Οι πιανίστες Bruce Liu και Nikolai Lugansky κερδίζουν τις εντυπώσεις, αντίστοιχα σε Κοντσέρτα των Chopin και Beethoven, στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ της Άνοιξης» – Ο ταλαντούχος βιολοντσελίστας Edgar Moreau παραδίδει μία εύστοχη ερμηνεία του Κοντσέρτου αρ. 1 του Shostakovich συνοδευόμενος από την KOA, σε μεγάλη φόρμα υπό τη διεύθυνση του Mihkel Kütson

Ο πιανίστας Nikolai Lugansky συμπράττει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. Φωτογραφία: Margarita Yoko Nikitaki
Ο πιανίστας Bruce Liu συμπράττει με την Amsterdam Sinfonietta. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης.

Μέσα από τους μεγάλους -ή ακόμη και μέσα από τους συγκριτικά μικρότερους- διεθνείς διαγωνισμούς αναδύονται πολλοί νέοι φερέλπιδες σολίστ από διάφορα μέρη του κόσμου, έτοιμοι να κατακτήσουν το διεθνές μουσικό προσκήνιο. Οι ονομαστοί διαγωνισμοί, ίσως περισσότερο παρά ποτέ, έχουν αποκτήσει ιδιαίτερη σημασία προσφέροντας στους χρυσούς νικητές τους, εκτός από ένα χρηματικό ποσό, ηχογραφήσεις, εμφανίσεις σε μεγάλες αίθουσες και, προφανώς, την πολυπόθητη από εκείνους διεθνή προβολή. Πλέον, μέσω της «ζωντανής» (αγγλ. live) διαδικτυακής τους μετάδοσης, το ευρύτερο κοινό έχει την ευκαιρία να παρακολουθήσει την απόδοσή τους και να εκτιμήσει τις δυνάμεις τους από τα πρώτα κιόλας στάδια.

Στους αναμφισβήτητα απαιτητικότερους όσο και διασημότερους διαγωνισμούς ανήκει ο Διεθνής Διαγωνισμός Πιάνου Chopin που πραγματοποιείται κάθε πέντε χρόνια στην Πολωνία (Βαρσοβία), γενέτειρα του Frédéric Chopin (1810-1849). Οι συμμετέχοντες καλούνται να αναμετρηθούν μεταξύ τους εκτελώντας αποκλειστικά έργα του εν λόγω αγαπημένου μουσουργού. Ο θεσμός έχει φέρει στην επιφάνεια τρανούς σολίστ, που μετά από την βράβευσή τους ακολούθησαν ζηλευτές πορείες, όπως είναι λ.χ. οι Bella Davidovich, Halina Czerny-Stefańska, Maurizio Pollini, Martha Argerich, Garrick Ohlsson, Krystian Zimerman, Dang Thai Son, Stanislav Bunin, Yundi Li, Rafał Blechacz, Yulianna Andeeva και Seong-Jin Cho. Κατά την πιο πρόσφατη έκδοση του Διαγωνισμού, που έλαβε χώρα το 2021, το πρώτο βραβείο απονεμήθηκε στον Καναδό Bruce (Xiaoyu) Liu (μαθητή του Βιετναμέζου Dang Thai Son, νικητή του ίδιου διαγωνισμού, το 1980), ο οποίος, εκτός από τις πολλές εμφανίσεις που ακολούθησαν, πέτυχε, όπως και ορισμένοι άλλοι βραβευμένοι του παρελθόντος, να υπογράψει (σε ηλικία 24 ετών, την άνοιξη του 2022, ακριβώς στις 29/3) ένα αποκλειστικό συμβόλαιο με τη ναυαρχίδα των δισκογραφικών εταιρειών Deutsche Grammophon. Στο σχετικά μικρό διάστημα που έχει μεσολαβήσει από τη βράβευσή του, επιβεβαίωσε τις προσδοκίες του κοινού και των κριτικών, τόσο συναυλιακά, όσο και δισκογραφικά.

Στις 12/4, ακούσαμε τον πιανίστα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (ΜΜΑ, Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης) και στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ της Άνοιξης». Κατά τη συναυλία συνέπραξε με την Ολλανδική ορχήστρα εγχόρδων, Amsterdam Sinfonietta. Ειδικότερα, η βραδιά άνοιξε με το έργο Andante spianato et grande polonaise brillante, Op. 22, του Chopin, ολοκληρωμένο το 1834. Στο εκτενές εναρκτήριο σόλο, οι ποιότητες του παιξίματος αμέσως κέντρισαν το ενδιαφέρον του προσεκτικού ακροατή: εκλεπτυσμένος ήχος γεμάτος χρώματα και μία ευγένεια έκφρασης, που ταίριαζε γάντι στις ερμηνευτικές απαιτήσεις του συνθέτη. Η πολωνέζα ερμηνεύτηκε από τον ίδιο με την απαιτούμενη ρυθμική ακρίβεια και με μεγαλοπρέπεια. Το ορχηστρικό σύνολο των εγχόρδων πρόσφερε στον σολίστ μία συνοδεία προσεγμένη στη λεπτομέρεια.

Κατά τα δύο καθαρά ορχηστρικά έργα που ακολούθησαν και ακούστηκαν το ένα πριν από το διάλειμμα και το άλλο μετά, αντιστοίχως το Σεξτέτο για έγχορδα, Op. 70, Souvenir de Florence (μεταγραφή για ορχήστρα εγχόρδων) του Piotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893) και η Aria για έγχορδα, Op. 9, του Mieczysław Weinberg (1919-1996), το σύνολο έπαιξε με γνήσιο αίσθημα, λαμπρή εκφραστικότητα και τεχνική αρτιότητα.

Ο πιανίστας Bruce Liu συμπράττει με την Amsterdam Sinfonietta. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Η συναυλία έκλεισε με το Κοντσέρτο αρ. 2, Op. 21, του Chopin, γραμμένο κατά το φθινόπωρο του 1829 και ερμηνευμένο για πρώτη φορά κατά την άνοιξη του 1830 στη Βαρσοβία, από τον ίδιο τον συνθέτη. Το έργο ακούστηκε στη μεταγραφή για πιάνο και ορχήστρα εγχόρδων. Ο Liu κατά την προσέγγιση του διάσημου έργου, επιστράτευσε όλες του τις μουσικές και τεχνικές δεξιότητες· το παίξιμό του έρεε κάθε στιγμή με φυσικότητα, ο ήχος του κρινόταν εύπλαστος και ζεστός, ενώ ο μελωδικός πλούτος της παρτιτούρας και τα διανθίσματα των εκτενών μελωδικών γραμμών φωτίζονταν  με προσοχή και νόημα. Η Amsterdam Sinfonietta, όπως και στο έργο με το οποίο άνοιξε η συναυλία, του πρόσφερε μία συνοδεία ποιοτική και αναμφισβήτητα μουσική. Ωστόσο, κάποιες στιγμές αυθόρμητα αποζητούσαμε την αυθεντική ενορχήστρωση, που περιλαμβάνει τα πνευστά, τα οποία παίζουν τόσο σημαίνοντα ρόλο, όπως και τα κρουστά (τύμπανα), που από κοινού θα έδιναν ένα πληρέστερο gravitas. Αυτών λεχθέντων, τα μέλη του συνόλου έπαιξαν με όλη τους την ψυχή και οι εντυπώσεις που άφησαν ήταν όντως άρτιες. Εκτός προγράμματος, ο Lui, απομακρυνόμενος εντελώς από το σοπενικό σύμπαν, πρόσφερε ανάγλυφα ερμηνευμένο το κομμάτι με τίτλο Les Sauvages (Οι Άγριοι), από τη συλλογή Nouvelles suites de Pièces de Clavecin (Νέες σουίτες Kομματιών για Tσέμπαλο) του JeanPhilippe Rameau (1683-1764)· σημειώνουμε ότι το θεματικό υλικό του κομματιού είναι γνωστό στο ευρύτερο κοινό από τη συμπερίληψή του στην όπερα-μπαλέτο με τίτλο, Les Indes galantes (Οι ερωτικές Ινδίες), του ιδίου.

Ο πιανίστας Nikolai Lugansky συμπράττει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. Φωτογραφία: Margarita Yoko Nikitaki

Προχωρώντας, θα αναφερθούμε σε δύο συναυλίες της Κρατικής Ορχήστρας Αθηνών (ΚΟΑ), που επίσης δόθηκαν στο ΜΜΑ (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), η πρώτη εκ των οποίων εντάχθηκε στο πλαίσιο του «Φεστιβάλ της Άνοιξης», ενώ αμφότερες ξεχώρισαν λόγω της συμμετοχής εκλεκτών προσκεκλημένων ως σολίστ.

Πιο συγκεκριμένα, στις 11/4, η συναυλία άνοιξε με ένα από τα πλέον εμβληματικά έργα του 20ού αιώνα· ο λόγος για την Ιεροτελεστία της Άνοιξης (γαλλ. Le Sacre du printemps), του Igor Stravinsky (1882-1971), τελευταίο έργο του σπουδαίου μπαλετικού του τριπτύχου, που επίσης περιλαμβάνει το Πουλί της Φωτιάς (γαλλ. LOiseau de feu, 1910) και τον Petrushka (1911). Το μπαλέτο παρουσιάστηκε για πρώτη φορά την άνοιξη του 1913, στο Παρίσι (Théâtre des Champs-Élysées), και ανήκε στις παραγωγές του Ρώσου ιμπρεσάριου Sergei Diaghilev (1872-1929). Η πρεμιέρα προκάλεσε σκάνδαλο, τόσο λόγω των καινοτόμων αρμονικών και ρυθμικών στοιχείων της παρτιτούρας, όσο και λόγω της μοντέρνας για την εποχή χορογραφίας. Σε κάθε περίπτωση μέσω ακριβώς αυτού του succès de scandale, όπως ορθά θα το χαρακτήριζαν οι Γάλλοι, ο Stravinsky έγινε γνωστός ακόμα και σε εκείνους που δεν τον γνώριζαν ενώ με την παρτιτούρα του άνοιξε νέους δρόμους για τους συνθέτες της εποχής και επηρέασε εκείνους που ακολούθησαν. Από νωρίς, το έργο βρήκε τη θέση του στο βασικό συναυλιακό ρεπερτόριο και μέχρι σήμερα ακούγεται συχνά στις αίθουσες συναυλιών, ενώ πολύ σπανιότερα παρουσιάζεται χορογραφημένο.

Η ΚΟΑ πρότεινε μία συνεπή εκτέλεση αυτής της πολλών τεχνικών απαιτήσεων παρτιτούρας, με στιγμές ενθουσιασμού και εκφραστικής δύναμης· εντούτοις, δεν έλειψαν οι τονικές αστοχίες, κυρίως από την πλευρά των πνευστών, όπως και προβλήματα ρυθμικής ακρίβειας και ισορροπίας μεταξύ των ορχηστρικών ομάδων (λ.χ. κατά τα μέρη Jeu du rapt, Danse de la terre ή Évocation des ancêtres). Βρήκαμε, πάντως, ότι η συνεισφορά των κρουστών κινήθηκε σε άρτια επίπεδα φροντίζοντας, εκεί που χρειαζόταν, για την υπογράμμιση του εκστατικού παλμού του αριστουργήματος.

Ο πιανίστας Nikolai Lugansky συμπράττει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού. Φωτογραφία: Margarita Yoko Nikitaki

Στο δεύτερο μέρος της συναυλίας, o διαπρεπής πιανίστας Nikolai Lugansky, o Ρώσος πρίγκιπας του πιάνου, όπως σωστά τον έχουν αποκαλέσει, που εδώ και χρόνια τιμά κατά διαστήματα τη χώρα μας με εμφανίσεις, μάς χάρισε μία υπέροχης έμπνευσης ανάγνωση του Κοντσέρτου αρ. 4, Op. 58, του Ludwig van Beethoven (1770-1827). Σε αυτό το ερμηνευτικά εύφορο όσο και πολυαγαπημένο έργο, ολοκληρωμένο το 1806, βρήκε τον εσώτερο συναισθηματικό παλμό του έργου το οποίο του παρείχε πολλές ευκαιρίες να προτείνει στιγμές πολύτιμης μουσικής εμβάθυνσης και ολύμπιας εκφραστικότητας (πρώτο μέρος, Allegro), σπουδαίας δραματικής αφήγησης και υψηλού στοχασμού (δεύτερο μέρος, Andante con moto), αλλά και πηγαίας χαράς και φωτεινότητας (τρίτο μέρος, Rondo). Ο υποδειγματικά λαξευμένος ήχος του σε συνδυασμό με την ειλικρίνεια και την ευθύτητα της υφολογικά εύστοχης προσέγγισής του, υπηρετούσαν με τον ιδανικότερο τρόπο (και επιπλέον, με πόση σεμνότητα) τη μεγάλη μπετοβενική παρτιτούρα. Παρενθετικά αναφέρουμε ότι πολλές φορές κατά τη διάρκεια της ακρόασης αναλογισθήκαμε, πόσο τυχεροί είναι οι μαθητές του στο Κονσερβατόριο της Μόσχας, που βρίσκονται υπό τη καθοδήγηση ενός Δασκάλου αυτής της αξίας, ο οποίος όχι μόνο «κατέχει» τα μουσικά μυστικά, αλλά έχει τη διάθεση και βρίσκει τον χρόνο να τα μεταλαμπαδεύει  στους νεότερους ομοτέχνους του.

Η ΚΟΑ και ο Καρυτινός τον ακολούθησαν προσφέροντας μία κλασικής σαφήνειας συνοδεία, μολονότι σε κάποιες στιγμές, ευτυχώς όχι πολλές, δεν κατάφεραν να αναπνεύσουν και να φραζάρουν μαζί του, όπως λ.χ. κατά την ύστατη από τις τρεις συγχορδίες της τονικής (σολ μείζονας) αξίας ογδόων, με τις οποίες σφραγίζεται το πρώτο μέρος, Allegro, του Κοντσέρτου· εδώ, δεν συγχρονίστηκαν και έπαιξαν την καταληκτική συγχορδία λίγο μετά την εκτέλεσή της από τον πιανίστα (βλ. παρτιτούρα, πρώτο μέρος, Allegro, τελευταίο μέτρο).

Εκτός προγράμματος, ο Lugansky μάς χάρισε δύο διαφορετικού χαρακτήρα encores: αρχικά μπόλιασε με νοσταλγικό αίσθημα το Τραγούδι δίχως λόγια (γερμ. Lied ohne Worte), έκτο βιβλίο, αρ. 2, Op. 67, του Felix Mendelssohn Bartholdy (1809-1847) και στη συνέχεια εκτέλεσε με μαγικό toucher και με προσοχή τόσο στην αμφίσημη χρωματική αρμονία όσο και στα στροβιλιζόμενα δέκατα έκτα του δεξιού χεριού που έρρεαν με εσωτερική ένταση και με τη φυσικότητα τρεχούμενου νερού, το Πρελούδιο Op. 23, αρ. 7, του Sergei Rachmaninoff (1873-1943).

Ο βιολοντσελίστας Edgar Moreau συμπράττει με την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών, υπό τη διεύθυνση του Mihkel Kütson. Φωτογραφία: Margarita Yoko Nikitaki

Και κλείνουμε με τη συναυλία που έδωσε η ΚΟΑ, στις 25/4, η οποία ασφαλώς υπήρξε μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες της καλλιτεχνικής περιόδου. Το τιμόνι της ορχήστρας κράτησε ο Εσθονός αρχιμουσικός Mihkel Kütson, γνωστός τόσο για τις εμφανίσεις του στις διεθνείς αίθουσες συναυλιών όσο και στα διεθνή λυρικά θέατρα, ιδίως της Γερμανίας.

Η βραδιά άνοιξε με το  Κοντσέρτο για βιολοντσέλο αρ. 1, Op. 107, του Dmitri Shostakovich (1906-1975), ολοκληρωμένο το 1959 και γραμμένο, όπως και το Κοντσέρτο αρ. 2, Op. 126, για τον αξέχαστο Ρώσο βιολοντσελίστα (και αρχιμουσικό) Mstislav Rostropovich (1927-2007), ο οποίος το μελέτησε και το απομνημόνευσε μέσα σε μόλις τέσσερις μέρες. O τελευταίος υπήρξε εκείνος που έδωσε τις παγκόσμιες πρώτες εκτελέσεις των προαναφερθέντων έργων, αντιστοίχως το 1959 και το 1966. Τα σολιστικά μέρη τους εμπνέονται από τις σπάνιες εκφραστικές, μουσικές και δεξιοτεχνικές δυνατότητες του Rostropovich. Και όντως, όσοι είχαμε την τύχη να ακούσουμε «ζωντανά» τον θρύλο του βιολοντσέλου (ο συντάκτης του παρόντος σημειώματος, αρκετές φορές), δεν λησμονούμε το πλούσιο ταλέντο του και την απόλυτα γενναιόδωρη εκφραστικότητά του.

Κατά την πρόσφατη αθηναϊκή εκτέλεση του Πρώτου Κοντσέρτου, που γενικότερα ακούγεται συχνότερα από τα δύο κοντσέρτα, το σολιστικό μέρος επωμίσθηκε ένας από τους επιφανέστερους Γάλλους δεξιοτέχνες της νεότερης γενιάς, ο Edgar Moreau (γ. 1994), τον οποίον είχαμε ακούσει τελευταία φορά σε συναυλία μουσικής δωματίου, με συνοδοιπόρο του τον (επίσης Γάλλο) πιανίστα David Kadouch, στο Wigmore Hall του Λονδίνου, στις 6/3/2023 (βλ. Critics’ Point, 24/3/2023). Τότε, ανάμεσα σε άλλα, είχαμε αναφέρει ότι συνεχίζει τη μεγάλη Γαλλική Σχολή του βιολοντσέλου και όντως, κατά την πρόσφατη ακρόαση, επιβεβαιώσαμε το γεγονός. Ειδικότερα, αξιοποιώντας τον εύπλαστο και καλά εστιασμένο ήχο του, απέδωσε το Κοντσέρτο φροντίζοντας να αναδείξει τις ποικίλες συναισθηματικές εντάσεις του, τις στιγμές αιχμηρού σαρκασμού (λ.χ. τέταρτο μέρος, Allegro con moto) αλλά και να υπογραμμίσει με νόημα το κεντρικό όσο και χαρακτηριστικό τετράφθογγο θέμα (σολ, φα ύφεση, ντο ύφεση, σι ύφεση) τόσο κατά την έναρξη του έργου αλλά και κατά τις επανεμφανίσεις του. Επιπλέον, αντιμετώπισε τις τεχνικές δυσκολίες με ιδιαίτερη άνεση, όπως λ.χ. κατά την εκτενέστατη cadenza που καλύπτει ολόκληρο το τρίτο μέρος (Cadenza, attacca).

Δίπλα του, ο Mihkel Kütson ενθάρρυνε την ΚΟΑ να παίξει με ψυχή (λ.χ. κατά το μελαγχολικό δεύτερο μέρος, Moderato) και με προσοχή στις ενδείξεις δυναμικής της τετραμερούς παρτιτούρας, στις διάφορες θεματικές αναπτύξεις της αλλά και στις επιστροφές του προαναφερθέντος τετράφθογγου θέματος, που ενορχηστρώνεται, εναρμονίζεται και αναπτύσσεται ποικιλοτρόπως. Επιπλέον, ανέδειξε τα ρυθμικά χαρακτηριστικά της (λ.χ. τέταρτο μέρος, Allegro con moto) και την ιδιαίτερη ενορχήστρωσή της, η οποία δίνει σημαντικό ρόλο στα ξύλινα πνευστά και στο κόρνο, το οποίο αποτελεί το μοναδικό χάλκινο πνευστό που περιλαμβάνει.

Ο αρχιμουσικός Mihkel Kütson διευθύνει την Κρατική Ορχήστρα Αθηνών. Φωτογραφία: Margarita Yoko Nikitaki

Η υπέροχη «χημεία» που αναπτύχθηκε μεταξύ ορχήστρας και μαέστρου απέδωσε θαυμάσιους καρπούς και κατά το δεύτερο μέρος της συναυλίας το οποίο αφιερώθηκε αποκλειστικά στον κορυφαίο Φινλανδό μουσουργό Jean Sibelius (1865-1957). Συγκεκριμένα, κατά την εκτέλεση του Συμφωνικού Ποιήματος, Finlandia, Op. 26, οι συντελεστές έφεραν στην επιφάνεια την επιβλητική μεγαλοπρέπεια και τον εκρηκτικό δυναμισμό του έργου με ιδιωματικό τρόπο. Τα ίδια χαρακτηριστικά της έμπνευσης του Sibelius φωτίστηκαν και κατά την εκτέλεση της μονομερούς ύστατης Συμφωνίας αρ. 7, για την ολοκλήρωση της οποίας χρειάστηκαν δέκα ολόκληρα χρόνια (1914-1924), που ακούστηκε στη συνέχεια. Πρόκειται για ένα δημιούργημα μνημειώδους μουσικού οράματος, μάλλον σύντομης διάρκειας (περ. 22-25’), το οποίο από ερμηνευτικής άποψης δεν είναι εύκολο στην προσέγγιση εξαιτίας κυρίως της ιδιαιτερότητας της δομής του και του πολυδιάστατου ηχητικού του σύμπαντος.

O Kütson εκμαίευσε από την ΚΟΑ έναν ήχο γεμάτο λυρισμό και ωραίο χρώμα, πάντα καλά ισορροπημένο. Τα βαθιά συναισθήματα της Συμφωνίας, η πρωτοτυπία της δομής της, με τις συχνές εναλλαγές ταχυτήτων, η προσεκτική ανάπτυξη των μοτιβικών στοιχείων, οι κλιμακώσεις των μεγάλων μουσικών παραγράφων και ο μελωδικός πλούτος, φωτίζονταν με εύγλωττο τρόπο.

Εν κατακλείδι, ευχής έργον θα ήταν η περαιτέρω εξερεύνηση της εργογραφίας του Sibelius από την ΚΟΑ, υπό την καθοδήγηση μαέστρων της κλάσης του Kütson.

 

 

 

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.