
Ο Ιταλός Amilcare Ponchielli (1834-1886) υπήρξε στην εποχή του ένας από τους πλέον δημοφιλείς συνθέτες όπερας. Έργα του όπως τα I Lituani (πρώτη παγκόσμια παρουσίαση, 1874) και Marion Delorme (πρώτη παγκόσμια παρουσίαση, 1885), περιλαμβάνουν καλογραμμένα και ενδιαφέροντα φωνητικά μέρη. Ωστόσο, η μόνη του όπερα που παρέμεινε στο ρεπερτόριο είναι η Gioconda (La Gioconda, πρώτη παγκόσμια παρουσίαση, 1876)· και δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς τον λόγο, αφού τόσο η γεμάτη δραματική ένταση μουσική όσο και η δυνατή πλοκή, εντυπωσιάζουν σε κάθε ανέβασμα του αριστουργήματος.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ), μετά από είκοσι χρόνια, ενέταξε και πάλι την όπερα στο φετινό της πρόγραμμα, προτείνοντας ένα λαμπρό, διεθνών προδιαγραφών ανέβασμα. Ειδικότερα, επρόκειτο για συμπαραγωγή μεταξύ της ΕΛΣ, του Πασχαλινού Φεστιβάλ του Salzburg και της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου.
Παρακολουθήσαμε την παράσταση που δόθηκε στις 25 Οκτωβρίου, στην Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος της Εθνικής Λυρικής Σκηνής. Ο γνωστός σκηνοθέτης Oliver Miers, διευθυντής της Βασιλικής Όπερας του Λονδίνου, αξιοποιώντας το ταλέντο των συνεργατών του, Philipp Fürhofer (σκηνικά), Annemarie Woods (κοστούμια) και Fabiana Piccioli (φωτισμοί), μετατόπισε χρονικά την πλοκή του libretto, από τη Βενετία του 17ου αιώνα στη Βενετία της σύγχρονης εποχής. Το εικαστικό αποτέλεσμα κρίθηκε καλαίσθητο και λειτουργικό. Υπογραμμίστηκε, αν και με ορισμένες -όπως θα δούμε στη συνέχεια- σημαντικές αλλαγές στην εξέλιξη της πλοκής, ο χαρακτήρας των ηρώων της ιστορίας, η οποία στρέφεται γύρω από την ταλανισμένη ηρωίδα Gioconda, που μολονότι είναι ερωτευμένη με τον Πρίγκηπα Enzo Grimaldo, ο οποίος ενδιαφέρεται για άλλη (την Laura Adorno, που νιώθει δυστυχισμένη μέσα στον γάμο της), αποφασίζει στο τέλος να θυσιαστεί για εκείνον (προστατεύοντας και την αγαπημένη του). Διάφορες μηχανορραφίες δίνουν στην πλοκή συναρπαστικές διαστάσεις, τις οποίες ανέδειξε ο Miers, ο οποίος, εντούτοις, δεν δίστασε να προσθέσει και τη δική του άποψη αλλάζοντας σε σημεία το libretto και οδηγώντας την ίδια την Gioconda σε …φονικές πράξεις: την βλέπουμε, στην τρίτη πράξη, να σκοτώνει τον Alvise, και αργότερα, στο τέλος του έργου (τέταρτη πράξη), τον Barnaba. Αυτές οι σοβαρές αποκλίσεις σίγουρα προβλημάτισαν και δεν θα ευχαρίστησαν όλους. Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο Miers πρότεινε μία εκδοχή τύπου “what if…”, η οποία σε έβαζε σε σκέψεις.
Οι μεγάλοι ρόλοι καλύφθηκαν από υψηλής κλάσης λυρικούς τραγουδιστές, που διαπρέπουν διεθνώς.
Πιο συγκεκριμένα, τον ρόλο της Gioconda κράτησε η Ιταλίδα δραματική υψίφωνος Anna Pirozzi, ερμηνεύοντάς τον με εσωτερική ένταση και δραματικότητα. Υπήρξε έξοχη καθ΄όλη τη διάρκεια, ιδίως δε κατά την τραγική τελική της άρια (Suicidio!), όπου η ηρωίδα, πιστή στα συναισθήματά της, ετοιμάζεται να προσφέρει τη ζωή της για να σώσει τον Enzo.
Δίπλα της, ως Enzo, ο Ιταλός τενόρος, Francesco Pio Galasso, πρότεινε έναν ήρωα πειστικό και δυναμικό σε έκφραση. Η διάσημη άρια Cielo e mar της δεύτερης πράξης ερμηνεύτηκε από εκείνον με το απαιτούμενο ηρωικό πάθος.
Η Γεωργιανή μεσόφωνος Anita Rachvelishvili προσέγγισε τον ρόλο της τυφλής όσο και δυστυχισμένης μητέρας της Gioconda (La Cieca) αξιοποιώντας με τέχνη τη σπάνιων αρετών, βαθιά, σκουρόχρωμη φωνή της.
Η Ρωσίδα υψίφωνος Alisa Kolosova, με φωνή φρέσκια και απολύτως ελκυστική, γοήτευσε στον ρόλο της Laura Adorno.
O βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς πρότεινε έναν μοχθηρό κατάσκοπο Barnaba, εκμεταλλευόμενος τη βαθιά και στιβαρή φωνή του προκειμένου να δώσει, όπως εξάλλου απαιτεί η παρτιτούρα, στον ήρωά του έναν τρομακτικά απειλητικό χαρακτήρα.
Ο μπάσος Τάσος Αποστόλου, ως Alvise Badoero, σύζυγος της Laura και ισχυρός αξιωματούχος της Ιεράς Εξέτασης, απέδωσε με φωνητική και υποκριτική άνεση.
Τους μικρότερους ρόλους κράτησαν με προσοχή οι Γιάννης Καλύβας (Isèpo), Maxim Klonovskiy (Zuàne), Ιωάννης Κοντέλλης (Ένας μοναχός), Χρήστος Λάζος (Τιμονιέρης), Γιάννης Σταματάκης (Ένας τραγουδιστής) και Μπάμπης Βελισσάριος, Χρήστος Λάζος (Δύο φωνές).
Η χορωδία και η ορχήστρα απέδωσαν με συνέπεια και όρεξη, υπό τη διεύθυνση του Ιταλού αρχιμουσικού Fabrizio Ventura, ο οποίος φρόντισε για την ανάδειξη των λεπτομερειών της θαυμάσιας παρτιτούρας του Ponchielli, που χαρακτηρίζεται από ιδιαίτερο ρομαντικό αίσθημα.

Προχωρώντας, στις 27 Νοεμβρίου και στην ίδια ακριβώς σκηνή είχαμε την ευκαιρία να παρακολουθήσουμε μία ακόμη διάσημη όπερα του ιταλικού ρεπερτορίου· ο λόγος για την Tosca του Giacomo Puccini (πρώτη παγκόσμια παρουσίαση, 1900). Είδαμε, την αναβίωση της παλαιότερης, δοκιμασμένης και εύστοχης παραγωγής (σκηνοθεσία, σκηνικά και κοστούμια) του Νίκου Πετρόπουλου, που είχε παρουσιαστεί για πρώτη φορά στο Θέατρο Ολύμπια, το 2007. Με την κοσμαγάπητη όπερα του Puccini, η ΕΛΣ εγκαινιάζει αφιέρωμα στον Πετρόπουλο, ο οποίος για πολλές δεκαετίες συνεργάστηκε μαζί της.
Ο Πετρόπουλος μεταφέρει την πλοκή από τη Ρώμη του Ιουνίου 1800, περίοδο την οποία ορίζει το libretto, στη Ρώμη του Φεβρουαρίου 1944, κατά την οποία η Ιταλία (αλλά προφανώς, και η Ευρώπη) βιώνει μία κρίσιμη όσο και δυσάρεστη περίοδο. Η ιστορία ξεδιπλώνεται ως ασπρόμαυρη ταινία εποχής. Τα γκρίζα χρώματα δεσπόζουν σε όλη τη διάρκεια. Τα κοστούμια, ιδιαιτέρως δε εκείνα τα τόσο κομψά της ηρωίδας Tosca, είναι σχεδιασμένα με περισσή τέχνη και υψηλή αισθητική.
Όπως αναφέρθηκε και παραπάνω σχετικά με την Gioconda, έτσι και για το πρόσφατο ανέβασμα του πουτσίνιου αριστουργήματος, η ΕΛΣ πρότεινε μία εξίσου εντυπωσιακή φωνητική διανομή, που καλύφθηκε από σημαντικούς τραγουδιστές.

Αναλυτικότερα, τον ρόλο της Tosca κράτησε η Πολωνή υψίφωνος Aleskandra Kurzak, μία από τις κορυφαίες σύγχρονες ενσαρκώτριες του ρόλου, την οποία μάλιστα, μόλις στις 7 Οκτωβρίου, είχαμε παρακολουθήσει στη Βασιλική Όπερα του Λονδίνου, να ερμηνεύει την ίδια ηρωίδα, στη νέα παραγωγή του Mears (βλ. Critics’ Point, 20/11/2025). Η Kurzak έχει κάνει τον ρόλο εντελώς «δικό της»· με τα πλούσια φωνητικά και τεχνικά της μέσα μπορεί και διεισδύει βαθιά στην ιδιοσυγκρασία της τραγικής ηρωίδας. Η μεγάλη σε μέγεθος, γεμάτη αλλά και εύπλαστη φωνή της, το δραματικό της ένστικτο και η σκηνική της παρουσία, για ακόμη μία φορά μας κατέπληξαν και μας ευχαρίστησαν. Ο διάσημος μονόλογος (άρια), Vissi d’arte, κατά τη δεύτερη πράξη, η κάθε φράση του οποίου υπήρξε τόσο λεπτοδουλεμένη στα χείλη της υψιφώνου, πολύ μας άγγιξε. Η Kurzak, με τη συνολική της ερμηνεία, ενέπνευσε τους συναδέλφους της, επίσης να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό.
Ο Αργεντινός τενόρος Marcelo Puente αξιοποίησε την ωραία του φωνή και τις υποκριτικές του ικανότητες, όπως και την ελκυστική του εμφάνιση, προσφέροντας έναν ηρωικό Mario Cavaradossi. Στην άρια της τρίτης πράξης, E lucevan le stelle, υπήρξε συγκινητικός.
Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς, μετά από τον ρόλο του Barnaba (Gioconda, βλ. παραπάνω), προσέγγισε επιτυχώς ακόμη έναν απεχθή και ύπουλο ήρωα, τον αρχηγό της αστυνομίας, Βαρόνο Scarpia. Ερμήνευσε με σκέψη και υποκριτική δύναμη τον ρόλο, ειδικά κατά τη δεύτερη πράξη, όταν ο «κακός» ήρωας αποκαλύπτει το πραγματικό του πρόσωπο και προσπαθεί με εκβιαστικά και σαδιστικά μέσα να κατακτήσει την Tosca, της οποίας η καρδιά, βεβαίως, ανήκει στον Mario Cavaradossi. Πόσο έκανε την Tosca να υποφέρει με τον τρόπο του και τις εντολές που έδινε για τον βασανισμό του Mario, ενώ από την πλευρά της, η Kurzak με ακρίβεια υπογράμμιζε τον πόνο, την αγωνία και την απελπισία της Tosca. Ναι, η σκηνική και η μουσική «χημεία» μεταξύ των δύο τραγουδιστών υπήρξε αξιοσημείωτη.

Στους συγκριτικά βραχύτερους ρόλους, οι εξαιρετικοί Πέτρος Μαγουλάς (Cesare Angelotti) και Γιάννης Γιαννίσης (Νεωκόρος), όπως και οι εξίσου καλοί Πέννυ Ρίζου (Βοσκός), Γιάννης Καλύβας (Spoletta) και Γιώργος Παπαδημητρίου (Sciarrone/ Δεσμοφύλακας), πρόσθεσαν στην ποιότητα της παράστασης.
Στο podium στάθηκε ο Ιταλός αρχιμουσικός Paolo Carignani, ένας από τους επιφανέστερους σύγχρονους μαέστρους όπερας, οι ειδικές γνώσεις, οι ικανότητες και το τάλαντο του οποίου έχουν ενθουσιωδώς επαινεθεί διεθνώς και μέσω των συνεργασιών του με κορυφαία λυρικά θέατρα. Αναλυτικότερα, ως βασικός μοχλός της δυνατής ερμηνείας που λάβαμε, φώτισε με περίσσεια έγνοια το δραματικό φορτίο της παρτιτούρας (ιδίως την πυρετώδη-εφιαλτική ένταση της δεύτερης πράξης), αλλά και την έξοχη ενορχήστρωση του Puccini. Με εκφραστική δύναμη έκτισε την εξέλιξη όπως και τις συναισθηματικές φορτίσεις του τραγικού έργου δίνοντας πνοή σε κάθε μουσική φράση και παράγραφο.
Στο τέλος της παράστασης, για την υπόκλιση, η Kurzak οδήγησε τον μαέστρο στη σκηνή, με νόημα γονατίζοντας μπροστά του. Βεβαίως, ο Carignani, εκτός από την υποδειγματική φωνητική διανομή, είχε στη διάθεσή του, επιπλέον τις άρτια προετοιμασμένες ορχήστρα και χορωδία της ΕΛΣ, που υπηρέτησαν με ζέση τη μεγάλη παρτιτούρα· μία παρτιτούρα κάθε άλλο παρά άγνωστη σε εκείνες, αφού το λυρικό μας θέατρο επιστρέφει συχνά και πάντα με ανανεωμένη διάθεση στο έργο.