«Ευαίσθητη Ισορροπία» του Edward Albee σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντωνίου – Θεατρική Σκηνή Αντωνίου

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης (φωτογραφία: Γιάννης Κόκκας)
Οι πρωταγωνιστές της παράστασης (φωτογραφία: Γιάννης Κόκκας)
Οι πρωταγωνιστές της παράστασης (φωτογραφία: Γιάννης Κόκκας)

 

Επιθυμίες και παλιές πληγές, εγκλωβισμένες στις σχισμές του χρόνου ζωντανεύουν και γεύονται την αμαρτία ενός απομεσήμερου, λαμπερού σαν το κονιάκ, ζοφερού σαν την οδύνη· συγχώρεση, ισορροπία και λύτρωση, σαν μνήμες ενός καυτού Ιουλίου, γίνονται άγνωστες σπονδές σε έναν καιρό χαμένο.

 

Ευαίσθητη ισορροπία, Α Delicate Balance! Το έργο έκανε πρεμιέρα το 1966 και χάρισε στον Albee το πρώτο του Pulitzer το 1967. Ο Albee αναβίωσε το μεταπολεμικό αμερικάνικο θέατρο τη δεκαετία του 1960 και συγκαταλέγεται στους μεγάλους Αμερικανούς δραματουργούς, μαζί με τους Eugene O’Neil, Arthur Miller, Tenesse Williams.

 

Ζωή! Στις παρυφές της φωλιάζουν τραύματα, μικρά και μεγάλα εγκλήματα, ανομολόγητα πάθη και αιώνιοι έρωτες, που δεν αντάμωσαν το φλογερό φιλί του πόθου τους και ζάρωσαν περιμένοντας τον θάνατο. Μνήμες από χρόνους παλιούς ψηλαφίζουν παλιά ίχνη μοναξιάς και θυμού, που ξυπνούν και πνίγονται σε μια ημέρα δίχως ώρες.

Χρόνος! Η αρχέγονη ροή του παρασύρει, άλλοτε θάβει και άλλοτε αποκαλύπτει μύθους και έργα ανθρώπων, ενώ παρελθόν, παρόν και μέλλον συνυφαίνονται στο βάθος της συνείδησης· ο χρόνος ο πανδαμάτωρ, ο καταδικασμένος να ρέει ακατάπαυστος, χαϊδεύει αγριότητες, πένθη κι εφιάλτες, κάνοντας τα πάντα υποφερτά.

Ευαίσθητη ισορροπία! Έξη πρόσωπα, με σκηνικό το σαλόνι μιας αριστοκρατικής οικίας με κεντρικό στοιχείο το μπαρ, μπλέκουν τα νήματα της ζωής τους, δημιουργώντας ένα υφάδι γεμάτο ρωγμές και αλκοόλ· ωστόσο οι ρωγμές αυτές αν και χαίνουν τρομακτικά δεν εγκαταλείπονται στο έρεβος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε, αφού εκεί, στο βάθος μιας μνήμης αβυσσαλέας λικνίζεται μια ισορροπία που άλλοτε αγριεμένα, άλλοτε απαλά, αλλά καθοριστικά και λυτρωτικά, αγκαλιάζει αγαπητικά κάθε ψίθυρο φρίκης.

Κι είναι τόσοι πολλοί αυτοί οι ψίθυροι φρίκης που το μυαλό χάνεται, σκιάζεται στο χάος της τρέλας και προσπαθεί να κρυφτεί από το ανασάλεμα εκείνων των άηχων κραυγών απόγνωσης· στον μίτο της ισορροπίας γραπώνονται κομμάτια από προσωπικές τραγωδίες, αναζητώντας έλεος, καταλλαγή και λύτρωση.

Ευαίσθητη και βαθιά ενσυναισθητική ήταν κι η σκηνοθετική οπτική του Αντώνη Αντωνίου που αγκάλιασε τα πάθη, τα λάθη, την οργή και τα αμαρτήματα αυτών των προσώπων και τα είδε να πάλλονται μέσα του· τα έκανε δικά του και διαχειρίστηκε αριστοτεχνικά ένα κείμενο με πλοκή που στροβιλίζεται γύρω από την αλληλεπίδραση των σχέσεων που δομήθηκαν σε χρόνο παρελθοντικό. Η σκηνοθεσία αναδεικνύει ανάγλυφα τις εκρηκτικές συναισθηματικές μεταπτώσεις, τα κρυμμένα νοήματα και τα βαθιά θαμμένα μυστικά που έχουν ματώσει συμπεριφορές, στάσεις και σχέσεις των συγκεκριμένων ανθρώπων.

Ο Α. Αντωνίου αφουγκράζεται τον όλεθρο των έξι προσώπων και τον μελετά έως το χάσιμο του χρόνου τους· μετρά κάθε προσωπική ιστορία οδύνης και με έρεισμα αποκαλυπτικό και τρικυμιώδες αποκαλύπτει σταδιακά πτυχές προσωπικού ερέβους. Η σκηνοθεσία, σμιλεύοντας τους χαρακτήρες, νιώθει κάθε ουλή στο δέρμα και γεύεται την πίκρα της· δημιουργεί έτσι μια δέηση, η οποία εξαϋλώνεται πέραν της θεατρικής σκηνής, ανταμώνοντας το πάθος το πανανθρώπινο, όπου ανασαλεύουν κομμάτια προσωπικής αυτεπίγνωσης. Είναι τα σπαράγματα του σπασμένου καθρέπτη που αγγίζουμε με δέος σα να είναι δικές μας οι πληγές, εκεί, πάνω στη σκηνή.

Η σκηνοθετική οπτική σε πρώτο χρόνο διεισδύει στην τριγωνική, αλληλεπιδραστική σχέση των δύο συζύγων και της αδερφής της συζύγου˙ ο Τομπίας, η Αγνή και η Κλαίρη διαμορφώνουν ένα τρίγωνο, με την  Αγνή, τη σύζυγο, να δεσπόζει στην κορυφή του τριγώνου, ελέγχοντας – αλλά όχι κινώντας – τα νήματα της ζωής των άλλων δύο. Το τρίο αυτό γεννά ακατάπαυστα εντάσεις και κραυγές απόγνωσης, στο βάθος ενός αρχέγονου μένους· ωστόσο, παραδόξως, οι εντάσεις και οι φρίκες τους καταλαγιάζουν μέσω της αέναης σύνδεσης δεσμών υπόρρητων που τους ενώνουν, όταν ο λόγος του ενός καταλαγιάζει τον όλεθρο του άλλου.

Οι δεσμοί των τριών προσώπων διαγράφονται με απόλυτη διαύγεια από τον σκηνοθέτη, προβάλλοντας μια οδύνη που παύει να έχει σημασία, καθώς η εικόνα της κείτεται χαραγμένη στην ψυχή, σαν πληγή ακόμη ανοιχτή.  Τα πρόσωπα αγκαλιάζουν την οδύνη τους και την αποδέχονται αγαπητικά – ως τέκνο της δικής τους αβύσσου – κι εκείνη αμέσως γαληνεύει· η σκηνοθεσία σκιαγραφεί ταυτόχρονα την επικοινωνία των σημασιών και αποκαλύπτει μια συνομιλία οδυνών που βουλιάζουν στην πάχνη του χρόνου και τη σαγήνη  του αλκοόλ.

Τη στιγμή της καταλλαγής χτυπά την πόρτα ο τρόμος· ο ερχομός των καλύτερων φίλων του ζεύγους, του Χάρρυ και της Έντνα προσδίδουν στην ατμόσφαιρα σκιές κι απόηχους από Théâtre de l‘Absurde· η εισβολή των καλύτερων φίλων στοίχειωσε το απόγιομα εκείνο με ένα τρόμο οιονεί μπεκετικό, άχρονο, απροσδιόριστο,  άφατο, ακατανόητο.

Ο Α. Αντωνίου ακροβατεί περίτεχνα μεταξύ πραγματικότητας και φαντασίας, καθώς αναδεικνύει μέσα από τη δίνη των διαρκών, αλλά ελεγχόμενων, συγκρούσεων την αδυναμία του καινοφανούς τρόμου να διεισδύσει στον χώρο του τριγώνου. Το τρίγωνο ανθίσταται, αρνείται σθεναρά να δεχτεί στους κόλπους του τους καλύτερους φίλους και τον απροσδιόριστο τρόμο τους, παραμένοντας συμπαγές κι απρόσιτο, προστατευτικό του εαυτού του.

Η αγάπη δεν είναι το πρόβλημα, εσύ αγαπάς την Αγνή, η Αγνή αγαπάει τη Τζούλια, η Τζούλια αγαπάει εμένα κι εγώ αγαπώ εσένα. Αγαπιόμαστε…ως τα βάθη του είναι μας, ως τον οίκτο για τον εαυτό μας. Τι άλλο από αγάπη; Αγάπη και πλάνη. Στον λόγο της Κλαίρης αποτυπώνεται η στιγμή που το τρίγωνο μεταλλάσσεται σε τετράγωνο με την άφιξη της Τζούλιας στην οικογενειακή εστία, της κόρης του ζεύγους.

Η ένωση της απελπισμένης κόρης με το τρίο δημιουργεί, εν τέλει, ένα κουαρτέτο ψυχών, που σαν ευαίσθητος ιστός αράχνης παλεύει να γλιτώσει από ένα άγριο ξέσκισμα. Λογισμοί αγάπης, συγχώρεσης, μένους και οργής ερωτοτροπούν μεταξύ τους και βουλιάζουν σε μια νήδυμη απαντοχή ελπίδας· αγάπη και πλάνη – η πλάνη που σκιάζει την απομάγευση των ονείρων –  λικνίζουν τον ιστό και η σκηνοθετική ματιά φανερώνει το βάραθρο που περιμένει να καταβροχθίσει ανελέητα εκείνον που θα πέσει μέσα του. Οι δεσμοί που ενώνουν το κουαρτέτο, πλέον, προφυλάσσουν τον ιστό από την άβυσσο, καθώς μέσα από τη μέθεξη σε μια κοινή οδύνη ο όλεθρος ηρεμεί.

Ο Α. Αντωνίου δεν ερμηνεύει απλά έναν ρόλο· ο Α. Αντωνίου αγκαλιάζει τον ρόλο, αγκαλιάζει τον Τομπίας και τις αδυναμίες του και ζει τη ζωή αυτού του ματαιωμένου άνδρα που σπαράσσει κάτω από το βάρος των βιωμάτων του. Έχει αποδεχτεί σιωπηλά κι αγόγγυστα παλιές αμαρτίες και κρυφά πάθη, με τα οποία συνομιλεί ενώ πίνει μαζί τους για να  κατευνάσει τη φρίκη που δημιουργούν μέσα του. Ο Α. Αντωνίου με υποκριτική δεξιότητα προσπαθεί να ηρεμήσει κάθε οργή, είναι ενωτικός, συνειδητά συμβιβασμένος, αναζητά την τήρηση της ισορροπίας μεταξύ Αγνής και Κλαίρης, την οποία προσπαθεί συνήθως να σώζει από τις προσβολές της Αγνής.

Ο Τομπίας και η Κλαίρη επικοινωνούν βαθιά σε ένα άλλο συναισθηματικό επίπεδο, υπάρχει μεταξύ τους μια ιδιαίτερη οικειότητα και αγάπη – ενίοτε ύποπτη και παλιά – η οποία αναδύει μια προσωπική ευαισθησία, φυσική και κοινή στα δύο αυτά πρόσωπα. Ο Τομπίας και η Κλαίρη μοιράζονται προσωπικές ενοχές, οδύνες κι αμαρτήματα για τα οποία συνομιλούν μεταξύ τους με λόγο υπαινικτικό αλλά και παρηγορητικό – ωστόσο στο βάθος γνωρίζουν το βάρος των πράξεών τους! Είναι τα πρόσωπα του τριγώνου που με τη συμπεριφορά και τη στάση τους έχουν δημιουργήσει ρωγμές στη σχέση τους με την Αγνή.

Ωστόσο ο Τομπίας δε διστάζει, ίσως για πρώτη φορά, να αντιπαρατεθεί με τον καλύτερό του φίλο και να θέσει τα όριά του, τα οποία στην ουσία είναι και τα όρια του οικογενειακού κουαρτέτου, του οποίου είναι ο μοναδικός άνδρας. Κάθε λέξη, κάθε λόγος του Α. Αντωνίου ενέχει διαυγή φυσικότητα και αλήθεια, που συνοδεύονται από τις αντίστοιχες εκφράσεις προσώπου, αναδεικνύοντας, κάθε στιγμή, τα διλήμματα και τα τραύματά του.

Η Στέλλα Παπαδημητρίου ως Αγνή αναλαμβάνει έναν δύσκολο ρόλο, στον βαθμό που οι εντάσεις εκρήγνυνται μέσα της, αλλά εκείνη τις απορροφά με μια εσωτερική δύναμη και δεν τις αφήνει να κατακλείσουν την ατμόσφαιρα του οίκου της. Ωστόσο, οι εκρήξεις αυτές συγκλονίζουν την ψυχή της, σε σημείο που νιώθει το είναι της παγωμένο, χωρίς συναίσθημα, χωρίς χαρά, δίχως ζωή, δίχως σώμα. Ξυπνάει μέσα στη νύχτα, όταν όλοι κοιμούνται για να μοιρολογήσει τους δικούς της θανάτους – μετά κοιμάται, κενή, με προσκεφάλι τους τρόμους της.

Η ερμηνεία της Στέλλας Παπαδημητρίου ταιριάζει με τις απαιτήσεις του ρόλου της, καθώς προβάλει σε κάθε στιγμή μια συνέπεια, μια αυστηρότητα και μια ελεγχόμενη αδιαλλαξία, στέκει άτεγκτη, αδιαφιλονίκητη κυρίαρχος στην τήρηση της ισορροπίας.

Η δύναμη της Αγνής στην τήρηση της ισορροπίας φαίνεται, πιο χαρακτηριστικά ενδεχομένως, στον συγχωρητικό λόγο της απέναντι στην ιστορία που διηγείται ο Τομπίας σχετικά με τη γάτα του. Ενώ γνωρίζει βαθιά μέσα της ότι η ιστορία αυτή είναι μια εσωτερική αλληγορία, ενδεικτική του γεγονότος ότι εκείνος «σκότωσε» την Αγνή επειδή έπαψε να τον αγαπά, η ίδια η Αγνή τον συγχωρεί – τον έχει ήδη συγχωρήσει – μέσα της και τον γαληνεύει από τις ενοχές του.

Οι πρωταγωνιστές της παράστασης (φωτογραφία: Γιάννης Κόκκας)
Οι πρωταγωνιστές της παράστασης (φωτογραφία: Γιάννης Κόκκας)

Η Νατάσα Ασίκη ως Κλαίρη είναι το φως του κουαρτέτου – άλλωστε αυτό είναι και το όνομά της· η Κλαίρη φωτίζει το βάθος  κάθε ρωγμής και ρήξης και προβάλλει τα γεγονότα με τον δικό της αιρετικό τρόπο, τον γεμάτο αλκοόλ – δρομολογώντας εξελίξεις, ειδικά στο θέμα των καλύτερων φίλων. Η Κλαίρη θάβει μέσα της τεράστια τραύματα, ματαιώσεις, κρίματα και χαμένους έρωτες που απαλύνονται καθώς η βότκα πλημυρίζει το είναι της. Η Ν. Ασίκη, πέραν της σκηνικής άνεσης που την χαρακτηρίζει, ερμηνεύει αριστοτεχνικά και αληθινά έναν δύσκολο κι απαιτητικό ρόλο – άλλωστε είναι το πρόσωπο που κρύβει μέσα του περισσότερη ενσυναίσθηση, αγάπη και συγχώρεση. Η εσωτερική καλοσύνη της Κλαίρης και η υποκριτική δεινότητα της Ν. Ασίκη στην ουσία αιχμαλωτίζουν το βλέμμα και τη σκέψη του θεατή καθ΄όλη τη διάρκεια της παράστασης.

Η Ελένη Κούστα, ως Τζούλια αντιμετωπίζει έναν ρόλο γεμάτο εκρήξεις, συναισθηματικές μεταπτώσεις και ψυχολογικές διαταραχές και τον ερμηνεύει με συνέπεια και σεβασμό. Η απελπισμένη κόρη, δεν έχει απογαλακτιστεί, παραμένει έφηβη και ασφυκτιά από τις συνεχείς προσωπικές ματαιώσεις και την αποτυχία δημιουργίας δεσμών· αναζητά λίκνο προστασίας στον πατρικό οίκο, στο παιδικό δωμάτιο, το οποίο βρίσκει προσωρινά κατειλημμένο από έναν απροσδιόριστο ξένο φόβο, έναν εισβολέα, ο οποίος την οδηγεί σε παροξυσμό. Ο πατέρας όμως δίνει τη λύση και το κουαρτέτο αγκαλιάζει την Τζούλια, ο φόβος αποχωρεί από τον οίκο και την ταραγμένη παιδική – ακόμη – ψυχή της απελπισμένης κόρης.

Ο Ηλίας Κατέβας, ως Χάρρυ και η Ειρήνη Κονίδου ως Έντνα ερμηνεύουν με συνέπεια έναν ρόλο αμφίσημο – όπως αμφίσημη είναι η παρουσία των καλύτερων φίλων συνολικά. Οι καλύτεροι φίλοι εκφράζουν ένα οξύμωρο – εισβάλλουν με την οικειότητα της φιλίας διεκδικώντας με θράσος μια εστία, μια προστασία από έναν αδιόρατο φόβο. Προφανώς ο φόβος κι η απελπισία κυριαρχούν μέσα τους και τους καθοδηγούν σε ακρότητες – στην ουσία προσπαθούν να εισβάλλουν στο κουαρτέτο και δρουν ως μέλη της οικογένειας – όπως το χαστούκι της Έντνας στην Τζούλια, χωρίς όμως αποτέλεσμα. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή μεταξύ Χάρρυ και Τομπίας, όπου οι δύο άνδρες αναμετρώνται με ειλικρίνεια και βαθιά κατανόηση.

Η μετάφραση της Αθανασίας Καραγιαννοπούλου ήταν εξαιρετική, καθώς πρόβαλε κάθε τραύμα, δίλημμα και συναισθηματική απόχρωση, τοξεύοντας στην απόδοση των νοημάτων, αποδίδοντας με σαφήνεια τον δεικτικό και απέριττο λόγο του Albee. Η σκηνογραφία του Νίκου Κασσαπάκη ταυτιζόταν απόλυτα με τις απαιτήσεις του έργου και των σκηνών, δημιουργώντας ένα συνολικό επιτυχημένο αποτέλεσμα, ενώ τα κοστούμια του ιδίου, με τα σκούρα γήινα χρώματα, ήταν ενδεικτικά του χαρακτήρα των προσώπων αλλά και της όλης ατμόσφαιρας του έργου. Ο φωτισμός της Μαριέτας Παυλάκη φώτιζε, στην ουσία, τις κρυφές πτυχές των προσώπων και τις καλά φυλαγμένες αλήθειες τους.

Άραγε ήταν η Κλαίρη εκείνη η κοπέλα με την οποία οι δύο καλύτεροι φίλοι, ο Τομπίας και ο Χάρρυ, απάτησαν τις γυναίκες τους εκείνον τον καυτό Ιούλιο; Μήπως ο Τομπίας χάθηκε από την αγκαλιά της γυναίκας του μετά τον θάνατο του γιού τους, προσπαθώντας να αποφύγει άλλον έναν θάνατο; Μήπως τελικά, προσπαθώντας να αποφύγει άλλον έναν θάνατο, στην ουσία θανάτωσε ο ίδιος την Αγνή; Τελικά, η Έντνα απέφυγε το ερωτικό κάλεσμα του Χάρρυ, ή εκείνος αρνήθηκε σιωπηλά να ανταποκριθεί στον πόθο της; Ερωτήματα ζωής που ενδεχομένως θα μείνουν αναπάντητα, καθώς ο υπαινικτικός λόγος του Albee αναμοχλεύει τα τρομακτικά εσωτερικά μας τραύματα και τα ακουμπά απαλά στον ιστό μιας ισορροπίας ευαίσθητης και πολύτιμης.

Οράματα από παλιές θάλασσες και νοσταλγίες από άστρα αχάραγα μπλέκονται με μνήμες κι ολέθρους· ζωές αμέτρητες στριμώχνονται για να χωρέσουν σε μια θεατρική σκηνή, στη χαρακιά ενός σπαράγματος χρόνου, αναζητώντας το φως, τη δαγκωματιά της πλάνης.

Ευαίσθητη είναι η ισορροπία που μας κρατά αγαπητικά και τρυφερά στη ζωή· είναι οι δεσμοί που μας ενώνουν και γίνονται δάκρια συγχώρεσης στην άκρη των ματιών. Αβάσταχτη η ύπαρξη στον μεγάλο ορίζοντα από τη γέννηση έως το σκοτάδι κι εμείς εκεί, στο πέρασμα της μοναξιάς και της σιγής, αναζητάμε το λίκνο μιας αιώνιας σπλάχνισης…

Λία Τσεκούρα, Πεντέλη 12-04-2022.