
Οι ετήσιες συναυλίες μουσικής δωματίου διεθνών συνόλων που ακούμε στην Αθήνα είναι λίγες σε αριθμό. Έτσι, κάθε ευκαιρία για το αθηναϊκό κοινό να παρακολουθήσει μία ανάλογη συναυλία, αποτελεί πραγματική ευκαιρία αλλά και ευτύχημα.
Πρόσφατα, στις 8 Μαΐου, στην Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών (ΜΜΑ), απολαύσαμε το Κουαρτέτο Εγχόρδων της Δανίας (Danish String Quartet) σε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον πρόγραμμα. Το εν λόγω σχήμα καλύπτει ένα ευρύτατο φάσμα ρεπερτορίου σχηματιζόμενο από έργα διαφορετικών εποχών και τάσεων, ενώ ανήκει στα γνωστότερα της χώρας του. Σχηματίζεται από τρεις Δανούς μουσικούς, τους Frederik Øland (βιολί), Rune Tonsgaard Sørensen (βιολί) και Asbjørn Nørgaard (βιόλα), και από έναν Νορβηγό, τον Fredrik Schøyen Sjölin (βιολοντσέλο). Οι ίδιοι βρίσκουν χρόνο και για τη διδασκαλία· πρόσφατα ίδρυσαν την DSQ Academy, που προσφέρει μαθήματα, εργαστήρια όπως και διαλέξεις.
Το πρώτο μέρος της αθηναϊκής συναυλίας του Danish String Quartet, που δόθηκε σε μία σχεδόν sold out αίθουσα (τονίζουμε το γεγονός με ιδιαίτερη ικανοποίηση), σχηματίστηκε από δύο εκ των δεκαπέντε κουαρτέτων εγχόρδων του Dmitri Shostakovich (1906-1975). Η επιλογή κάθε άλλο παρά τυχαία ήταν, αφού φέτος, στις 9 Αυγούστου, συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τον θάνατο του μουσουργού.
Πιο συγκεκριμένα, αρχικά ακούστηκε το Κουαρτέτο αρ. 3, Op. 73, ολοκληρωμένο το 1946 αμέσως μετά τον τραγικό Β’ παγκόσμιο πόλεμο, το δράμα του οποίου εκφράζει έντονα σε πολλές σελίδες του, και στη συνέχεια, το Κουαρτέτο αρ. 4, Op. 83, που ολοκληρώθηκε το 1949.
Ο ήχος του συνόλου υπήρξε γεμάτος, ομοιογενής, άψογα δεμένος και συμφωνικός σε χαρακτήρα, αρετές που αναδείχθηκαν και χάρη στην άρτια ακουστική της αίθουσας.
Αναλυτικότερα, οι μουσικοί ανέδειξαν με τέχνη την γλυκόπικρη αίσθηση, τον σαρκασμό, τις συχνές μεταβάσεις από μείζονα σε ελάσσονα τρόπο, τη χρωματική αρμονία, αλλά και τις διάφωνες συγχορδίες του πρώτου μέρους, Allegretto, του (ασυνήθιστα) πενταμερούς αυτού Τρίτου Κουαρτέτου. Υπογράμμισαν την ανήσυχη μελαγχολία και τον σταθερό ρυθμό των 3/4 του δευτέρου μέρους, Moderato con moto, τα σφοδρά ρυθμικά σχήματα και τις ρυθμικές εναλλαγές των 2/3 και 3/4 του τρίτου μέρους, Allegro non troppo, αλλά και την ιδιαιτερότητα της δομής του πέμπτου μέρους, Moderato, το οποίο επαναφέρει θέματα από τα προηγούμενα μέρη. Κατά το ωραιότατο τέταρτο μέρος, Adagio, αποκάλυψαν με συγκέντρωση την μπετοβενικού χαρακτήρα εσωτερικότητα και εκφραστική ρητορική δύναμη. Παρενθετικά αξίζει να θυμίσουμε ότι ο συμφωνικός χαρακτήρας του έργου, που τόσο εύστοχα τονίστηκε από το σύνολο, αποτυπώνεται καλά στη διασκευή της παρτιτούρας για ορχήστρα δωματίου που πραγματοποίησε το 1990 ο στενός φίλος και υποστηρικτικής του συνθέτη, αρχιμουσικός, βιολίστας και ιδρυτικό μέλος των περίφημων Borodin Quartet και Tchaikovsky Quartet, Rudolf Barshai (1924-2010).[1]

Κατά το Κουαρτέτο αρ. 4, που είναι αφιερωμένο στον ζωγράφο Pyotr Williams (1902-1947), τα μέλη του συνόλου έφεραν στο προσκήνιο τον μελωδικό λυρισμό, την αμεσότητα αλλά και την απλότητα της γραφής. Η εκ μέρους τους κατανόηση του ελεγειακού χαρακτήρα της παρτιτούρας, αλλά και των στοχαστικών στιγμών, που μπολιάζονται από στιγμές συγκρατημένης ή απροκάλυπτης θλίψης (λ.χ. δεύτερο μέρος, Andantino) και διατονικές μελωδίες, υπήρξε όντως υποδειγματική, από την αρχή μέχρι το τέλος. Ο ηχοχρωματικός πλούτος τους ήταν αξιοσημείωτος, όπως εξάλλου ήταν και η ρυθμική τους εγρήγορση κατά το τρίτο μέρος, Allegretto, αλλά και ο τρόπος με τον οποίον ανέδειξαν τον εβραϊκό μελωδικό χαρακτήρα του ύστατου μέρους, Allegretto.
Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς, το Danish String Quartet βουτώντας στην πλούσια μουσική παράδοση της γεωγραφικής του περιοχής παρέδωσε ιδιωματικές όσο και ενδιαφέρουσες διασκευές παραδοσιακής μουσικής της Σκανδιναβίας. Ιδιαιτέρως διαφωτιστικές υπήρξαν οι σύντομες εισαγωγικές ομιλίες σχετικά με τη σκανδιναβική μουσική και τη σχέση της με τους μύθους και τις τοπικές παραδόσεις που εκφωνούνταν πριν από κάποια κομμάτια από τον Sørensen, ο οποίος καθόταν στη θέση του πρώτου βιολιού, την οποία στο αρχικό μέρος της συναυλίας είχε καταλάβει ο Øland.

Προχωρώντας, στις 16 Μαΐου, στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης του ΜΜΑ, ακούσαμε συναυλία της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του αρχιμουσικού Βασίλη Χριστόπουλου.
Το πρώτο μέρος καλύφθηκε από τα δύο Κοντσέρτα για πιάνο του Shostakovich, με σολίστ τον Ρώσο πιανίστα Pavel Kolesnikov. Τα εν λόγω έργα είναι γραμμένα σε διαφορετικές περιόδους της πορείας του συνθέτη· ειδικότερα, το αρ. 1, για πιάνο, τρομπέτα και ορχήστρα, Op. 35, ολοκληρώθηκε το 1933 και για πρώτη φορά ερμηνεύτηκε κατά το ίδιο έτος με τον συνθέτη στο πιάνο, ενώ το αρ. 2, για πιάνο και ορχήστρα, Op. 102, γράφτηκε πολλά χρόνια αργότερα, το 1957, ειδικά για τον τότε δεκαεννέα ετών γιο του συνθέτη, Maxim (γ. 1938), οποίος έδωσε την πρεμιέρα την ημέρα των γενεθλίων του, στις 10 Μαΐου 1957. Πρόκειται για δύο έργα διαφορετικών αισθητικών και εκφραστικών κατευθύνσεων· το ένα είναι δομικά και τεχνικά πιο απαιτητικό και πολυσχιδές, ενώ το άλλο ξεχωρίζει για την υπέροχη απλότητα στην έκφρασή του, περιέχοντας βεβαίως άφθονες σελίδες λαμπερού brio κατά τα εξωτερικά γρήγορα μέρη του.
Ο Kolesnikov, εκτελώντας το μέρος του, όχι από μνήμης, αλλά συμβουλευμένος το μουσικό κείμενο μέσω ενός iPad που είχε μπροστά του,[2] με στιβαρά δάχτυλα, ήχο καλά προβεβλημένο και ένα παίξιμο ανάγλυφο, όπως και ενίοτε υπερδραστήριο, πρόβαλε με συνέπεια τις προαναφερθείσες ποιότητες των δύο έργων. Εκτέλεσε τα γρήγορα μέρη με δεξιοτεχνικό οίστρο και ετοιμότητα, ενώ εντόπισε με ακρίβεια τον συγκινητικό παλμό των δύο αργών μερών κάθε κοντσέρτου, που είναι βουτηγμένα μέσα σε μία υπέροχη ρομαντική μελαγχολία, Lento (αρ. 1) και Andante (αρ. 2).
Κατά το Κοντσέρτο αρ. 1, ο τρομπετίστας Ιωάννης Καραμπέτσος, κορυφαίος α’ στις τρομπέτες της ΚΟΑ, έδωσε τον καλύτερό του εαυτό παίζοντας με λαμπερό ήχο, άνεση, ρυθμική και τονική ακρίβεια. Ο Χριστόπουλος ενθάρρυνε την ΚΟΑ να προσφέρει μία συνοδεία υψηλής μουσικής και τεχνικής ποιότητας. Εκτός προγράμματος, ο Kolesnikov πρότεινε μία εκλεπτυσμένη ανάγνωση της Moment musical (Μουσικής στιγμής) αρ. 3, Op. 94, D780 του Franz Schubert (1897-1828).

Το δεύτερος μέρος της συναυλίας καλύφθηκε από τη Σουίτα με τίτλο Εικόνες από μία Έκθεση (ρωσ. Картинки с выставки) του Modest Mussorgsky (1839-1881), την οποία ο συνθέτης εμπνεύστηκε από τα έργα του στενού του φίλου, ζωγράφου και αρχιτέκτονα, Viktor Hartmann (1834-1873) και ολοκλήρωσε περίπου έναν χρόνο μετά από τον θάνατο του τελευταίου, το 1874. Η Σουίτα, που στην πρωτότυπη εκδοχή της είναι αφιερωμένη στο πιάνο, ακούστηκε στη διάσημη ενορχήστρωσή της που υπέγραψε ο Maurice Ravel (1875-1937).
Σημειώνουμε ότι καίτοι αρκετοί επιχείρησαν να ενορχηστρώσουν το αριστούργημα του Mussorgsky, όχι μόνο μετά, αλλά και πριν από τον Ravel, επικράτησε εκείνη η έξοχη του τελευταίου, η οποία ολοκληρώθηκε το 1922 και από την αρχή εντάχθηκε στο βασικό ορχηστρικό ρεπερτόριο. Μάλιστα, αξίζει να προσθέσουμε ότι ο σημαντικός Ρωσοαμερικανός αρχιμουσικός και συνθέτης Serge Koussevitzky (1874-1951) είχε την αρχική ιδέα και πρότεινε στον Ravel την πραγματοποίησή της.[3]
Ο Χριστόπουλος διηύθυνε με μελετημένη ακρίβεια και κατανόηση των ζητουμένων του έργου, ειδικά όσον αφορούσε στην έκφραση των χαρακτηριστικών, γεμάτων μυστήριο, σκηνών και περίεργων ηρώων. Επιπλέον, εκμαίευσε έναν ήχο αναλυτικό και καλά διαρθρωμένο από τη διευρυμένη σε μέλη ΚΟΑ, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της παρτιτούρας.
Η απόδοση της ορχήστρας κρίθηκε προσεγμένη· ισορροπήθηκαν ορθά οι συνδυασμοί των οργάνων, λ.χ. τρομπέτα, χάλκινα κρουστά και έγχορδα (Promenade 1), ξύλινα πνευστά και έγχορδα (Tuileries), φαγκότα, βιολοντσέλα και άλτο σαξόφωνο (Il Vecchio castello), ξύλινα πνευστά, έγχορδα και κρουστά (Ballet des poussins dans leurs coques), έγχορδα, πνευστά και κρουστά (La grande porte de Kiev).
Κλείνοντας, όσοι παρακολουθούμε τις συναυλίες της ΚΟΑ εδώ και δεκαετίες ολόκληρες, μπορούμε να επιβεβαιώσουμε το γεγονός ότι πρόκειται για ένα από τα έργα που η ίδια πάντα παίζει με ιδιαίτερη όρεξη και επιτυχία, ιδίως όταν καθοδηγείται από έναν αρχιμουσικό με τις ικανότητες του Χριστόπουλου, ο οποίος θα φροντίσει για την ανάδειξη τόσο της πλούσιας φαντασίας του Mussorgsky όσο και της λαμπρής ηχοχρωματικής παλέτας του Ravel.[4]
[1] O Rudolf Barshai άφησε πίσω του ενορχηστρώσεις των Κουαρτέτων αρ. 1, Op. 49, αρ. 3, Op. 73, αρ. 4, Op. 83, αρ. 8, Op. 110, και αρ. 10, Op. 118, του Dmitri Shostakovich.
[2] Η εκτέλεση του σολιστικού μέρους γενικότερα των κοντσέρτων μέσω iPads παρατηρείται ολοένα και συχνότερα ανάμεσα στους νέους σολίστ, γεγονός που δεν κρύβουμε ότι μας προβληματίζει. Άραγε θα ελαττωθεί σταδιακά η ικανότητα και η επιθυμία της απομνημόνευσης ή το γεγονός ενδεχομένως να οφείλεται στη αύξηση του αριθμού των κοντσέρτων που καλούνται να ερμηνεύσουν ετησίως εκείνοι σε σχέση με τον σχετικά μικρότερο αριθμό κοντσέρτων που ερμήνευαν ετησίως πολλοί από τους παλαιότερους;
[3] O Koussevitzky διηύθυνε πρώτος την ενορχηστρωμένη εκδοχή του Ravel σε συναυλία που δόθηκε στην Όπερα του Παρισιού, στις 22 Οκτωβρίου 1922. Επίσης, έδωσε την αμερικανική πρεμιέρα διευθύνοντας τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης, στη Βοστώνη, στις 7 Νοεμβρίου 1924.
[4] Βαθιά χαραγμένη στη μνήμη του γράφοντος παραμένει η γεμάτη καθηλωτικό δραματικό αίσθημα, υπέροχα αναλυτική, ανάγνωση της Σουίτας που είχε την τύχη να ακούσει κατά την πολύ νεανική του ηλικία στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Proms του Λονδίνου, στις 26 Αυγούστου 1994, από τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Βερολίνου, υπό τη διεύθυνση του αξέχαστου Claudio Abbado. Το έργο είχε παρουσιαστεί κατά το δεύτερο μέρος της συναυλίας, ενώ το πρώτο μέρος είχε περιλάβει τη Συμφωνική Φαντασία, Η Τρικυμία (ρωσ. Буря Burya), του Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893), και τη Σουίτα από το μπαλέτο, Το Πουλί της Φωτιάς (ρωσ. Жар-птица), του Igor Stravinsky (1882-1971).