
“Ο Τελευταίος Γιάνκης”
του Arthur Miller
Σκηνοθεσία: Αγγελική Καρυστινού
Θέατρο “Μικρό Γκλόρια”
Πάσχοντα πρόσωπα μάχονται για έναν παράδεισο…
Από τις απαρχές του το Αμερικανικό Θέατρο αντιμετωπίστηκε με σκεπτικισμό και απορριπτική διάθεση από τους κριτικούς, ως κακέκτυπο του ευρωπαϊκού θεάτρου αλλά και ως χώρος εμπορευματοποίησης της τέχνης. Κατά τον 19ο αι. η απαξίωση σταδιακά εκλείπει καθώς η σκηνή εμπλουτίζεται από αμιγώς αμερικανικά δράματα, ενώ δημιουργείται και το Broadway.
O 20ός αι. υπήρξε καθοριστικός για το αμερικανικό θέατρο με την εμφάνιση πρωτοπόρων δημιουργών όπως ο Eugene O’Neill, θεμελιωτής του Αμερικανικού θεάτρου και του ψυχολογικού ρεαλισμού αλλά και άλλων δημιουργών, όπως οι Tennessee Williams, Arthur Miller και Edward Albee. Με τους προαναφερόμενους δημιουργούς το αμερικανικό δράμα αποκτά τη δική του ταυτότητα και καθιερώνεται παγκοσμίως.
Ο βραβευμένος με Pulitzer για το Death of a Salesman Arthur Miller παρουσιάζει το The last Yankee το 1993. Το έργο είχε μια σταδιακή εξέλιξη, καθώς πρωτοεμφανίστηκε το 1991 ως μονόπρακτο διάρκειας περίπου 30-40 λεπτών, ενώ ο δημιουργός του το εμπλουτίζει το 1993 και το διαμορφώνει σε ολοκληρωμένο δίπρακτο θεατρικό έργο, μορφή με την οποία παρουσιάζεται έκτοτε.
Η επίσημη πρεμιέρα του πραγματοποιήθηκε σχεδόν ταυτόχρονα σε δύο μεγάλες θεατρικές σκηνές πριν από 33 χρόνια, με την πρώτη να παρουσιάζεται τον Ιανουάριο του 1993 στο Manhattan Theatre Club (Off-Broadway) της Νέας Υόρκης. Κατόπιν παρουσιάστηκε την ίδια περίοδο στο Λονδίνο, σημειώνοντας μάλιστα μεγάλη επιτυχία, η οποία το οδηγεί στο Duke of York’s Theatre στο West End.
Εάν ο σκοπός του θεάτρου, κατά τον Miller, είναι να ανυψώσει τη συνείδηση των ανθρώπων στα όρια του ανθρωπίνως εφικτού, γίνεται αντιληπτή η βαθιά τομή που χάραξε ο εν λόγω δραματουργός στο Αμερικάνικο θέατρο. Ο εβραιο-πολωνικής καταγωγής συγγραφέας δημιουργεί ένα περίτεχνο έργο όπου συνυφαίνονται κοινωνικές αντιλήψεις και αξίες με καταβύθιση στο εσώτερο είναι της ανθρώπινης υπαρξιακής διάστασης∙ προσωπικά τραύματα και κρίματα, ανεκπλήρωτες προσδοκίες και πένθη, ματαιώσεις και συμβιβασμοί ζωής δομούν ένα δράμα που ιχνηλατεί ιστορίες ανθρώπων, οι οποίοι το μόνο που αναζητούν είναι ένα έλεος ύπαρξης.

Καθώς το θέατρο ενσωματώνει μια καταγωγική εσωτερικότητα που εξερευνά το σπηλαιώδες υποσυνείδητο της ψυχής -έναν φροϋδικό καμβά, καλύτερα, εάν θέλει κανείς να διασκεδάσει τη θεματική του έργου- τότε η θεατρική πράξη συνιστά ένα κάτοπτρο αυτεπίγνωσης· η ζωή εγγράφεται τολμηρά και ξεδιάντροπα σε εκείνη τη χρονική χαραγματιά που αγγίζει τη φευγαλεότητα μιας παράστασης, ορίζοντας ταυτόχρονα και τη συνιστώσα ενός theatrum mundi.
Ο Miller, που στηλιτεύει το αμερικάνικο όνειρο και τον κοινωνικό κομφορμισμό, συνεχίζει να προβληματίζεται πάνω στη θεματική των προαναφερόμενων δημιουργών, καθώς στο λιτό κουαρτέτο του The Last Yankee εμφωλεύουν πολυποίκιλες και ακανθώδεις θεματικές και ζοφερές παθογένειες της οικογενειακής εμπειρίας· έτσι, ιχνηλατώντας περαιτέρω τα έργα, η θεματική των οικογενειακών σχέσεων διακλαδώνεται σε υποθέματα, τα οποία συνδέουν τις ιστορίες των τεσσάρων ανθρώπων που βρίσκονται στην ψυχιατρική κλινική, είτε ως ασθενείς, είτε ως επισκέπτες.

Ο θεματικός χάρτης αφορά, κατ΄ ουσίαν, την επίδραση του παρελθόντος στο παρόν, την έλλειψη/άρνηση επαφής με την αλήθεια και την πραγματικότητα και τη διάψευση των οραμάτων που επενδύονται στις ανθρώπινες σχέσεις. Παράλληλα, η θεματική περιλαμβάνει την προσωπική ματαίωση και συντριβή, τη διάψευση των προσδοκιών, την αποφυγή απόδρασης από τον προσωπικό εγκλεισμό, το παλαιό μένος, τις προβληματικές κι ενίοτε νοσηρές και σκοτεινές σχέσεις μεταξύ συζύγων, τον έρωτα και τον θάνατο.
Προσέτι στα παραπάνω, οι προαναφερόμενες θεματικές που ενώνουν τα τέσσερα πρόσωπα υφαίνονται επί ενός δίπολου, του εντός σε αντιδιαστολή με το εκτός· το εντός, μια πιντερικού τύπου αίθουσα στην οποία εγκλωβίζονται τα πρόσωπα, η οποία είτε ως φυλακή, είτε ως ασυνείδητο δεσπόζει στη ροή της πλοκής με το εκτός να υφίσταται ως όραμα και φαντασίωση των κεκλεισμένων προσώπων.
Συνεπώς, παρατηρείται μια αναστροφή της πραγματικότητας, όπου το εντός κυριαρχεί ως μια αληθινή συνθήκη, πάνω στην οποία προβάλλονται οι ζοφερές κι επώδυνες πτυχές των βιωμάτων, ενώ το εκτός συνιστά μια ετεροτοπία, ένα χωροχρονικό συνεχές που επιβάλλει τη ρήξη με την αλήθεια εις το όνομα μιας αλλόκοτης κανονικότητας· έτσι, στο εντός o Miller επεξεργάζεται την απογύμνωση του ασυνειδήτου και το φρικώδες ανασάλεμα φόβων και τραυμάτων, ενώ το εκτός επενδύει το ασυνείδητο με ένα επίπλαστο, ψευδές, ετοιμόρροπο και προσποιητό γίγνεσθαι που ως βιτρίνα των προσδοκιών και των οραμάτων οδηγεί το άτομο στην παρακμή και την απώλεια των ιδανικών του.

Αυτά τα κρίματα συσσωρεύει Ο Τελευταίος Γιάνκης, ο οποίος συμβολοποιεί στο είναι του την απομάγευση της ματαιοδοξίας και της πίστης στο ανέφικτο, αποδεχόμενος με παρρησία και αυτεπίγνωση τη νέα κατάσταση πραγμάτων, στην οποία προσαρμόζεται για να επιβιώσει· κατ΄επέκταση, το κουαρτέτο προσώπων του Miller συγκεντρώνει εντός του όλες τις δυναμικές που προκαλούν εντάσεις στις ψυχοδυναμικές σχέσεις των χαρακτήρων αλλά και των ανθρώπων εν γένει.
Ως εκ τούτου, η σκηνοθετική οπτική της κ. Αγγελικής Καρυστινού συνομιλώντας με τον συγγραφέα αναδεικνύει την καταβύθιση στα σκοτεινά μονοπάτια των ανθρωπίνων δεσμών· η σκηνική παρουσίαση, αφ΄ενός μετατοπίζει το βάρος στην ερεβώδη πλευρά των συζυγικών σχέσεων και αφ΄ετέρου, μέσω των ψυχοδυναμικών συσχετισμών ιχνηλατεί την έκπτωση και την παρακμή του αξιακού προτύπου.
Η σκηνοθεσία υπογραμμίζει την αντίθεση εντός κι εκτός αφ΄ενός με το τραπέζι του πινγκ-πονγκ και τις εκατέρωθεν εναλλαγές κι ανταλλαγές χτυπημάτων, που οριοθετούν συγκρούσεις μεταξύ των προσώπων αλλά κι ενδόμυχες συγκρούσεις με τον εαυτό· αφ΄ετέρου, η γλυκιά και νοσταλγική προβολική παρουσία των Fred Astaire και Ginger Rogers με το cheek to cheek καταδεικνύει περίτρανα μια τρομακτική αντίφαση, ένα πανίσχυρο οξύμωρο μεταξύ εντός κι εκτός, ανάμεσα στο ιδανικό και το τρομακτικό ενθαδικού εντός.

Οι ρυθμοί της παράστασης τηρούν μια εύστοχη ισορροπία, η οποία άλλοτε παρακολουθεί τη φρενήρη αμφίδρομη πορεία της μπάλας του ping-pong, άλλοτε τηρεί την υποβλητική εσωτερικότητα του ζεύγους που λικνίζεται στην οθόνη, δίδοντας χώρο στην εξομολόγηση και την εξωτερίκευση των γενεσιουργών αιτιών που δομούν τις ψυχοδυναμικές σχέσεις· η δραματουργική πυκνότητα αναδεικνύεται σκηνοθετικά σε όλο το εύρος, καθώς η σκηνοθεσία διαχειρίζεται με διαύγεια την αλληλουχία των λεκτικών συναντήσεων μεταξύ των χαρακτήρων, ανά ζεύγη και συνολικά, με έναν γυμνό αλλά κομψό και επεξεργασμένο ρεαλισμό.
Παράλληλα, η σκηνική παροντοποίηση αφήνει τις παύσεις και τις σιωπές να αναδείξουν τη βαρύτητα του λόγου και της λεκτικής αντιπαράθεσης, καθιστώντας την ψυχρή αίθουσα του ψυχιατρικού επισκεπτηρίου έναν ιερό χώρο κατάθεσης και μοιράσματος του ανθρώπινου υποσυνείδητου· έτσι, σκηνοθετικά αναδεικνύεται ο ψυχολογικός ρεαλισμός με τον οποίο το αμερικανικό θέατρο αγγίζει τις πάσχουσες υπάρξεις -τις πάσχουσες υπάρξεις του καθολικού theatrum mundi- καταδεικνύοντας τον ανθρωποκεντρικό του χαρακτήρα.
Υπό αυτό το πρίσμα, το αμερικανικό θέατρο παρουσιάζει εδώ τη δική του αλληγορία, μια οικουμενικότητα που εκφράζεται από τον everyman του 20ού αιώνα· ο everyman μάχεται με τη σύγχυση της εποχής του και όλες τις αντιξοότητες που μαστίζουν τη βιωτή του, εκεί όπου η ισορροπία προκύπτει ως ψυχολυτρωτική αναγκαιότητα και καταλλαγή.
Η ερμηνευτική προσέγγιση των ηθοποιών αξιοποιεί στο έπακρο τις σκηνοθετικές αναφορές και λειτουργεί ως συμπληρωματική δύναμη της σκηνοθεσίας· το κουαρτέτο δομεί δραματουργικά το εντός κι εκτός, με τα δύο άκρα, τον Leroy και την Karen να κινούνται στο εντός μιας ευαλωτότητας, μιας εσωτερικής αγωνίας, μιας συναισθηματικής εκκρεμότητας, ενώ ο John και η Patricia κινούνται περισσότερο στο εκτός, σε έναν κόσμο πιο πρακτικό, πιο απτό, ο οποίος με την αναγκαιότητα μιας ανελέητης τελειότητας δημιουργεί ρήξεις με τον εαυτό, απάθεια προς το συναίσθημα του άλλου, αόρατο εγκλωβισμό και διαταραχές ψυχισμού.

Η υποκριτική ανάγνωση του κ. Πέρη Μιχαηλίδη ως Leroy προβάλλει κάθε εσωτερική πτυχή και ακροβατεί με ευαισθησία κι ενσυναίσθηση μεταξύ αυτεπίγνωσης και αποδοχής της πραγματικότητας· ο Leroy του κ. Μιχαηλίδη επενδύει σε μια εκφορά λόγου που διαχειρίζεται έντεχνα και δημιουργικά την αλήθεια του χαρακτήρα που υποδύεται, μέσω τεχνικής κι εκφραστικής αρτιότητας και άψογου χειρισμού των παύσεων και των σιωπών.
Συνεπώς, αναδύεται μια αυτεπίγνωση, μια συγκροτημένη αποδοχή της πτώσης του προσωπείου, μετατρέποντάς την σε δύναμη ανάπλασης μιας νέας ζωής, την οποία καλύπτει με αξιοπρέπεια, αγάπη, συγχώρεση και γενναιότητα· όλες αυτές οι συναισθηματικές αποχρώσεις καθίστανται σκηνικά εμφανείς μέσω της ερμηνευτικής ικανότητας του κ. Μιχαηλίδη, ενώ παράλληλα η διαχείριση της σωματικότητάς του αναδεικνύει την εσωτερική κατάσταση που βιώνει σε κάθε σκηνή.
Η κ. Ναταλία Στυλιανού ως Patricia και σύζυγος του τελευταίου Γιάνκη βιώνει μια ματαίωση της προσωπικής κι οικογενειακής ιστορικότητας, βιώνοντας άλλοτε με εσωτερικό σπαραγμό και άλλοτε με θαρραλέα εξωστρέφεια την αποτυχία ταύτισης με τις απαιτητικές επιταγές του αμερικανικού ονείρου· ερμηνευτικά η κ. Στυλιανού διαχειρίζεται προσεγμένα και υποκριτικά εύστοχα τις εκρήξεις και τις σιωπές της, ενώ η σωματικότητά της διαχέεται στον χώρο με ακρίβεια και ρυθμό, αποδίδοντας τόσο τα ίχνη της ασθένειας της Patricia όσο και του εξωστρεφούς χαρακτήρα της.
Η κ. Μένη Κωνσταντινίδου, ως Karen ακροβατεί μεταξύ απόγνωσης και πραγματικότητας, εγκλωβισμένη στο αλλόκοτο εντός, ξεχασμένη από το εκτός και υπάρχει ως μια υποχρέωση· η κ. Κωνσταντινίδου εκφράζει με ευαισθησία και συντριβή την ευθραυστότητα και την απόγνωσή της, έχοντας στο προσκεφάλι της τα θρυμματισμένα όνειρα ενός έρωτα που αποδρά την ώρα που εκείνη λικνίζεται σε έναν απελπισμένο και οδυνηρό χορό.
Ο κ. Βαγγέλης Ψωμάς ως John συνιστά θύμα του εαυτού του και κάτοπτρο της χειρότερης μορφής του αμερικανικού ονείρου· εγκλωβισμένος εξ΄ολοκλήρου στο εκτός δρα αποσυνδεδεμένος από κάθε συναισθηματική απόχρωση, σε απόλυτη αντιπαράθεση με τον συνειδητά προσγειωμένο Leroy, επιλέγει το μη ανήκειν και την απόλυτη μοναξιά πάνω στις δάφνες της επιτυχίας του. Ο John του κ. Ψωμά καταδεικνύει με ερμηνευτική ικανότητα σε κάθε σκηνή την έλλειψη σύνδεσης με το εντός, διαχειρίζεται με ακρίβεια τη σωματικότητα και τη φωνητικότητά του, τις παύσεις και τις σιωπές, εκφράζοντας νευρικότητα και άρνηση αποδοχής του έτερου, επιλέγοντας τη φυγή.

Το λιτό σκηνικό του κ. Γιώργου Λιντζέρη εκφράζει αλληγορικά τις συγκρούσεις και την αντιπαράθεση εντός κι εκτός, ενώ τα κοστούμια του ιδίου αποδίδουν με ρεαλισμό τους χαρακτήρες. Οι φωτισμοί του κ. Νίκου Βλασσόπουλου φωτίζουν τις αιχμές και τις ψυχοδυναμικές σχέσεις της εκάστοτε σκηνής, ενώ η μουσική της κ. Αρχοντούλας Μαρούση συνομιλεί με το ψυχολογικό βάθος της παράστασης. Η μετάφραση, τέλος, του κ. Θωμά Βούλγαρη ρέει επί της σκηνής, τηρώντας τους όρους της σύγχρονης ελληνικής προφορικής έκφρασης και διαμορφώνει μια ατμόσφαιρα ρεαλισμού και επικοινωνίας με την ουσία του έργου και της παράστασης.
Ο ανθρωποκεντρισμός του αμερικανικού θεάτρου καταδεικνύεται αφ΄ενός από τη σχεσιακή συνέργεια των χαρακτήρων και μια αίσθηση ψυχανάλυσης που κυριαρχεί μεταξύ τους μέσω μιας διαρκούς συνομιλίας, όχι μόνο στο εν λόγω έργο αλλά και σε πολλά αμερικανικά δράματα των Eugene O’Neill, Arthur Miller και Edward Albee· η αίσθηση αυτή και η διεισδυτικότητα των δραματουργών στον ψυχισμό των χαρακτήρων συνολικά στοιχειοθετεί το συμπέρασμα ότι οι συνέπειες των πράξεων, είτε καταστροφικές, είτε ευεργετικές διαχέονται και επιδρούν στα δραματικά πρόσωπα εν συνόλω.
Σε συσχετισμό με αυτή την διαπίστωση, η δυναμική του αμερικανικού θεάτρου ακολουθεί μια διεισδυτική δραματουργική και ενδοσκοπική διάθεση· το στοιχείο αυτό ακόμη και σήμερα γίνεται αντιληπτό στον τρόπο που η Αμερική αυτοσαρκάζεται, αυτοαμφισβητείται και αυτοψυχαναλύεται.
Προσέτι στα παραπάνω, το κουαρτέτο του Miller δομείται σε μια αλληλουχία λεκτικών συγκρούσεων αλλά και επικοινωνίας, χωρίς να φωτίζει μεμονωμένα έναν χαρακτήρα, αλλά τις συνέπειες της ιστορικότητας του κάθε ατόμου επί των άλλων συνολικά· στο εν λόγω έργο, επιβιώνει ένας δεσμός μεταξύ εντός κι εκτός, ήτοι ο Leroy και η σύζυγος Patricia. Η τελική ένωση των δύο προσώπων και η συνειδητή επιλογή τους να ακολουθήσουν το εκτός διέπεται αφ΄ενός από την αγάπη που τους ενώνει, η οποία σε συσχετισμό με την αποδοχή απουσίας του ιστορικού οράματος διαμορφώνει βάσεις ενός νέου ξεκινήματος αλλά και την παρουσία ενός είδους αριστοτελικής μεσότητας. Η εν λόγω οντολογικής φύσης μεσότητα ορίζει ότι η επιβίωση και οι ανθρώπινοι δεσμοί επιτυγχάνονται όταν το ανθρώπινο ον απέχει από το άκρο του εντός αλλά και από εκείνο του εκτός.
Ένα μικρό φυλλαράκι αγάπης πρασίνισε στο πένθος του δωματίου…
Λία Τσεκούρα
Πεντέλη, 23012026