
Μια ξεχωριστή συναυλία προσέφερε το καταξιωμένο Κουϊντέτο πνευστών «Αίολος» –αποτελούμενο από τους: Βαγγέλη Σταθουλόπουλο (φλάουτο), Γιάννη Τσελίκα (όμποε), Άγγελο Πολίτη (κλαρινέτο), Σπύρο Κάκο (κόρνο) και Γιώργο Φαρούγγια (φαγκότο)–σε σύμπραξη με τον διεθνούς δράσης έλληνα πιανίστα Γιάννη Ποταμούση, το Σάββατο 5 Απριλίου 2025 στην αίθουσα «Άρης Γαρουφαλής» του Ωδείου Αθηνών. Προλόγισε η Ρενάτα Δαλιανούδη, μουσικολόγος, Αν. Καθηγήτρια στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, παραγωγός ΕΡΤ.
Αναμενόμενη ήταν μάλλον η υψηλού επιπέδου ερμηνεία των έργων λόγω της πολυετούς και συνεπούς διαδρομής των ερμηνευτών. Εκείνο που αποτέλεσε ωστόσο ευχάριστη έκπληξη υπήρξε η αμιγής σύσταση του προγράμματος από έργα ελλήνων δημιουργών, εύστοχα επιλεγμένων ώστε να καλύπτουν αρκετά αντιπροσωπευτικά μία ιστορική διαδρομή 60 και πλέον ετών. Ακούστηκαν κατά σειρά εκτέλεσης: η Σερενάτα για κουϊντέτο ξύλινων πνευστών, έργο 29 (1997) του εμπειρότατου δασκάλου Μπάμπη Κανά (1952), έργο σοφά οικονομημένο στα μέσα και τις τεχνικές του, κρατώντας θαυμαστή ισορροπία ανάμεσα στον στυλιστικό πλουραλισμό της δεκαετίας του 1990 –και εξής– και ανοίγοντας επιτυχώς τη συναυλία· το Quintetto για φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο, φαγκότο και πιάνο (1989), του Κωνσταντίνου Κυδωνιάτη (1908-1998) έργο πληθωρικό, δυναμικό, συχνά απρόσμενα καταιγιστικό –ενός κατά τα λοιπά χαμηλών τόνων δημιουργού– πλήρες ιδεών και ευφάνταστων συνθετικών τεχνικών, ως ηχηρή πρόταση της διευρυμένης τονικότητας στην εποχή του πρώιμου μεταμοντερνισμού· έπειτα από το διάλειμμα ακολούθησε το Κουαρτέτο για φλάουτο, όμποε, κλαρινέτο και φαγκότο (1962) του Γεωργίου Πονηρίδη (1892-1982), έργο –ίσως όχι από τα πλέον αντιπροσωπευτικά του δημιουργού– ακαδημαϊκής στυλιστικότητας, με δωδεκαφθογγικές αναφορές, σε προφανή διασύνδεση με την avant-garde της εποχής που καθόρισε έως τη δεκαετία του 1970 τη μεταπολεμική δημιουργία τόσο την Ελλάδα όσο και στις δυτικές χώρες· τέλος, η Ελληνική Σουίτα για κουϊντέτο ξύλινων πνευστών και πιάνο (2024) του Γιώργου Δούση (1975), συνθέτη της νεότερης γενιάς, το οποίο μέσα από έντονες αντιθέσεις, εξαντλητική επεξεργασία του υλικού και πηγαία εκφραστικότητα έκλεισε τη βραδιά συνεπαίρνοντας μουσικούς και ακροατές.
Ενδεχομένως το κοινό σημείο αναφοράς των έργων –πλην εκείνου του Πονηρίδη– υπήρξε η έκφραση της ελληνικότητας, ή έστω η διαπραγμάτευση κάποιων εκ των βασικών χαρακτηριστικών της, παράλληλα με το ζήτημα της υφολογικής ιστορικότητας στην εποχή του μεταμοντέρνπου πολυστυλισμού· οι τίτλοι των μερών των έργων του Κανά και του Δούση είναι σαφείς ως προς αυτό, ενώ στην περίπτωση του Κυδωνιάτη λειτούργησε η μουσική αυτοαναφορικότητα. Τα έργα αυτά συνεπώς έθεσαν και έλυσαν το “αιώνιο” ζήτημα χρήσης του παραδοσιακού στοιχείου στην έντεχνη μουσική. Και αποτέλεσαν όλα εναλλακτικές, στιβαρές και συνεπείς προτάσεις –καθεμία με το δικό της ύφος και δυναμική– που δεν μπορούν να περάσουν στο αρχείο. Συνιστούν ήδη ένα corpus έργων του ρεπερτορίου, μία σημαντική ψηφίδα της έντεχνης ελληνικής μουσικής, σημαντικής τόσο εντός, όσο και εκτός συνόρων, καθώς το πρόβλημα που θέτουν και κυρίως οι λύσεις που επιτυχέστατα προσφέρουν δεν αφορούν μόνο στην ελληνική μουσική, αλλά και στη διεθνή έντεχνη δημιουργία.
Οι δεξιοτέχνες μουσικοί της βραδιάς επιτέλεσαν ρόλο θαυμαστό, πρωτευόντως με την επιλογή του προγράμματος και τελικώς με την πλήρως επιτυχημένη –έως– και συναρπαστική απόδοσή του επί σκηνής.