«Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα» του Federico Lorca, σε σκηνοθεσία της Έφης Μεράβογλου

 

Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα,

Federico Carcia Lorca,

Σκηνοθεσία: Έφη Μεράβογλου

Χώρος τέχνης «Εργοτάξιον»

 

Κοριτσίστικες ζωές σπαρμένες σε χίλια κομμάτια…εκεί στο σκοτεινό σπίτι της Μπερνάρντα…

 

La Casa de Bernarda Alba. Drama de mujeres en los pueblos de España

 

Το σπίτι της Μπερνάρντα Άλμπα (1936) συνιστά μαζί με τον Ματωμένο Γάμο (1933) και τη Γερμα (1934) την τριλογία των δραμάτων της «ισπανικής υπαίθρου» με κοινή θεματολογία την πάλη μεταξύ της επιθυμίας και της κοινωνικής επιταγής. Η Μπερνάρντα διαθέτει μακρά ιστορία στην ελληνική σκηνή με την πρεμιέρα να παρουσιάζεται το 1954 σε μια εμβληματική παράσταση στο θέατρο Κοτοπούλη με την Κατίνα Παξινού σε σκηνοθεσία Αλέξη Μινωτή και μετάφραση Νίκου Γκάτσου.

Η παράσταση επαναλαμβάνεται το 1962 στο Εθνικό με την ίδια διανομή. Παράλληλα, Η Αντιγόνη Βαλάκου που το 1962 έχει τον ρόλο της Αδέλα αναλαμβάνει τον ρόλο της Μπερνάρντα στο Εθνικό το 1996, ενώ ανεξίτηλη έχει μείνει και η παρουσία της Αλέκας Κατσέλη στον ίδιο ρόλο το 1986 στην παράσταση του Εθνικού.

Η Μπερνάρντα διαθέτει μια δραματουργική ταυτότητα που συνομιλεί άμεσα με τα βιώματα της μεσογειακής ιδιοσυγκρασίας και τον αξιακό και συμπεριφορικό αρχετυπικό άξονα της ελληνικής διάνοιας· γνώριμες και οικείες στάσεις και θέσεις που παλεύουν να ορίσουν και να εξισορροπήσουν το φλογερό πάθος με την απαγόρευση του πόθου και της επιθυμίας που συχνά καταλήγει σε φόνο, κυριολεκτικό ή συμβολικό.

Ένας μίτος γυναικείας παρουσίας -όπως αναφέρει και ο υπότιτλος του έργου- με πολυποίκιλες μορφολογικές και χαρακτηριολογικές απολήξεις κι ορίζουσες διατρέχει τη διάνοια της Μπερντάρντα αναδεικνύοντας έναν κόσμο συμβολικό αλλά και φρικωδώς πραγματικό, όπου το πάθος ερωτοτροπεί ξεδιάντροπα με το απαγορευμένο· τα όρια της ανθρώπινης συνέπειας και σεβασμού του ετέρου, της αδερφικής και μητρικής αγάπης διασαλεύονται, οι βουλήσεις ασφυκτιούν και πνίγονται, με τον θάνατο να επιβάλλει κάθε στιγμή την πνοή της απειλητικής του παρουσίας.

Εμπνευσμένος από την εγγενή ενσυναισθητική του ροπή προς τους καταπιεσμένους -ρώτα που εντοπίζεται και στην ποίησή του με έντονα κοσμοπολίτικα αντι-αμερικανικά στοιχεία από την παραμονή του στις ΗΠΑ- ο F.G.Lorca προσεγγίζει με ευαισθησία, ποιητικότητα και συμβολιστική σφοδρότητα την ιστορία των εννέα γυναικών που αργοπεθαίνουν στο σπίτι της Μπερνάρντα· ως εκ τούτου, η εξέλιξη της δραματουργίας ερείδεται σε συγκεκριμένους συμβολισμούς και αλληγορίες που αποτυπώνουν ανελέητα ετερότητες, συγκρούσεις και ψυχοδυναμικές εντάσεις.

Ο λόγος του F.G.Lorca και η δέση της πλοκής συνιστούν δομές σημασιολογικά έμφορτες με πολλαπλές ψυχικές διακυμάνσεις, συσχετισμένα νοήματα και σπαράγματα τραυμάτων, αναδεικνύοντας τη βαθιά και σχισματική συναρμογή των εννέα προσώπων, τα οποία ενώνονται μεταξύ τους με δεσμούς αίματος· οι αιμάτινοι αυτοί δεσμοί καθιστούν τη συγκρουσιακή και διχαστική συνθήκη ακόμη πιο τρομακτική, επιδραστική και αλγεινή.

Ως εκ τούτου, η περιπλοκότητα των σχέσεων αποτυπώνεται συμβολιστικά μέσω, αφ΄ενός των αντικειμένων και αφ΄ετέρου των προσώπων, παρόντων και απόντων· έτσι ο κλειστοφοβικός οίκος της Μπερνάρντα λειτουργεί σαν φυλακή αλλά και τάφος ψυχών, επιθυμιών και ελπίδας, ενώ ο ήχος της καμπάνας, πέραν της ένδειξης ενός αχαλίνωτου πένθους ηχεί και ως memento mori.

Παράλληλα, το επιβλητικό μαύρο του πένθους -κοστούμια- και το λευκό της αγνότητας -σεντόνια που κεντούν τα κορίτσια- ιχνηλατούν την ετερότητα σκότους και φωτός, καταπίεσης κι ελευθερίας αλλά και τον υπαινιγμό μια υποκριτικής στάσης, απότοκο της κοινωνικής επιταγής· στο ίδιο πλαίσιο, τα πρόσωπα δρουν αλληγορικά, με τη Μπερνάρντα να συνιστά το σύμβολο της εξουσιαστικής σκληρότητας αλλά και της στρέβλωσης των παραδεδομένων αξιών και ηθών που καταβροχθίζουν προσωπικές επιθυμίες -δεν είναι τυχαίο που μέρος της πλοκής εξελίσσεται γύρω από το κεντρικό τραπέζι.

Στον αντίποδα της Μπερνάρντα στέκει η ετερότητα της Αδέλας με το πράσινο φουστάνι και την μεγάλη καρδιά που λαχταρά να ζήσει κι όχι να επιβιώσει·ο έρωτας ως πόθος και γενεσιουργό μέσο αναγέννησης και μετουσίωσης σε ερωτική ολοκλήρωση γίνεται εμμονή της Αδέλας και πάθος για εξέγερση ενάντια στην αυθαίρετη κοινωνική υποταγή. Στον βωμό αυτό, ωστόσο, η Αδέλα διαπράττει συνεχείς ύβρεις απέναντι στον οίκο, τη μητέρα και την αδερφή Αγκούστιας με την αυτοχειρία να δρα ως ψυχολυτρωτική καταλλαγή αλλά και ως το νομοτελειακό πέρας ενός μιάσματος -στοιχείο που λειτουργεί και υπαινιγμός του τραγικού.

Παράλληλα, ισχυρό είναι και το αποτύπωμα της έλλειψης του ανδρικού στοιχείου· η απώλεια του πατρός που πλημμυρίζει πένθος το -ήδη- ζοφερό σπίτι της Μπερνάρντα και η αποκλειστικά λεκτική υπόμνηση του φλογερού Πέπε Ρομάνο, απόντα και κρυμμένου εραστή, συνιστούν μια διπολικότητα. Η διπολικότητα αυτή που εντείνει την αμφιθυμία εντοπίζεται  στο διχαστικό πρόσωπο της πανταχού παρούσας -αυταρχικής- πατριαρχίας και του ανομολόγητου, απαγορευμένου αλλά ζωοδότη  πόθου.

Η σκηνοθετική οπτική της Έφης Μεράβογλου αναδεικνύει το ζοφερό σύμπαν της Μπερνάρντα περικλείοντας την παρουσία των προσώπων σε μια λευκή κατασκευή από διαπερατό ύφασμα σε μορφή οίκου· το περίκλειστο αυτό σκηνογραφικό στοιχείο αναδεικνύει με ποιητικότητα τον ασφυκτικό μικρόκοσμο και τους συμβολιστικούς υπαινιγμούς του συγγραφέα, τονίζοντας το πένθος του οίκου και τη λευκότητα της ζωής και της ελευθερίας, μια επίμονη υπόμνηση του άπιαστου που υφίσταται, δεσπόζοντας επί του οίκου, χωρίς να μπορεί να διεισδύσει στο εσωτερικό του.

Παράλληλα, η σκηνοθεσία αφήνει να αναδυθούν όλες οι κραυγές και οι ήχοι του πικραμένου, βασανισμένου βλέμματος των ματαιωμένων χαρακτήρων, αξιοποιώντας συχνά  την παύση ως δραματουργικό εργαλείο· σιωπές, πληγωμένα πρόσωπα, ανείπωτες θλίψεις και πένθος αναδύονται, περιπλέκονται και εγκλωβίζονται στην απειλητική λευκότητα του σκηνικού, φονεύοντας ό,τι υπόλοιπο έχει απομείνει από τα κοριτσίστικα όνειρα.

Οι κόρες συγκροτούν μια οιονεί χορογραφία -έναν τραγικό χορό οδύνης κι αιχμαλωσίας- με διάσπαρτα ξεσπάσματα και άρρθμες κινήσεις που μαρτυρούν την τάση φυγής, τον εγκλωβισμό και το αναπόδραστο·  η παρουσία στην αρχή της παράστασης των βηματισμών ανδαλουσιάνικου ρυθμού πάνω στον κτύπο του μπαστουνιού της Μπερνάρντα λειτουργούν, ενδεχομένως, ως υπόμνηση τελετουργίας.

Η ερμηνευτική προσέγγιση της σκηνοθεσίας ερείδεται στο πρότυπο της ταύτισης μεταξύ ρόλου και υποκριτή, με τη Μπερνάρντα της Μυγδαλιάς Ανδρέου να φέρει το βάρος ενός ύφους επιβλητικού και ψυχρού με έντονα στοιχεία σκληρότητας· τα στοιχεία αυτά αποτυπώνονταν στο βλέμμα της Μπερνάρντα αν και η παρουσία του περίκλειστου σκηνικού δημιουργούσε ενίοτε μια οπτική ασάφεια, ωστόσο τοιουτοτρόπως δινόταν έμφαση στη λεκτική επικοινωνία και την ανάδυση των κρυμμένων συναισθηματικών πτυχών μέσω των διαλόγων -άλλωστε το εν λόγω δράμα συνιστά ένα αμιγές  είδος θεάτρου του λόγου.

Ο κάθε γυναικείος χαρακτήρας της ομάδας Mariposa -Αριστέα Ανύση (Δούλα), Μαρία Δώρα Λέων (Αδέλα), Χριστίνα Μούζη (Μαγκνταλένα), Σωτηρία Χρυσικοπούλου (Ανγκούστιας), Σόνια Πούλη (Μαρία Χοσέφα), Σοφία Πασπαλιάρη (Πόνθια), Αναστασία Ραβάνη (Αμέλια), Παναγιώτα Χαϊδεμένου (Μαρτίριο)- προσέφερε στην παράσταση τη δική του αξία, με δεσπόζουσες τις συγκρουσιακές τάσεις και τις αντιζηλίες· διαμορφώθηκε έτσι ένα όλον εξαιρετικά οικείο στο ελληνικό κοινό από παλαιότερες παραστάσεις και κινηματογραφικές αναφορές της υπαίθρου, ανακαλώντας την αίσθηση του θεάτρου ως memory machine κατά τον M. Carlson. Ο F.G.Lorca ζωντάνεψε εικόνες αιχμάλωτες στο ελληνικό ασυνείδητο, ορίζοντας για άλλη μια φορά το θέατρο ως ένα theatrum mundi και μέσο αυτεπίγνωσης.

Στο παρασταστιακό πλαίσιο ο χαμηλός φωτισμός του Τάκη Σπανού ανέδειξε την εσωτερική και κρυμμένη  αιχμαλωσία των προσώπων, ξεσπώντας στο τέλος για να αναδείξει τον θάνατο, ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια τήρησαν την ιστορικότητα του έργου, τονίζοντας τη στενότητα με την ύπαρξη επίπλων που εμπόδιζαν την κίνηση των κοριτσιών, ενώ τα κλειστά παράθυρα ανέδειξαν τον προσωπικό εγκλωβισμό. Το κείμενο, με αναφορές στη μετάφραση του Νίκου Γκάτσου, στάθηκε άνετα πάνω στη σκηνή, αναδεικνύοντας τις λεκτικές αντιπαραθέσεις και τις συναισθηματικές φορτίσεις.

Η παράσταση στάθηκε μια αξιοπρεπής συγκεκριμενοποίηση του έργου του F.G.Lorca, ενώ κάθε αλήθεια και κάθε ψυχοδυναμική συνθήκη που διέπουν το βάθος των ανθρωπίνων σχέσεων καταδείχθηκε με σεβασμό στον συγγραφέα και αγάπη για το θέατρο -γεγονός που ήταν σε κάθε στιγμή της παράστασης προφανές.

Σηκώθηκαν βαριά οι ώρες μέσα στο σπίτι και ήπιαν το πένθος με τις φλέβες τους…περίμεναν να έρθει ο ήλιος ο ακοίμητος και να σιγάσει η θλίψη…δεν είδαν, δε χάρηκαν, δε μίλησαν την ώρα που χάραξε η μοίρα και έκαψε τη μικρότερη από τις πέντε λεύκες…

 

Λία Τσεκούρα,

Πεντέλη, 09122025