«Εκείνος κι Εκείνος» του Κώστα Μουρσελά, σε σκηνοθεσία Αλέξανδρου Ρήγα – Στιγμές υπαρξιακού στοχασμού… στη σκηνή του Αργώ

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης
«Εκείνος κι Εκείνος» του Κώστα Μουρσελά. Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης

 

«Εκείνος κι Εκείνος»

του Κώστα Μουρσελά

Σκηνοθεσία:  Αλέξανδρος Ρήγας

Θέατρο «Αργώ»

Στιγμές υπαρξιακού στοχασμού… στη σκηνή του Αργώ.

 

Εκείνος κι Εκείνος! Το έργο του Κ. Μουρσελά ξεκίνησε την πορεία του τηλεοπτικά την περίοδο 1972-1973 και συνιστά σημαντικό κρίκο στην εξέλιξη της μετεμφυλιακής νεοελληνικής δραματουργίας, δηλαδή της περίφημης περιόδου του θεάτρου του παραλόγου, όπως ορίζεται το χρονικό πλαίσιο μεταξύ 1964-1974·  έτσι, εντοπίζεται μια ελληνοκεντρικότητα με ευρωπαϊκές avant-garde υπομνήσεις παράλογων καταβολών.

Ως εκ τούτου, το χρονικό υπόβαθρο της συγκεκριμένης δραματουργίας εδράζεται στο λεγόμενο μικροαστικό θέατρο (1956-1964), το οποίο προλειαίνει το έδαφος για την εμφάνιση νέων ανθρωποτύπων της ευρύτερης μεταπολεμικής εποχής· η εποχή αυτή χαρακτηρίζεται από αντιφάσεις που πυροδοτούνται από το πολιτικό και ιδεολογικό «γίγνεσθαι», πάνω στο οποίο αναπτύσσεται το Θέατρο του Παραλόγου στην Ελλάδα (1964-1974).

Η φάση αυτή ορίζεται ως η υπέρβαση της ελληνικότητας, συνθέτοντας την ιστορική και καλλιτεχνική συνέχεια της περιόδου, καθώς η δραματουργία παίρνει πλέον αποστάσεις από τις παραδεδομένες μορφές του αρχαίου δράματος, της ηθογραφίας και του ιστορικού δράματος.  Παράλληλα, η ενασχόληση των Ελλήνων δραματουργών με το θέατρο του παραλόγου επέτρεψε την κεκαλυμμένη διαρροή ιδεών και πολιτικών απόψεων σε ένα περιβάλλον λογοκρισίας της περιόδου 1967-1974 μέσω ενός λόγου αινικτικού που εκφραζόταν πάνω στο σανίδι.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης

Ο Κ. Μουρσελάς επενδύει το έργο του με τη δημοφιλή, για την εποχή, υπαρξιακή όψη του περιθωρίου, διαμορφώνοντας μια ανθρωπογεωγραφία που θυμίζει έργα του Γ. Σκούρτη, του Γ.  Διαλεγμένου, της Λ. Αναγνωστάκη και του Σ. Καρρά· τα πρόσωπα, εγκλωβισμένα στο περιθώριο της κοινωνίας, αποσχισμένα από το καταναλωτικό πρότυπο, αρνούνται τα αγαθά που προσφέρει ο καθιερωμένος και συμβατικός τρόπος ζωής και αντιστέκονται στη συμμόρφωση των κοινωνικών επιταγών, στοιχείο που ως φυγόκεντρος δύναμη τους απωθεί προς το περιθώριο.

Το αυγό, ως ένας ισχυρός συμβολισμός του Κ. Μουρσελά συνιστά όλο εκείνο το πλέγμα των συμβάσεων και των μηχανισμών λειτουργίας του ατόμου εντός της κοινωνίας -αλλά και του πολιτικού παρόντος του Κ. Μουρσελά την περίοδο των τελών του 1960- το οποίο θέλει τη συνύπαρξη των ατόμων σε ένα πλαίσιο κοινωνικής κανονικότητας· η συμμόρφωση με την κανονικότητα ενδεχομένως να δρα -ενίοτε- πνιγηρά για εκείνους που δεν κατορθώνουν να υλοποιήσουν τις προσδοκίες τους, στοιχείο που τους οδηγεί σε έναν αντισυμβατικό και αντικομφορμιστικό τρόπο ζωής.

Ως εκ τούτου, διαμορφώνεται ένας απροσάρμοστος περιθωριακός ο οποίος συνομιλεί με τον περιθωριακό ήρωα του θεάτρου του παραλόγου, διαχέοντας στη σκηνή την υπαρξιακή του αγωνία, την αδυναμία/άρνηση επικοινωνίας με το κοινωνικό πλέγμα αλλά και  την κρίση ιδεολογίας που τον διέπει· ο εν λόγω τύπος αποκτά μια  ιδιαίτερη ταυτότητα, η οποία εξωτερικά κωδικοποιείται μέσα από έναν ξεχωριστό τρόπο ομιλίας, ένδυσης και συμπεριφοράς, ενώ εσωτερικά δομείται πάνω σε μια τοξική σχέση με το σύστημα, με έντονο το στοιχείο της θυματοποίησης.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης

Ο περιθωριακός της συγκεκριμένης δραματουργίας διατηρεί ακόμη μικροαστικά κατάλοιπα· συνεπώς δεν είναι τυχαίο που αναδεικνύονται συνθήκες όπως η έλλειψη ατομικής ευθύνης και η μετάθεση της υπαιτιότητας σε έναν αόρατο κοινωνικο-πολιτικό μηχανισμό, που αποτελεί τμήμα του αυγού.

Ωστόσο, ο Κ. Μουρσελάς λαμβάνει το πλέγμα που συγκρατεί την περιθωριοποίηση του Σόλωνα και του Λουκά και το ανπροσδιορίζει σε υπαρξιακό στοχασμό· σπαράγματα προσωπικού ψυχογραφήματος, μιας καταβύθισης στο είναι απλώνονται ανελέητα στη σκηνή, δημιουργώντας αναστοχασμούς και λογισμούς, ως απαύγασμα λαϊκής σοφίας που διεισδύουν στον ψυχισμό κάθε ατόμου.

Η συνθήκη του παράλογου κυοφορείται στην αχρονία της δράσης, στον ιδιαίτερο δραματικό χωροχρόνο, όπου συγκεράσσονται παρελθόν και παρόν με το μέλλον να προκύπτει ως μια απειλητική δυστοπία· παράλληλα, η παρουσία των Σόλωνα και Λουκά ανακαλεί στη μνήμη πρότυπα όπως οι Vladimir και Estragon του Beckett αλλά και οι Πεισθέτερος και Ευελπίδης του Αριστοφάνη.

Εντούτοις, η λαϊκή υφή και η συνομιλία μεταξύ των χαρακτήρων στο έργο του Κ. Μουρσελά διαμορφώνει επικοινωνία σημασιών, καθώς δρα προσεγγίζοντας την ανθρώπινη πλευρά του θεατή, στοιχείο που δεν υπάρχει στο εφιαλτικό μπεκετικό τοπίο, το οποίο ορίζεται από μια εξ΄ίσου εφιαλτική στασιμότητα· κατά συνέπεια αυτό το ιδιότυπο παράλογο δεν είναι αμιγώς υπαρξιακό με την έννοια της μπεκετικής αναφοράς, αλλά φύεται μέσα σε έναν ρεαλιστικό κόσμο, στοιχείο που προσεγγίζει τη δραματουργική τεχνική του Pinter και τους συνειρμούς του Επιστάτη.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης

Όσον αφορά τον Αριστοφάνη, ο Κ. Μουρσελάς διαχειρίζεται τη δραματικότητα και τον λόγο με καυστικότητα, αλήθεια, διεισδυτικότητα και κωμικότητα, στοιχεία που παραπέμπουν σε αριστοφανικές αναφορές· παράλληλα η οπτική αυτή  σε συνδυασμό με το αυγό και την αναζήτηση μιας ετεροτοπίας, ανακαλούν την επιθυμία των Πεισθετερου και Ευελπίδη να εντοπίσουν μια δική τους ουτοπία στο περιθώριο, επιχειρώντας να δραπετεύσουν από την κυριαρχία της κεντρικής εξουσίας και τους περιορισμούς του κοινωνικού γίγνεσθαι.

Η ευρηματική σκηνοθετική οπτική του κ. Αλέξανδρου Ρήγα ισορροπεί μεταξύ παραλόγου και νεοελληνικού ρεαλισμού, κατορθώνοντας να αναβιώσει ένα έργο σταθμό σε μια παράσταση μελετημένη και προσεγμένη· η σκηνική συγκεκριμενοποίηση διατηρεί ισορροπημένους ρυθμούς, εντοπίζοντας σε κάθε περίπτωση το νόημα και την ουσία των διαλόγων και της σκηνικής συνθήκης.

Η διαχείριση των σκηνών που δομούν το έργο εστιάζει σε μια δημιουργική σύνθεση, μετατοπίζοντας το βάρος στη γλαφυρή και ανάγλυφη ανάδειξη των σχέσεων, των δεσμών, των προσδοκιών, των παθών και των ενδόμυχων λογισμών των χαρακτήρων χωρίς την ελάχιστη διάρρηξη της ενότητας· η σκηνοθετική οπτική δημιούργησε έτσι έναν καμβά γοητευτικού ρεαλισμού της διπλανής πόρτας, υπογραμμίζοντας με τόνο burlesque σκέψεις και υπαινιγμούς αιχμηρών υπαρξιακών προσεγγίσεων απέναντι σε ζητήματα όπως η μοναξιά, η ελευθερία, ο έρωτας και ο θάνατος.

H ερμηνευτική προσέγγιση των κ. Γιώργου Κωνσταντίνου και Λεωνίδα Κακούρη ισορροπεί αριστοτεχνικά μεταξύ παραλόγου και ρεαλιστικού· ο κ. Κωνσταντίνου ως Λουκάς ερμηνεύει με ευαισθησία, πάθος, αφέλεια και την αλήθεια ενός μεγάλου θεατρανθρώπου κάθε συναισθηματική πτυχή του Λουκά.

Σκηνή από την παράσταση. Φωτογραφία: Γιώργος Καλφαμανώλης

Ο Λουκάς του κ. Κωνσταντίνου συνενώνεται με το δραματικό πρόσωπο και ισορροπεί εμπνευσμένα σε έναν κόσμο άλλοτε τραγικό, άλλοτε κωμικό, άλλοτε αδιανόητο, αναζητώντας καταλλαγή, αγάπη και συγχώρεση· η υποκριτική του εμπειρία στην εκφορά του λόγου και  τη διαχείριση παραγλωσσικών στοιχείων, σε συνδυασμό με τη σωματικότητα του Λουκά συνιστούν δεδομένα που σφραγίζουν τον ρόλο καταλυτικά στη συλλογική μνήμη.

Ο κ. Λεωνίδας Κακούρης ως Σόλων ερμήνευσε με ενέργεια και ιδιοσυγκρασιακή πληρότητα τον έτερο εκείνον· η προσεγμένη εκφορά του λόγου αναδείκνυε τα λεκτικά στηρίγματα, τις παύσεις και τις σιωπές δημιουργώντας ένα πλαίσιο δραματουργικής συνομιλίας που διέχεε σε κάθε περίπτωση τις σημασίες της σκηνής και τις προσωπικές σκέψεις, εμμονές και ματαιώσεις του Σόλωνα. Παράλληλα, η μελετημένη κινησιολογία του σε συσχετισμό με την αποφασιστική και πιο κυριαρχική προσωπικότητα και φύση -έτοιμος πάντοτε να έρθει σε ρήξη με το κατεστημένο- διαμόρφωσε την απαραίτητη εκείνη συμπληρωματική και εξισορροπιστική εικόνα του δραματικού διδύμου.

Ο κ. Δημήτρης Σταρόβας,  σε εναλλαγή ρόλων, συνιστά το σκηνοθετικό τέχνασμα συγχρονισμού του έργου με το σήμερα· η έντονη παρουσία του σε συνδυασμό με την ικανότητα να προσφέρει με πληθωρική αλήθεια στους ρόλους του μια προσωπική, συχνά παιγνιώδη και αυτοσαρκαστική διάθεση χαρίζει την απαραίτητη δυναμική που αναδεικνύει τις σκέψεις των βασικών χαρακτήρων.

Τέλος, η κ. Σοφία Μανωλάκου  εναλλάσσεται με ερμηνευτική ευελιξία κι εκφραστική ενάργεια στους ρόλους της· η κ. Μανωλάκου συνιστά το added value με τη ζωντάνια, τη θηλυκότητα και την ευαισθησία της, ενεργοποιώντας διαύλους επικοινωνίας με το τσόφλι του αυγού, χαρίζοντας ερωτικούς υπαινιγμούς και φως στον κόσμο εκείνων.

Το σκηνικό του κ. Αντώνη Χαλκιά είναι λιτό, αφαιρετικό αλλά περιγραφικό και βοηθά στην ανάδειξη των διαλόγων, ενώ τα κοστούμια του ιδίου τηρούν την αισθητική του περιθωριακού χαρακτήρα, ενίοτε με έναν υπαινιγμό γκροτέσκου στοιχείου. Οι φωτισμοί, τέλος, του κ. Θοδωρή Γκόγκου λειτουργούν ως δραματουργικό στοιχείο, καθώς άλλοτε απομονώνουν τους χαρακτήρες, άλλοτε φωτίζουν τον εγκλωβισμό,  την προσωπική εσωτερικότητα αλλά και τη λαχτάρα για επιβίωση σε ένα κόσμο βαθιά μοναχικό.

 

Τι μου είπες χθες…το ξέχασα…μόλις έπαψε ο χρόνος να μιλά κι εγώ βυθίστηκα σε μια βαθιά οδύνη…

 

Λία Τσεκούρα

Πεντέλη, 13022026