδίως η κατανόηση του ύφους του, είχαν και τότε ξεχωρίσει κατά τη Σονάτα για βιολί και πιάνο αρ. 3, Op. 108.
Πιο πρόσφατα, το πλούσιο σε ποιότητες παίξιμό του και η στιβαρή του τεχνική είχαν πολλά να προσφέρουν κατά την ερμηνεία του Κοντσέρτου, που ακούσαμε. Ειδικότερα, ο μεστός ήχος και η συνεχής προσοχή του στις διαφοροποιήσεις δυναμικής, διακρίθηκαν κατά τα τρία μέρη του έργου. Η κατάθεσή του ξεχώρισε για τη μεγαλοπρέπεια και το βάθος της.

Από την πλευρά της, η Camerata Salzburg, υπό την καθοδήγηση του Βενεζουελάνου εξάρχοντος βιολονίστα Giovanni Guzzo, συμπορεύτηκε με τον Kozhukhin επιστρατεύοντας περίσσεια όρεξη και ζέση· αποκάλυψε τη φλόγα του πρώτου μέρους, Maestoso, τον τρυφερό λυρισμό του δευτέρου, Adagio, αλλά και την εκρηκτική ένταση του τρίτου, Rondo: Allegro. Η μικρότερου μεγέθους ορχήστρα (η μπραμσιανή παρτιτούρα απαιτεί ένα σαφώς μεγαλύτερο σχήμα), διέθετε ήχο αρκετά πλήρη και αναλυτικό, που κάλυψε εν πολλοίς τις απαιτήσεις του έργου, με εξαίρεση ίσως το τελευταίο μέρος, το οποίο καίτοι υπήρξε ερμηνευτικά πειστικό, σε στιγμές νιώσαμε ότι αποζητούσε μεγαλύτερο ηχητικό όγκο.
Εκτός προγράμματος, ο Kozhukhin, προκαλώντας εύστοχη αντίθεση με το χειμαρρώδες έργο του Brahms, έπαιξε το σύντομο και απέριττης εκφραστικότητας κομμάτι (πρόκειται κατ’ ουσίαν για ένα choral αποτελούμενο από απλές συγχορδίες) με τίτλο, Στην εκκλησία, Op. 39, αρ. 24, αντλημένο από τον κύκλο, Παιδικό άλμπουμ, του Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893), μέρη του οποίου ο ίδιος συμπεριέλαβε στη νεότερη ηχογράφησή του· ο δίσκος, που μόλις κυκλοφόρησε από την Ολλανδική δισκογραφική εταιρεία Pentatone (PTC: 5187406), φέρει τον γενικό τίτλο Somnia και αποτελείται από έργα Tchaikovsky, Sergei Prokofiev (1891-1953) και Alexey Shor (γ. 1970).

Μία από εκείνες τις δημιουργίες του Brahms που δεν βρίσκουν συχνά το δρόμο τους στις αίθουσες συναυλιών ακούστηκε κατά το δεύτερο μέρος της συναυλίας. Ο λόγος για τη Σερενάτα αρ. 1, Op. 11, που γράφτηκε το 1857, κατά την ίδια περίπου περίοδο που ο συνθέτης εργαζόταν πάνω στην παρτιτούρα του Κοντσέρτου για πιάνο αρ. 1· εύστοχη, λοιπόν, κρίθηκε η συμπερίληψη των δύο εν λόγω αριστουργημάτων στο πρόγραμμα της βραδιάς, τα οποία ήρθαν σε διάλογο μεταξύ τους. Βεβαίως, πρόκειται για δύο έργα εντελώς διαφορετικού χαρακτήρα· το πρώτο είναι έντονα δραματικό και επικό, ενώ το δεύτερο αρκετά φωτεινό και αισιόδοξο.
Τόσο τούτη η Σερενάτα, όσο και η επόμενη, αρ. 2, Op. 16, ολοκληρωμένη λίγα χρόνια αργότερα, το 1859, και αφιερωμένη στην Clara Schumann (1819-1896), γράφτηκαν πριν από τον κύκλο των τεσσάρων συμφωνιών του ιδίου και δίνουν μία πρόγευση (δίχως προφανώς να χάνουν σε αξία ως έργα ξεχωριστής σημασίας) σχετικά με το τι θα επακολουθούσε δομικά, υφολογικά και ενορχηστρωτικά κατά τις Συμφωνίες.
Η Πρώτη Σερενάτα είχε αρχικά συλληφθεί για εννέα όργανα. Στη συνέχεια το μουσικό υλικό της διευρύνθηκε και ενορχηστρώθηκε για ορχήστρα δωματίου, ενώ στην τελική της μορφή είναι επεξεργασμένη για μεγάλη ορχήστρα. Σε τούτη την τελική μορφή της, κυκλοφόρησε σε παρτιτούρα το 1860 και υπήρξε το πρώτο ορχηστρικό έργο του συνθέτη που εκτυπώθηκε.
H Camerata Salzburg ανέδειξε το θερμό όσο και γοητευτικό μπραμσιανό χαμόγελο του έργου, το οποίο συνδυάζει στιγμές γνήσιας γλυκύτητας και ποιμενικής φρεσκάδας με έναν εξωστρεφή ενθουσιασμό. Το σύνολο τόνισε τον ιδιαίτερο χαρακτήρα καθενός εκ των έξι μερών της παρτιτούρας υπογραμμίζοντας παράλληλα τις ηχοχρωματικές αντιθέσεις που προκαλούνται από τους συνδυασμούς των οργάνων, κυρίως των πνευστών (θαυμάσαμε τα κόρνα της Camerata Salzburg), τα οποία ο Brahms αξιοποιεί με ιδιάζουσα προσοχή και σκέψη.
Πιο συγκριμένα, το όλο brio παίξιμο του συνόλου δεν άργησε να ανατείλει, ακριβώς όπως όφειλε από το πρώτο κιόλας μέρος, Allegro molto. Κατά το τέταρτο μέρος, Menuetto I- Menuetto II, οι μουσικοί ανέδειξαν τη μοτσάρτια επιρροή, ενώ γενικότερα, η επιλογή καλά ζυγισμένων ταχυτήτων, έδινε ενέργεια και ώθηση σε κάθε μέρος του έργου. Το έκτο και καταληκτικό μέρος, Rondo, φωτιζόταν με την απαραίτητη σπιρτάδα και με μία εγκάρδια εκφραστικότητα.

Προχωρώντας, στις 30 Μαΐου και στην ίδια αίθουσα, ακούσαμε την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών (ΚΟΑ) κατά την τελευταία της συναυλία για τη χειμερινή περίοδο που διανύσαμε. Το τιμόνι της κράτησε ο Κερκυραίος μαέστρος και κλαρινετίστας Διονύσης Γραμμένος.
Η βραδιά εγκαινιάστηκε από τους Τρεις Ελληνικούς Χορούς (Τσάμικος, Τσακώνικος και Συρτός) για ορχήστρα του Γιάννη Κωνσταντινίδη (1903-1984). Οι χαρακτηριστικές μελωδίες, οι χορευτικοί ρυθμοί και η πλούσια ενορχήστρωση του συνθέτη, ήρθαν με άνεση και κυρίως με κέφι στην επιφάνεια.
Στη συνέχεια, ακούστηκε το έργο, Sunbeam, Κοντσέρτο για τρομπόνι και ορχήστρα, του Αλέξανδρου Λιβιτσάνου (γ. 1985), που υπήρξε ανάθεση της ΚΟΑ. Στο έντυπο πρόγραμμα, ο τελευταίος αναφέρει ότι «το Sunbeam διαφέρει από τη συμβατική έννοια ενός κοντσέρτου για τρομπόνι. Είναι έργο γραμμένο με βηματισμό, όχι με βιασύνη-σαν να διασχίζει το τοπίο με τα πόδια, ενώ γύρω του ο κόσμος επιταχύνει. Αποτελεί το απόσταγμα μιας μακρόχρονης σχέσης με τα χάλκινα πνευστά και τους ερμηνευτές τους, ιδίως τον Αχιλλέα Λιαρμακόπουλο […] Τo Sunbeam κοιτάζει τις ακμές του φωτός: την πρώτη ακτίνα του πρωινού… και την τελευταία του δειλινού…».
Ο Λιαρμακόπουλος, άλλοτε μέλος του γνωστού συνόλου Canadian Brass (2011-2024), συγκαταλέγεται στους αρτιότερους τρομπονίστες της εποχής μας, με διεθνή συναυλιακή δράση και εμπειρία, ενώ σήμερα είναι ευτύχημα που ανήκει στο δυναμικό της ΚΟΑ. Η ελκυστική γραφή του Λιβιτσάνου, κινούμενη απολύτως στο τονικό σύμπαν, με νοσταλγικές-ρομαντικές μελωδίες, ενίοτε κινηματογραφικής επιρροής, κέρδισε από τη θερμή εκφραστικότητα και τις δεξιοτεχνικές ικανότητες του εν λόγω σολίστ. Ο Γραμμένος και η ορχήστρα, τον συνόδευσαν με όρεξη, φωτίζοντας την ωραία δουλεμένη ενορχήστρωση.
Εκτός προγράμματος, ο Λιαρμακόπουλος ανταποκρίθηκε στα ζωηρά χειροκροτήματα των ακροατών, προσφέροντας μία θελκτική όσο και επίκαιρη, λόγω της εποχής, διασκευή, εν είδη αυτοσχεδιασμού, της διάσημης άριας Summertime, από την όπερα Porgy and Bess του George Gershwin (1898-1937).

Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, η ΚΟΑ και ο μελετημένος Γραμμένος, πρόσφεραν μία έντονα τραγικών εκφραστικών αποχρώσεων ανάγνωση της Συμφωνίας αρ. 5, Op. 64, που ο Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893) ολοκλήρωσε κατά το καλοκαίρι του 1888 (το έργο ανήκει στο αυτοβιογραφικό τρίπτυχο που σχηματίζεται από τις Συμφωνίες αρ. 4, Op. 36, του 1878, αρ. 5, Op. 64, του 1888, και αρ. 6, Op. 74, Pathétique, του 1893).
Πρόκειται για έργο το οποίο βρίσκεται κοντά στην καρδιά των μουσικών της ΚΟΑ, γεγονός που επιβεβαιώθηκε έμπρακτα μέσω της συναισθηματικά φορτισμένης απόδοσής τους. Ξεχωρίσαμε για την ιδιαίτερη συνεισφορά στα soli τους, τόσο τον κλαρινετίστα Σπύρο Μουρίκη (του οποίου ο Γραμμένος υπήρξε παλιός μαθητής στο κλαρινέτο) όσο και τον κορνίστα Χρήστο Σαλβάνο· δύο εκλεκτών Κερκυραίων μουσικών που πάντα λαμπρύνουν το σώμα της ΚΟΑ.
Εν κατακλείδι, η καλλιτεχνική περίοδος της ΚΟΑ που μόλις έφθασε στο τέλος της, υπήρξε μία από τις πλέον επιτυχείς των τελευταίων ετών, προσφέροντας ερμηνείες αξιοσημείωτων ποιοτήτων. Το πρόγραμμα της επόμενης καλλιτεχνικής περιόδου αναμένεται να ανακοινωθεί προσεχώς και ευελπιστούμε να κριθεί εξίσου ενδιαφέρον με εκείνο της περιόδου που μόλις συμπληρώθηκε.