Μήδεια, Ευριπίδη. Σκηνοθεσία: Δημήτρης Γεωργαλάς. Θέατρο: Μπάγκειον

 

 

Μήδεια, μια σύλληψη ζωής που γίνεται σύλληψη θανάτου, ένας προσωπικός όλεθρος που καταβυθίζεται στο αίσημον ήμαρ καθώς το πάλλευκο ομοίωμά του λικνίζεται αλλόκοτα, σιωπηλά και παγωμένα στην αιματοβαμμένη μητρική αγκαλιά.

 

Για όλα τ΄άλλα νιώθει φόβο η γυναίκα και δεν έχει θάρρος ούτε μπορεί τα όπλα ν’ αντικρίσει. Όμως, αν προδοθεί στον έρωτά της, πιο φόνισσα απ’ αυτήν δεν γίνεται άλλη∙ αυτή η παθιασμένη έκφραση ερωτικής απόγνωσης συνιστά ένα νέο είδος λόγου που ο Ευριπίδης προβάλλει και επιβάλλει, στην αθηναϊκή κοινωνία του 5ου αιώνα. Η Μήδεια διδάχτηκε το 431 π.Χ., χαρίζοντας στον ποιητή της το τρίτο βραβείο. Είναι η χρονολογία έναρξης του Πελοποννησιακού Πολέμου, εποχής που κουβαλάει μέσα της αμφισβητήσεις αξιακών προτύπων, δοξασμένων οραμάτων και γεννά σκιές που θα καλύψουν με σκότος τη λάμψη του Παρθενώνα, περίπου 30 χρόνια αργότερα.

Μνήμες συγκεχυμένες, πένθιμες και ζοφερές βασανίζουν το μυαλό τη στιγμή που μπαίνει κανείς στο «Μπάγκειον» και  αναπνέει ηδονικά τον αέρα της ζωής που κάποτε σύρθηκε λάγνα πάνω στους φθαρμένους τοίχους, μάγεψε και χάθηκε αφήνοντας πίσω της αγαπημένα ίχνη ύπαρξης, απτής κι ερωτικής. Σαν άλλοι ανδρείοι της ηδονής μαγευτήκαμε κι εμείς από το ανασάλεμα μιας υπόγειας, άρρητης αίσθησης, αφήνοντας πίσω μας εικόνες μιας άλλης ζοφερής πραγματικότητας που κείτεται ξεδιάντροπα και απελπισμένα στα πεζοδρόμια της πλατείας Ομονοίας.

Μήδεια! Δέος, σεβασμός, θρήνος και απαντοχή ενός προαναγγελθέντος φονικού. Τρυφερές, λευκές ζωούλες που χοροπηδούν ξέγνοιαστα, γελούν και παίζουν, ξεγελώντας τον θάνατο, που στέκει εκεί, αγέρωχος, τραγική σύλληψη ενός Sein zum Tode, όπως θα έλεγε και ο Heidegger.

Μήδεια! Η πριγκίπισσα της Κολχίδας, η οποία παγιδεύει στα δαιμονικά της χέρια ζωές που έβαψαν με αίμα βάρβαρες θάλασσες, σφίγγει ηδονικά στο στήθος ανόσια φονικά, αλλόκοτες δολερές στιγμές, νύχτες αμαρτωλών ερώτων, μια μοίρα που χαίνει καταμεσής της Αχερουσίας∙ ένας αόρατος, μακρινός μόρος, που καταπίνει σάρκες και γεννήματα.

Ο μύθος  του δράματος βασίζεται στη λατρεία των «παιδιών της Μήδειας» που υπήρχε στην Κόρινθο. Μια γυναίκα, βαθιά ερωτευμένη, βοηθά τον άνδρα της – με δόλιους και φρικτούς τρόπους –  να επιτύχει τους στόχους του, εγκαταλείπει την πατρίδα της και την οικογένειά της, φτάνει σε μια ξένη χώρα για να αποκτήσει μαζί του οικογένεια και αποφασίζει να τον εκδικηθεί με τον πιο επαίσχυντο τρόπο, όταν εκείνος την εγκαταλείπει για μια άλλη γυναίκα. Η γυναικεία εκδικητικότητα δεν είναι καινοφανές στοιχείο των ελληνικών μύθων, όπως καταδεικνύει ο τραγικός μύθος του Τηρέα, της Φιλομήλας και της Πρόκνης.

Η διάνοια πλέκεται περίτεχνα γύρω από την ποίηση του Ευριπίδη και σε περίπου 1420 στίχους περικλείει έναν επίγειο όλεθρο, κρύβεται στο ζοφερό βασίλειο της μοίρας, των άκρων και του πέρατος της ανθρώπινης φύσης∙ μίας φύσης γυναικείας που γεύεται την απόλυτη προδοσία, την καταναγκαστική εξορία, τον ευτελισμό, τη ματαίωση οραμάτων, το ατελεύτητο τέλος της ύπαρξής της.

Ο ποιητής διαφοροποιεί την Μήδεια από τις εκάστοτε εξιδανικευμένες τραγικές ηρωίδες όπου το κέντρο της ιδεολογίας και του πρακτέου τους οριζόταν από την αλληλένδετη – και ενίοτε διχαστική – σχέση μεταξύ αξιακών εκφάνσεων του οικογενειακού, πολιτικού και θεϊκού στοιχείου. Πράγματι, ο Ευριπίδης, απομακρύνεται από τη θεολογία του Αισχύλου και τους μεγάλους ήρωες του Σοφοκλή και αποκαθηλώνει τον τραγικό ήρωα  για να προβεί σε μια de profundis ανάλυση του ανθρώπινου ψυχισμού.

Αυτή η απογύμνωση καθιστά με τραγικό τρόπο τον μύθο  του αρχαίου δράματος αληθινό∙ αληθινό όπως ο μύθος του Κρόνου, του Ουρανού, του Οιδίποδα. Ο Ευριπίδης μελετά με απαράμιλλο και επώδυνο ρεαλισμό κάθε πτυχή της γυναικείας φύσης, αγγίζει άρρωστα πάθη, φόβους, φρικιαστικά ένστικτα, ηθικά ζητήματα, φωτίζει ζοφερές επιθυμίες θανάτου και ματωμένα σπαράγματα αναμνήσεων που στοιχειώνουν τις ανθρώπινες σχέσεις από τις απαρχές του κόσμου.

Ο Ευριπίδης πλάθει τη δική του Μήδεια καθ΄εικόνα και ομοίωση της ανθρώπινης φύσης, που δεν περιορίζεται χωροχρονικά∙ μίας φύσης που βρίθει αντιφάσεων, που μέσα στα αόρατα τείχη της ύπαρξής της φυλά ενοχικά πάθη, αβυσσαλέο μίσος και αγάπη χωρίς όρια, κανιβαλιστικές μεταμφιέσεις και πνιγηρούς φόβους που ξυπνούν τις νύχτες και βρυκολακιάζουν την ανθρώπινη ψυχή. Η Μήδεια αγγίζει κάθε πτυχή αυτής της επώδυνης πορείας του ανθρώπου προς το τέλος και φέρνει την Τραγωδία πιο κοντά στον κοινό άνθρωπο χωρίς η τελευταία να απωλέσει το παραμικρό ίχνος μεγαλείου.

Αυτή η διάνοια ανασάλεψε και επιβλήθηκε μέσα από την ενσυναισθητική σκηνοθεσία του Δημήτρη Γεωργαλά. Η Μήδεια του σκηνοθέτη βρίσκεται στη διάπυρη στιγμή της, πνίγεται στα μαύρα νερά της ανυπαρξίας και ακροβατεί περίτεχνα μεταξύ πάθους και λογισμού∙ ο Δ. Γεωργαλάς αγγίζει με ευαισθησία τον ψυχισμό μιας γυναίκας στο κατώφλι της παράνοιας, απογυμνώνοντας κάθε της κρυφή ανάσα, κάθε νήδυμο ένστικτο θανάτου, οδηγώντας την προς την κορύφωση της προσωπικής σύγκρουσης, της εσωτερικής έκρηξης που ξεχύνεται σαν λάβα μιας πραγματικότητας αδυσώπητης.

Η δίβουλη οδύνη της Μήδειας πνίγεται στο αίμα, συνιστά το νοηματικό κέντρο, το τέλος της ατέρμονης απαντοχής του ανόσιου θανάτου. Η σκηνοθεσία διατηρεί ανεπαίσθητα τα κατά ποσόν μέρη της τραγωδίας, στοιχείο που εντείνει τις κορυφώσεις και δένει αριστοτεχνικά την πλοκή, συντελεί στην προβολή των ψυχικών μεταπτώσεων και των αντιφάσεων της ανθρώπινης ψυχής, ενώ ο πολύπλευρος χειρισμός των ηθοποιών μεταφέρει αυτούσιες τις σχέσεις μεταξύ ηρώων και μελών του χορού.

Στον τομέα του ήθους, η Τζούλη Σούμα, ως Μήδεια συγκλονίζει άλλη μια φορά, σε έναν ρόλο τον οποίο κατακτά ηδονικά, απόλυτα και ολοκληρωτικά. Η Μήδεια καθηλώνει ήδη από τον πρώτο λόγο, έχοντας καλυμμένο το πρόσωπο με το μαγικό πέπλο που αργότερα θα σκορπίσει τον θάνατο στο ανάκτορο του Κρέοντα. Η Τζ. Σούμα διαχειρίζεται αριστοτεχνικά κάθε μονόλογο, κάθε διάλογο, κάθε έκρηξη και μετάπτωση που λυσσομανά μεταξύ μητρικού ενστίκτου και λυσσαλέας εκδικητικότητας, προβάλλοντας με ψυχολογική ακρίβεια κάθε συναισθηματική αλήθεια, ιδιαίτερα στον μεσαίο λόγο (στ. 1021), όπου θρηνεί, μοιρολογά και αλλάζει διαρκώς βούληση, από την εκδίκηση, στον οίκτο και την αγάπη, αφήνοντας να φανεί ωστόσο ότι όλες του κόσμου οι αντιφάσεις ελλοχεύουν στην ανθρώπινη ψυχή, αιτία των χειρότερων κακών του ανθρώπου.

Η Μήδεια της Τζ. Σούμα, τυλιγμένη στο μαύρο, πένθιμο φόρεμα, που κολλά πάνω της σα σάβανο, κυριαρχεί με δαιμονικό μένος, ψεύδεται, πλανεύει και εκδικείται, με έναν λόγο εξαιρετικά προσεγμένο∙ ο λόγος είναι τεχνικά δουλεμένος στην κάθε του λεπτομέρεια, από το βάθος της φωνής, έως την ιδανική άρθρωση και τον σεβασμό κάθε σιωπηρής στιγμής, με αποκορύφωμα την άηχη κραυγή που προαναγγέλλει την επικείμενη τεκνοκτονία.

Η Μήδεια, μέσα από τη σκηνοθετική οπτική, ανθεί πλήρως ως ηρωΐδα κατά τη διάρκεια του έργου∙ ο θεατής αντιλαμβάνεται την εφιαλτική περιπλοκότητα της κατάστασης, το βάρος της αναγκαιότητας που οδηγεί τη Μήδεια σε αποτρόπαιες πράξεις, τη στιγμή που γνωρίζει ότι η κάθε επιλογή πνίγεται στη φρίκη αμείλικτων διλημμάτων. Η πλειονότητα των τραγικών ηρώων, και ανθρώπων, υποφέρουν σε μια αλλοφροσύνη, όντας θύματα και θύτες, ενώ ο θεατής, βυθισμένος στη μέθεξη, την υπόρρητη εκείνη μορφή επικοινωνίας, στέκει δίβουλος, όσον αφορά το δίκαιο και το άδικο, τη συμπόνοια και την μήνη, καθώς αναδύονται απογυμνωμένες οι απόκρυφες δυνάμεις της ψυχής, καθώς εκείνη συνδιαλέγεται με τον εαυτό της. Η καταβρόχθιση/δολοφονία των παιδιών συνιστά μια μορφή αγεφύρωτης απληστίας που συντελείται είτε για λόγους αντεκδίκησης, είτε για λόγους τιμής∙ στη Μήδεια αυτοί οι δύο λόγοι αλληλεπικαλύπτονται, ενώ συνιστούν αποτελέσματα παραβάσεων τόσο των κανόνων όσο και της ίδιας της έννοιας του μέτρου.

Κορυφαία στιγμή της παράστασης η σκηνοθετική γέννηση του θανάτου των δύο τέκνων, Μέρμερου και Φέρητα με τον ίδιο τρόπο που ήρθαν στον κόσμο∙ η σκηνή του θανάτου συμπληρώνεται από τη λύτρωση που επέρχεται με την αιματοχυσία και συμβολίζεται με τη γύμνωση του γυναικείου στήθους που όπως έδωσε ζωή, έτσι σκόρπισε ανηλεή θάνατο.

Η Μήδεια, ως άλλη Κλυταιμνήστρα, θέτει το δικό της τέλος στον οίκο του Ιάσωνα, αφανίζει τη γενιά του, καθώς η έννοια της Ύβρεως, όπως τη διαπράττει ο έμπλεος ύβρεως Ιάσονας αναπαριστά μία ορισμένη μορφή απληστίας που αφίσταται από την απλή απιστία. Ο Γιώργος Σταυριανός, ως Ιάσονας, κατέστρεψε τους γαμήλιους όρκους και η μοίρα ενός επίορκου ήταν προδιαγεγραμμένη. Ο αγών λόγου μεταξύ Ιάσονα και Μήδειας αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του Ευριπίδειου έργου με τον χορό να αποτελεί τον εξωτερικό παρατηρητή, τον κριτή του αγώνα.

Ο Γ. Σταυριανός επιβάλλεται με την παρουσία του, τον  λεπτοδουλεμένο λόγο του και την υποκριτική του δεινότητα, την μεγαλοπρεπή κίνηση. Καθώς η παρουσία του δεν αναγγέλλεται, το κοινό αιφνιδιάζεται και η ένταση απογειώνεται. Δεινός ρήτορας, ο Ιάσων σκιαγραφείται ως ωφελιμιστής και καιροσκόπος, κυνικός και προσβλητικός, στοιχεία που προβάλλονται εναργώς στην υποκριτική του Γ. Σταυριανού.  Η αλαζονική συμπεριφορά του και ο λόγος του που βασίζεται σε ρητορικές τεχνικές αποσκοπούν να δείξουν την ανωτερότητα του Έλληνα έναντι της ξένης, βάρβαρης Μήδειας.

Ο Νίκος Δερτιλής, ακροβατεί γοητευτικά μεταξύ Κρέοντα και Αιγέα∙ βίαιος, σκληρός, προσβλητικός και κυριαρχικός, μεταμορφώνεται σε ήρεμο και προσηνή, δημιουργώντας σημαντικές αντιθέσεις. Μάλιστα η αποδοχή του να δεχτεί τη Μήδεια στην Αθήνα σηματοδοτεί και την τελική της απόφαση, γεγονός που σκηνοθετικά συμβολοποιείται με την παράδοση των λευκών ομοιωμάτων των παιδιών από τον Αιγαία στη Μήδεια.

Τέλος η Κυριακή Καραλουκά ερμηνεύει με συμπόνοια, γλυκύτητα και τρυφερότητα την αφοσιωμένη τροφό, που βλέπει το κακό να έρχεται και δεν μπορεί να κάνει τίποτα για να το σταματήσει και ο Σταύρος Γιαννακόπουλος κόβει την ανάσα του κοινού ως αγγελιαφόρος του αποτρόπαιου φονικού στο παλάτι του Κρέοντα.

Η λέξις που μετουσιώνεται στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά ενώνει τη λογική με το άλογο υπαρκτικό στοιχείο και λειτουργεί καθοριστικά στη μέθεξη, καθώς προβάλλει με σεβασμό τις κραυγές του ανθρώπινου ψυχισμού. Η όψις, δηλαδή τα κοστούμια του Δημήτρη Ντάσιου και οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη συμβολοποιούν τις αρχετυπικές εντάσεις κι αντιθέσεις, καθώς το μαύρο φόρεμα λειτουργεί ως οξύμωρον με τα δύο πάλλευκα ομοιώματα παιδιών που ετοιμάζονται για αιματηρή θυσία. Τέλος, το μέλος του Πλάτωνα Ανδριτσάκη παρασύρει, συγκινεί και ενώνει τόσο άμεσα το χτες με το σήμερα μέσα από τα  μοιρολόγια και την υποβλητική κίνηση της Φαίδρας Σούτου.

Η Μήδεια, μια ξένη, μάγισσα οδηγήθηκε σε πράξεις επαίσχυντες, που δικαιολογούνται από την βάρβαρη καταγωγή της∙ ο σκηνοθέτης ντύνει τη Μήδεια με χρυσό χιτώνα για να εικονοποιήσει την θεϊκή καταγωγή από τον παππού της τον Ήλιο, στο άρμα του οποίου ανεβαίνει μαζί με τα νεκρά τέκνα, των οποίων τη λατρεία θεσπίζει στην Κόρινθο. Πριν φύγει, έχει κατορθώσει μέσω του πόνου και της κοινής θλίψης να ενωθεί με τον Ιάσωνα, που ενδύεται επίσης χρυσό χιτώνα ως μέρος μιας κοινής κάθαρσης, την ίδια στιγμή που η ίδια έχει φονεύσει ό,τι τους ένωσε κατά το παρελθόν.

Η Μήδεια γεννήθηκε από τον μύθο και σε αυτόν επιστρέφει, κι είναι εκείνη η στιγμή που αποβάλλει το ανθρώπινο στοιχείο και ταξιδεύει σε ένα μυστικό επέκεινα, μέσα από έναν θρίαμβο δαιμονικής μανίας. Ο Ευριπίδης, εἶδε τὶς φλέβες τῶν ἀνθρώπων σὰν ἕνα δίχτυ τῶν θεῶν, ὅπου μᾶς πιάνουν σὰν τ᾿ ἀγρίμια·  προσπάθησε νὰ τὸ τρυπήσει. Ψυχογραφεί τις επώδυνες κραυγές κάθε ανθρώπου που τυφλωμένος από μένος παραπαίει μεταξύ ανυπαρξίας και εκδίκησης, αναζητώντας μάταια μια ίαση, μια ιερή αυτογνωσία∙ νοσηρές εικόνες, ανείπωτη απόγνωση, απέραντη οδύνη και όλεθρος περιδινούνται γύρω από τη ρημαγμένη Αργώ, τα ρημαγμένα λίκνα, τις ρημαγμένες ζωές που κρέμονται φρικιαστικά, νεκρές κι άψυχες από έναν κομμένο ομφάλιο λώρο στα δύσβατα βάθη της Κολχίδας.

Λία Τσεκούρα, Αθήνα, 24062019