Κουαρτέτο εγχόρδων L’ Anima και Μάγδα Νικολαΐδου

Μια απολαυστική συναυλία καταξιωμένων ερμηνευτών είχαμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε την Τετάρτη 26 Μαρτίου 2025 στην αίθουσα συναυλιών Φίλιππος Νάκας, από το κουαρτέτο εγχόρδων L’Anima –το οποίο εξελίσσεται στο πλέον μακροημερεύον ελληνικό κουαρτέτο οδεύοντας την επόμενη χρονιά στη συμπλήρωση μίας ευτυχούς τριαντακονταετούς διαδρομής, και αποτελείται από τους εκλεκτούς ερμηνευτές Στέλλα Τσάνη (πρώτο βιολί), Μπρουνίλντα-Ευγενία Μάλο (δεύτερο βιολί), Αντώνη Μανιά (βιόλα) και Λευκή Κολοβού (βιολοντσέλο)– με σολίστ στο πιάνο την πολυπράγμονα δεξιοτέχνη Μάγδα Νικολαΐδου.

Το πρόγραμμα άνοιξε με το Κουαρτέτο εγχόρδων op. 76, αρ. 2 “Quinten” του Joseph Haydn, το οποίο το κουαρτέτο L’ Anima απέδωσε με αξιοζήλευτη αρτιότητα και υφολογική συνέπεια. Στη συνέχεια ερμηνεύτηκε το ιδιαίτερα ενδιαφέρον έργο Κουαρτέτο εγχόρδων «Σείκιλος» του Κωστή Δεμερτζή, σε πρώτη παγκόσμια εκτέλεση. Για το έργο ο συνθέτης παρείχε επιμελημένο πολυσέλιδο σημείωμα –με την ιδιότητα και του μουσικολόγου– σχετικό με το μουσικό θέμα της επιτύμβιας στήλης του Σείκιλου και την επεξεργασία του στο έργο. Είθε οι έλληνες συνθέτες να αντλούν από τα λιγοστά μουσικά σπάργανα της ελληνικής αρχαιότητας και να επιτυγχάνουν τη χρήση αυτών σε ένα σύγχρονο μουσικό πλαίσιο, μεστό νοήματος και ύφους!

Στο δεύτερο μέρος του προγράμματος, συνέπραξε με το κουαρτέτο L’ Anima η πιανίστα Μάγδα Νικολαΐδου στο Κονστέρτο για πιάνο και ορχήστρα αρ. 2 (op. 18) του Sergei Rachmaninoff, σε μεταγραφή για πιάνο και κουαρτέτο εγχόρδων του Jeremy Liu. Η κα Νικολαΐδου μας έχει συνηθίσει σε υψηλού επιπέδου ερμηνείες. Αυτή τη φορά εκτιμώ ωστόσο πως πέτυχε μία άψογη εκτέλεση, ταυτόχρονα δεξιοτεχνική και εκφραστική, σε απόλυτη σύμπραξη με το κουαρτέτο που είχε αναλάβει τον ρόλο της ορχήστρας.

Είναι αισιόδοξη η διαπίστωση πως πλέον η ελληνική μουσική ζωή διαθέτει εξαιρετικούς και αφοσιωμένους ερμηνευτές. Ακόμη περισσότερο αισιόδοξο είναι το γεγονός πως οι ερμηνευτές αυτοί είναι δραστήριοι, συμπράττουν, παρουσιάζουν ενδιαφέροντα προγράμματα, δημιουργούν ρεπερτόριο, εμπλέκουν το κοινό. Τίποτε από τα παραπάνω δεν είναι αυτονόητο· προϋποθέτει γνώση και διαρκή και συνεπή δράση. Και οπωσδήποτε η δημόσια αναφορά είναι πιστεύω αναγκαία επιβεβαίωση και ίσως επιβράβευση για τη συνέχιση και διασπορά των καλών αυτών πρακτικών.