
Ο Giacomo Puccini (1858-1924) φεύγοντας από τη ζωή στις 29 Νοεμβρίου 1924, στο απόγειο της δόξας του, άφησε ημιτελή την τελευταία, πλέον φιλόδοξη και από πλευράς μουσικής γλώσσας, πιο πρωτοποριακή οπερατική του παρτιτούρα· την Turandot!
Ο συντάκτης του παρόντος κριτικού σημειώματος είχε προ μερικών ετών την ευκαιρία εκ του σύνεγγυς να μελετήσει σειρά μέχρι σήμερα αδημοσίευτων ιδιόγραφων μουσικών προσχεδίων, που ανήκουν στην πρώτη περίοδο σύνθεσης της εν λόγω όπερας· τα τεκμήρια επιβεβαιώνουν την προσοχή, τη συνέπεια, την οργάνωση, αλλά και τον ενθουσιασμό του Puccini κατά την έναρξη της εργασίας του πάνω στο έργο. Ειδικότερα, ανάμεσα στα παραπάνω διασώζεται μία αξιοσημείωτη σπανιότητα: διορθώσεις και προσθήκες από το χέρι του ιδίου, πάνω σε μεγάλων διαστάσεων σελίδα της παρτιτούρας, που είχε εκτυπώσει ο εκδότης του, Ricordi, με τη διάταξη των οργάνων της μεγάλης ορχήστρας, που θα χρησιμοποιούσε, προκειμένου να μη χρειαζόταν να επαναλαμβάνει την καταγραφή των οργάνων κατά τη διαδικασία της σύνθεσης και ενορχήστρωσης. Η εν λόγω σελίδα είναι εμπλουτισμένη με προσθήκη ιδιόγραφων σημειώσεων που αναφέρουν τον αριθμό σελίδων και τον αριθμό πενταγράμμων που θα χρειαζόταν για κάθε ρόλο.
Ο Puccini είχε ζητήσει σε περίπτωση που έφευγε από τη ζωή προτού προλάβει να ολοκληρώσει το έργο, η ολοκλήρωση αυτού να πραγματοποιηθεί από τον νεότερο ομότεχνό του, επιφανή και ιδιαίτερα ικανό συνθέτη και αρχιμουσικό, Riccardo Zandonai (1883-1944). Τελικά, μετά την εκδημία του και ύστερα από διεξοδικές συζητήσεις ανάμεσα σε μέλη του στενού του κύκλου, ανατέθηκε στον συνθέτη και πιανίστα Franco Alfano (1875-1954) να επωμισθεί την επεξεργασία και συμπλήρωση των προσχεδίων της τρίτης πράξης της όπερας που είχε μείνει ημιτελής. Σήμερα, μολονότι είναι αρκετοί εκείνοι που επιχείρησαν και επιχειρούν να ολοκληρώσουν την παρτιτούρα, η εκδοχή του Alfano ακούγεται συχνότερα.
Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) εγκαινίασε το φετινό Φεστιβάλ Αθηνών την 1η Ιουνίου, με μία νέα παραγωγή της δημοφιλούς Turandot. Σημειώνουμε ότι αρχικά ήταν προγραμματισμένο το ανέβασμα να παρουσιαστεί κατά το περυσινό Φεστιβάλ Αθηνών και στο πλαίσιο των διεθνών εορτασμών για τη συμπλήρωση των εκατό ετών από τον θάνατο του μουσουργού, ωστόσο λόγω των απαιτήσεων της προετοιμασίας, κρίθηκε απαραίτητη η μετάθεση της ημερομηνίας για τη φετινή χρονιά.

Τη σκηνοθεσία υπέγραψε ο γνωστός Ρουμανο-Αμερικάνος σκηνοθέτης και άλλοτε συνεργάτης του αξέχαστου Άγγλου θεατρικού και κινηματογραφικού σκηνοθέτη Peter Brook, Andrei Ṣerban. Ο τελευταίος συνέπραξε με την παλαιά συνεργάτιδα και φίλη του, διαπρεπή Ελληνίδα σκηνογράφο και ενδυματολόγο Χλόη Ομπολένσκυ. Αμφότεροι έχουν παρουσιάσει σημαντικές εργασίες σε διεθνείς θεατρικές και λυρικές σκηνές του εξωτερικού. Στην ομάδα προστέθηκαν και οι εξίσου έμπειροι υπεύθυνοι φωτισμού Jean Kalman και Simon Trottet.
Μάλιστα, το 1984 ο Şerban είχε σκηνοθετίσει το ίδιο έργο στο Βασιλικό Μπαλέτο και την Όπερα του Λονδίνου (Royal Ballet and Opera): η παραγωγή αυτή μέχρι τις μέρες μας έχει δει επιτυχημένες αναβιώσεις. Ο συντάκτης του παρόντος, στις 15/3/2023, είχε παρακολουθήσει αναβίωση της εν λόγω παραγωγής, ακριβώς στο φημισμένο βρετανικό λυρικό θέατρο, και είχε εντυπωσιαστεί από το εικαστικό μέρος αναφέροντας χαρακτηριστικά σε τότε κριτικό του σημείωμα ότι: Στις πολλές θετικές εντυπώσεις που αποκομίσαμε αναμφίβολα συνεισέφερε και η αναβίωση της γνωστής από τις βιντεοσκοπημένες κυκλοφορίες…δοκιμασμένης υπερπαραγωγής του σκηνοθέτη Andrei Ṣerban, ο οποίος συνεργαζόμενος με τους Sally Jacobs (σχεδιασμός σκηνικών και κοστουμιών), F. Mitchell Dana (φωτισμοί) και Kate Flatt (χορογραφία), έστησε μαγευτικές εικόνες εποχής, τόνισε το εξωτικό στοιχείο και με γούστο επέλεξε ιστορικά ενημερωμένα κοστούμια (βλ. Critics’ Point, 16/3/2023).
Κατά την πρόσφατη παραγωγή, οι Ṣerban και Ομπολένσκυ κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν και να αξιοποιήσουν τη μεγάλη σκηνή του Ωδείου Ηρώδου του Αττικού με το φυσικό ρωμαϊκό σκηνικό και τις χαρακτηριστικές καμάρες να δεσπόζουν και να αποτελούν πρόκληση αλλά και δέσμευση τόσο για εκείνους όσο και για κάθε σκηνοθέτη, σκηνογράφο και ενδυματολόγο, που καλείται αφενός να σεβαστεί τις προδιαγραφές του χώρου αλλά και να προτείνει την προσωπική του άποψη. Πόσο μάλλον, μάλιστα, όταν πρόκειται για ένα έργο που διαδραματίζεται στη μακρινή Κίνα, με αισθητική εξαιρετικά απομακρυσμένη από τη ρωμαϊκή.
Κατά το αθηναϊκό ανέβασμα, ορθά προτιμήθηκε η πλοκή να παραμείνει στην Κίνα των μυθικών χρόνων του παραμυθένιου libretto, το οποίο στρέφεται γύρω από την όμορφη αλλά σκληρή πριγκίπισσα Turandot που θέτει τρία δύσκολα αινίγματα στους υποψήφιους γαμπρούς της· εκείνος που θα τα λύσει, θα την παντρευτεί, ενώ οι υπόλοιποι, θανατώνονται.[1]
Η σκηνή είχε καλυφθεί από πολλά φυτά μπαμπού, ενώ η δράση λάμβανε χώρα κυρίως στο κεντρικό τμήμα της· η σκηνογράφος υποστήριξε ότι: θέλοντας να αποφύγω την απεικόνιση ενός ακόμη χρυσοποίκιλτου «κινέζικου» παλατιού προτίμησα την ανάμνηση ενός τοπίου έξω από την πύλη αρχαίας πόλης (βλ. δελτίο τύπου ΕΛΣ).
Στο κέντρο της σκηνής, κάθετα, είχε προστεθεί μία ειδική ξύλινη προέκταση (σαν μπαλκόνι), τοποθετημένη πάνω από τα μέλη της ορχήστρας που κάθονταν στις πίσω σειρές.
Η λειτουργική σκηνοθεσία του Ṣerban, όπως και τα στη λεπτομέρεια προσεγμένα κοστούμια και οι χειροποίητες μάσκες της Ομπολένσκυ, κέρδισαν τις εντυπώσεις.
Μας κέντρισε το ενδιαφέρον η εύστοχη ιδέα που είχε ο σκηνοθέτης, καθ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης να προσθέσει ως περιπλανώμενο φάντασμα την τραγική πρόγονο της Turandot, πριγκίπισσα Lou-Ling, που σύμφωνα με το libretto κάποτε βιάστηκε και ταπεινώθηκε από έναν ξένο πρίγκιπα· εξάλλου αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον η Turandot εκδικείται τους ξένους πρίγκηπες που ονειρεύονται να την κάνουν γυναίκα τους, θέτοντάς τους τα δυσεπίλυτα αινίγματα.
Ωστόσο, δεν θα κρύψουμε ότι μας προβλημάτισε η επιλογή του Ṣerban να τοποθετήσει τη χορωδία, που στο έργο ενσαρκώνει τον λαό του Πεκίνου, στις χαμηλότερες κερκίδες του Ηρωδείου, στα αριστερά του μαέστρου όπως κοιτάζει την ορχήστρα. Προφανώς ήθελε να δώσει στο κοινό την αίσθηση ότι όπως και η χορωδία έτσι και το ίδιο αποτελεί μέρος του λαού του Πεκίνου. Όμως, δεν είμαστε βέβαιοι σχετικά με το κατά πόσο αυτή η επιλογή λειτούργησε μουσικά και δραματικά. Η χορωδία στην εν λόγω όπερα κατέχει πρωταγωνιστικό ρόλο και σε κάθε ανέβασμα δίνει το απαραίτητο μουσικό και δραματικό gravitas συναρπάζοντας στις μεγάλες, πολυπρόσωπες σκηνές. Σε αυτή την παραγωγή το κοινό άκουγε τον ήχο της, αλλά δεν την έβλεπε. Τη θέση της στη σκηνή, εκεί που έπρεπε να σταθεί και να τραγουδήσει τα μεγαλειώδη μέρη της, ενίοτε καταλάμβαναν χορευτές (χορογραφία-κινησιολογία: Kate Flatt, Γεωργία Τέγου), οι οποίοι απέδιδαν μεν με ικανότητα (η ταλαντούχα Flatt, όπως προαναφέρθηκε, είχε συμπράξει με τον Ṣerban, στην παραγωγή της Turandot του Λονδίνου), ωστόσο, δεν κάλυπταν (πώς θα μπορούσαν, εξάλλου;) την απουσία της από τη σκηνή. Σημειώνουμε ότι στην παραγωγή του Λονδίνου, η χορογραφία της Flatt, όπως και οι ονειρεμένοι φωτισμοί του F. Mitchell Dana, με ιδιαίτερο τρόπο υπογράμμιζαν την παρουσία της χορωδίας. Ο Puccini, που σημειώνει ξεκάθαρα στην παρτιτούρα τα χορωδιακά μέρη τα οποία επιθυμεί να ακουστούν εκτός σκηνής, δύσκολα θα συμφωνούσε με μία τέτοια επιλογή.
Η απόδοση της χορωδίας, προετοιμασμένης από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, υπήρξε υψηλής ποιότητας· ερμήνευσε τα μεγάλα χορωδιακά με επιβλητική ένταση και δραματικό σφρίγος. Στα δικά της μέρη, η παιδική χορωδία, προετοιμασμένη από την Κωνσταντίνα Πιτσιάκου, κρίθηκε μουσικά και τονικά σωστή.

Προχωρώντας στους πρωταγωνιστικούς ρόλους: η Αμερικανίδα υψίφωνος Lise Lindstrom αντιμετώπισε τις απαιτήσεις του ρόλου της Πριγκίπισσας Turandot, ενός εκ των δυσκολότερων του ρεπερτορίου, με φωνητική κυριαρχία και θάρρος. Η δουλεμένη τεχνική της, ο έλεγχος της αναπνοής και το σωστό στήσιμο της φωνής, της επέτρεψαν να προσεγγίσει την υψηλή tessitura με αρκετή ασφάλεια. Όμως, σε στιγμές, δυστυχώς διαπιστώναμε ότι η φωνή της εκλεκτής καλλιτέχνιδος πιεζόταν, ιδίως κατά τη διάσημη όσο και δύσκολη άρια, In questa reggia (Σε αυτό το παλάτι), που ακούγεται στη δεύτερη πράξη και αποτελεί πραγματική πρόκληση (ορθότερα, άθλο) για κάθε υψίφωνο, κυρίως λόγω των ιδιαίτερα υψηλών φθόγγων που περιέχει αλλά και της εναλλαγής μεταξύ χαμηλών και υψηλών φθόγγων· η άρια σταδιακά «σκαρφαλώνει» σε ένα κρατημένο σι πάνω από το πεντάγραμμο, το οποίο λίγο αργότερα, με την παρεμβολή κάθε φορά χαμηλότερων φθόγγων, επαναλαμβάνεται ακόμη δύο φορές και πάντα κρατημένο, ενώ στη συνέχεια η φωνητική γραμμή οδηγείται σε έναν ακόμη υψηλότερο φθόγγο, ένα ντο πάνω από το πεντάγραμμο, επίσης κρατημένο!
Τον ρόλο του πρίγκιπα Calaf είχε αρχικά ανακοινωθεί ότι θα ερμήνευε ο Αρμένιος τενόρος Arsen Soghomonyan,[2] που τελικά κλήθηκε να τραγουδήσει τον ρόλο του Hermann στην παραγωγή της Pique Dame του Piotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893) η οποία παρουσιάστηκε από τη Μητροπολιτική Όπερα της Νέας Υόρκης (The Met), σημειώνοντας το ντεμπούτο του εκεί (πρεμιέρα, 23/5). Στο πλαίσιο ανταλλαγής, ο Αμερικανός ομότεχνός του, Brian Jagde, που ήταν προγραμματισμένο να τραγουδήσει στην προαναφερθείσα παραγωγή της Met, δέχθηκε να ερμηνεύσει τον ρόλο του Calf στην Αθήνα. Εντούτοις, λίγο πριν από την έναρξη της αθηναϊκής Turandot, ανακοινώθηκε στο κοινό ότι ο Brian Jagde αποσύρθηκε λόγω αδιαθεσίας, με αποτέλεσμα τελικά τον ρόλο να ερμηνεύσει ο Ιταλός τενόρος Riccardo Massi, που ούτως ή άλλως ήταν προγραμματισμένο να τραγουδήσει κατά τη δεύτερη διανομή.
Ο Massi, με φωνή μεγάλης έκτασης και κυρίως, αντοχής, πρότεινε έναν πρίγκιπα Calaf αρκούντως ηρωικό και παθιασμένο. Απέδωσε επιτυχώς και με επιβλητική ενέργεια, ιδίως τη διάσημη άριά του, Nessun dorma! (Ουδείς θα κοιμηθεί!).

Στον ρόλο της σκλάβας Liù, της τόσο συμπαθητικής, ευαίσθητης και εσωτερικά ισχυρής αυτής ηρωίδας, που είναι κρυφά ερωτευμένη με τον Calaf και θυσιάζεται για εκείνον αρνούμενη να αποκαλύψει την ταυτότητά του, η θαυμάσια Ρουμάνα υψίφωνος και σταθερή συνεργάτιδα της ΕΛΣ, Celia Costea, με βαθιά γνώση των απαιτήσεων του ύφους του μουσουργού και έξοχη φωνητική γραμμή, υπήρξε συγκινητική και ιδιαίτερα ανθρώπινη στις δύο άριές της, Signore, ascolta!, και Tu, che di gel sei cinta.
Ο βαρύτονος Τάσος Αποστόλου, ως Timur, γέρος και ταλαιπωρημένος πατέρας του Calaf, ευχαρίστησε με την ωραίου ηχοχρώματος φωνή του και την υποκριτική του ικανότητα.
Στους ρόλους των τριών υπουργών Ping, Pang και Pong, αντιστοίχως οι Χάρης Ανδριανός, βαρύτονος, Γιάννης Καλύβας, τενόρος, και Ανδρέας Καραούλης, τενόρος, ήταν άψογα συνδυασμένοι και ερμήνευσαν με γοητευτικό οίστρο, ρυθμική ακρίβεια και κέφι.
Στους μικρότερους ρόλους, ο τενόρος Νίκος Στεφάνου (Αυτοκράτορας Altοum και Νεαρός Πρίγκηπας της Περσίας) και ο βαρύτονος Γιώργος Παπαδημητρίου (Μανδαρίνος) στάθηκαν στο ύψος της ποιοτικής παραγωγής.
Ο Ιταλός αρχιμουσικός Pier Giorgio Morandi, άλλοτε μαθητής σημαντικών αρχιμουσικών όπως οι Leonard Bernstein και Seiji Ozawa, όπως και κάποτε βοηθός του Riccardo Muti στη Scala του Μιλάνου, θεωρείται ειδικός στην ερμηνεία ιταλικών μελοδραμάτων. Θυμίζουμε ότι είχαμε την ευκαιρία και παλαιότερα να τον εκτιμήσουμε στο podium της ΕΛΣ· συγκεκριμένα, στις 26/1/2023, όταν διηύθυνε Falstaff του Giuseppe Verdi (1813-1901, βλ. Critics’ Point, 8/2/2023) και στις 27/7/2024, όταν διηύθυνε La traviata του ίδιου συνθέτη (βλ. Critics’ Point, 23/8/2024). Ο ίδιος πρότεινε μία ιδιωματική, γεμάτη αίσθημα και μεγαλοπρέπεια, ανάγνωση του πουτσίνιου αριστουργήματος. Υποστήριξε με έμπειρη γνώση και ενδιαφέρον τους τραγουδιστές, τις χορωδίες και την ορχήστρα. Η διεύθυνσή του υπήρξε εύπλαστη και υψηλής ρυθμικής ακρίβειας. Επιπλέον, πέτυχε με γούστο να αναδείξει την καινοτόμα αρμονική γλώσσα της παρτιτούρας όπως και τις ποικίλες λεπτομέρειες της πλούσιας και ευφάνταστης ενορχήστρωσης του πάντα πολύτιμου Puccini. Ευχόμαστε η καρποφόρα συνεργασία του με την ΕΛΣ να συνεχιστεί.
Υποσημειώσεις:
[1] Το libretto της Turandot υπογράφεται από τους Giuseppe Adami (1878-1946) και Renato Simoni (1875-1952)· είναι δε βασισμένο στο ομώνυμο θεατρικό έργο (1762) του Carlo Gozzi (1720-1806).
[2] O Arsen Soghomonyan πρόκειται να ερμηνεύσει τον ρόλο του Enzo Grimaldo στην όπερα La Gioconda του Amilcare Ponchielli (1834-1886) κατά την προσεχή παρουσίασή της από την ΕΛΣ, στις 19, 22, 25 και 29/10.