Αισθήσεις και ψευδαισθήσεις ενώνονται κολασμένα πάνω σε μιάσματα ζοφερών ονείρων… «Το Μπαλκόνι» του Jean Genet – Σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού – Θέατρο: Studio Κυψέλης

Σκηνή από την παράσταση (φωτογραφία: Ζώης Τριανταφύλλου Σφακιανάκης)

 

Σκηνή από την παράσταση (φωτογραφία: Ζώης Τριανταφύλλου Σφακιανάκης)

Le Balcon! Το αιρετικό αυτό δράμα του αιρετικού Jean Genet πρωτοεκδόθηκε το 1956 – ως L’ Arbalète κι έκανε πρεμιέρα, στην αγγλική γλώσσα, το 1957 στο Arts Theatre σε σκηνοθεσία Peter Zadek. Αργότερα ο συγγραφέας του το επεξεργάστηκε άλλες δύο φορές δίνοντάς του τελική μορφή το 1962, ενώ στο Παρίσι παρουσιάστηκε πρώτη φορά το 1960 στο Théâtre du Gymnase σκηνοθετημένο από τον Peter Brook.

Όταν ο Antonin Artaud, Γάλλος ποιητής, ηθοποιός και θεωρητικός του Σουρεαλισμού, συνέγραψε το “Manifeste du théâtre de la cruauté” το 1932 και το “Le Théâtre et son double” το 1938, διαμόρφωσε μια ανατρεπτική δυναμική στον χώρο του θεάτρου∙ το «θέατρο ης σκληρότητας» του Artaud διατύπωνε μια μορφή επικοινωνιακής προσέγγισης μεταξύ θεατών και ηθοποιών, όπου η βιαιότητα του θεατρικού φαινομένου – μέσω κινήσεων, ήχων, αλλόκοτων σκηνικών και φωτισμού – δημιουργούν μια θεατρική, οπτική μεταγλώσσα που εκθέτει τη ρηχότητα του κόσμου σε όλη της την αγριότητα – αφήνοντας αχαλίνωτη τη ροή του υποσυνείδητου.

Ο Antonin Artaud διαμόρφωσε, ως εκ τούτου, μια σημαντική παράμετρο επιρροής στο θέατρο της πρωτοπορίας του 20ου αιώνα∙ η καταστρατήγηση κάθε σύμβασης, κάθε παραδοσιακής εναρμόνισης με τις επιταγές του δυτικού θεάτρου και η μετάγγιση αισθητικών στοιχείων που διασάλευαν το παραδεδομένo αισθητικό προφίλ βρήκαν χώρο έκφρασης στο θέατρο του Jean Genet.

Στο έργο του Genet γίνεται αντιληπτός ο ομφάλιος λώρος που συνδέει το θέατρο με την τελετουργία, καθώς ο δημιουργός μέσω της έννοιας της κοινωνικότητας του θεατρικού, ή της θεατρικότητας του κοινωνικού κατά τον Puchner, εκθέτει τη θεωρία των κοινωνικών ρόλων∙ κατ΄επέκταση, ο Genet διαμορφώνει μια σκηνική ροή όπου εκτίθενται οι κοινωνικές τελετές, οι οποίες συνιστούν τη θεμελιώδη διαμόρφωση του εκάστοτε θεσμικού πλαισίου της δυτικής κοινωνίας.

Ως εκ τούτου, η σκηνή του Genet μεταμορφώνεται σε θεατρική αρένα, όπου η ψευδαίσθηση συγκρούεται με την αλήθεια, ενώ ταυτόχρονα κυριαρχεί ένας ηδυπαθής συμφυρμός μεταξύ είναι και φαίνεσθαι που ενεργοποιεί τον θεατή, εκμαιεύοντας από το υποσυνείδητό του φοβίες και εφιάλτες. Η αγριότητα του Genet εκτινάσσει με φυγόκεντρη σφοδρότητα ζωντανές εικόνες παράνοιας και αγριότητας ενός αδάμαστου ορμέμφυτου σπασμού που δηλητηριάζει και καταρρακώνει τον ανθρώπινο ψυχισμό.

Σκηνή από την παράσταση (φωτογραφία: Ζώης Τριανταφύλλου Σφακιανάκης)

Ταυτόχρονα, μέσω ενός ασύδοτου ειρωνικού εκχυδαϊσμού των κοινωνικών προτύπων και ρόλων, ο Genet  ευτελίζει, χλευάζει, γελοιοποιεί και παρωδεί κοινωνικές νόρμες και ταυτότητες∙ κατά συνέπεια, δημιουργεί έναν μικρόκοσμο παρακμής που μαρτυρεί κατά τον πιο ακραίο τρόπο τη θεατρικότητα του κοινωνικού – αλλά και τη δεσπόζουσα θέση του θεατρικού –  μέσω ενός υπερρεαλισμού με γκροτέσκο ύφος και μιας απόλυτης ψευδαίσθησης.

Ο Genet, μέσω της σκληρότητας, υποδηλώνει την αέναη παρακμή και τον αέναο θάνατο ανθρώπινων αξιών και ιδεωδών, τον οποίο επιλέγει να διαιωνίζει ως ανασάλευση μιας φρικώδους και παραληρηματικής αυταπάτης∙ αυτή η παραληρηματική αυταπάτη, χαρακτηριστική του ονείρου που χάνεται στο χάος του εφιάλτη, του είναι που πνίγεται στο χάος του φαίνεσθαι προβάλει ατόφια και οδυνηρή στη σκηνή του Γιώργου Λιβανού και δεσπόζει ως ένα σκηνικό όνειρο, όπως διακριτικά αφήνει να διαφανεί ο συγγραφέας καθώς στο τέλος του έργου υπάρχει κάποιος που ονειρεύεται….

Η ευφυής σκηνοθεσία του Γιώργου Λιβανού αξιοποιεί τη γοητευτική και καταραμένη κοσμοθεωρία του Genet, συμβολοποιώντας αριστοτεχνικά και με σαγηνευτική ευρηματικότητα τις εικόνες που οραματιζόταν ο Genet∙ μια αβάσταχτη πραγματικότητα συντρίβεται στο αναρχικό δέος των κατόπτρων που εμπαίζουν την ενθαδικότητα του είναι και του φαίνεσθαι.

Η σκηνοθετική οπτική εικονοποιεί με ευφάνταστη διαύγεια κι ενσυναίσθηση ένα καλοδουλεμένο και άριστα επεξεργασμένο κείμενο, συγκλονίζοντας με την εκλεπτυσμένη αιχμηρότητα και την κυνικότητά του, οξύμωρο που ο σκηνοθέτης γνωρίζει άρτια να διαχειρίζεται. Κατά συνέπεια, η σκηνοθεσία του Γ. Λιβανού ιχνηλατώντας με ευαισθησία και ρεαλισμό τις ψυχικές διαδρομές και τους ολέθρους του κάθε πάσχοντος προσώπου –με προσωπείο ή χωρίς –  δημιουργεί μια επικοινωνιακή οδό που διασαλεύει – εμπαίζει ενδεχομένως – τα όρια μεταξύ σκηνής και πλατείας∙ ο σκηνοθέτης εμβαθύνει σε ένα συλλογικό όνειρο, διαμορφώνει ένα συλλογικό ασυνείδητο, όπου μέσω της αποσυμβολοποίησης του ονείρου το κάθε πάσχον πρόσωπο αποφορτίζεται από τις επιταγές του υπερεγώ και οδηγείται στη συνειδητοποίηση των υπόρρητων και υποσυνείδητων δεινών του.

Η υποβλητική και φαντασιακή εικονοποίηση του Γ. Λιβανού υλοποιείται από έναν σημαντικό και πολυπληθή θίασο που ακροβατούν μεταξύ μπαλκονιού και Βαστίλης∙ ως αποτέλεσμα, οι ηθοποιοί υποδύονταν έναν ρόλο μέσα στον ρόλο, καθώς ο εκάστοτε χαρακτήρας καλείτο να ερμηνεύσει έναν φανταστικό εαυτό – στοιχείο που αποθηριώνει τη φαντασία και δημιουργεί πολλαπλά υπαρκτικά κάτοπτρα.

Σκηνή από την παράσταση (φωτογραφία: Ζώης Τριανταφύλλου Σφακιανάκης)

Επιπλέον, ο Genet, καταδεικνύοντας το θεατρικό μέσω των κοινωνικών τελετών που ορίζουν το θεσμικό της δυτικής κοινωνίας – όπως προαναφέρθηκε – επιλέγει επί τούτω χαρακτήρες που κινούνται στην πυραμίδα της κοινωνικής ιεραρχίας∙ σύμφωνα με τον Genet – και πάλι η κοινωνικότητα του θεατρικού, ή η θεατρικότητα του κοινωνικού – ένας κοινωνικός τίτλος, φορέας, πρόσωπο ενέχει στοιχεία υποκριτικής και υπάρχει στο πλαίσιο μιας διπολικής – ενδεχομένως και μανιχαϊστικής –  σχέσης εξουσίας, όπως η σχέση δικαστή κι ενόχου, ιερέα και αμαρτωλού. Κατά συνέπεια, μέσω της θεατρικότητας του κοινωνικού ο Genet στοχεύει στην ανάδειξη της αυταπάτης που χαρακτηρίζει  – κατά τον ίδιο – το πλαστό της κοινωνικής ιεραρχίας.

Στο πλαίσιο αυτό, η Πέπη Οικονομοπούλου ως Μαντάμ Ίρμα επιβάλλεται ως ρόλος με ωμή αλλά  ηπίων τόνων ειλικρίνεια – δίνοντας τη λύση του ονείρου στο τέλος του έργου, πρέπει να γυρίσετε στα σπίτια σας όπου όλα, μην έχετε για αυτό καμία αμφιβολία, θα είναι ακόμα πιο ψεύτικα απ’ ό,τι εδώ μέσα… Παράλληλα, οι Μαρία Δρακοπούλου και  Ιουλία Φάλλια ερμηνεύουν με δουλεμένη εξωστρέφεια και συνέπεια δύο απαιτητικούς ρόλους. Η έμπειρη Καίτη Ιμπροχώρη ερμηνεύει με λυρισμό, εσωτερικότητα αλλά και αποφασιστικότητα τη Σαντάλ και η Χαριτίνη Καρόλου κινείται με δυναμισμό σε έναν καταλυτικό ρόλο, αυτόν της βασίλισσας.

Ο Γιάννης Τσιώμου, άλλη μια φορά, εντυπωσιάζει και ξεχωρίζει με την παρουσία και την ερμηνεία του, ο Μάνος Χατζηγεωργίου, όπως πάντα, στέκεται στη σκηνή με μεγάλη άνεση, δυναμισμό και γνώση, ο Νίκος Καραγιώργης δίνει το δικό του εντυπωσιακό στίγμα υποκριτικής, ενώ οι  Νίκος Χαλατζίδης, Σωτήρης Αντωνίου, Μάνος Τσιβιλής, Αλέξανδρος Κλημόπουλος και Γιάννος Τριανταφύλλου βιώνουν με αστείρευτη ενέργεια και δυναμισμό εκρηκτικές και επαναστατικές καταστάσεις.

Έλειψε ο Νίκος Γιάννακας, που δυστυχώς χάθηκε πρόσφατα, αλλά ο σκηνοθέτης τίμησε τη συμβολή του στο έργο και την πορεία του θιάσου και τον παρουσίασε ως Genet σε video. Όσο για τον Γιώργο Λιβανό, τον μαέστρο της παράστασης, η έμπειρη ερμηνεία του ολοκληρώνει αισθητικά και υποκριτικά το όλον∙ η σκηνική του παρουσία συγκεράσσει στοιχεία εσωτερικότητας, σύγκρουσης, ενσυναίσθησης, δυναμικότητας και διαύγειας, δημιουργώντας ένα ξεχωριστό ερμηνευτικό προφίλ υψηλής υποκριτικής δεξιοτεχνίας.

Σκηνή από την παράσταση (φωτογραφία: Ζώης Τριανταφύλλου Σφακιανάκης)

Η απόδοση-αναδημιουργία του κειμένου από τη Λεία Βιτάλη μεταφέρει αυτούσιες τις δραματικές αναφορές του συγγραφέα, η μετάφραση της Μαίρης Μιχαλάτου ζωντανεύει ένα κείμενο που «ακούγεται» στη σκηνή, ενώ η δραματουργική επεξεργασία της Χαράς Μπακονικόλα, που δυστυχώς χάθηκε επίσης πρόσφατα, προσδίδει ιδιαίτερο βάρος και σημασία στην παράσταση. Η χορογραφία του Άγγελου Χατζή ενισχύει τις εντάσεις και τις σκηνικές αναφορές, η σκηνογραφία και τα κοστούμια της Δέσποινας Βολίδη κινούνται σε μια γκροτέσκα ατμόσφαιρα που ταυτίζεται με την αισθητική του Genet, οι φωτισμοί του Γιώργου Λιβανού φωτίζουν και συμβολοποιούν κρυφές και φανερές πτυχές της δραματουργικής επεξεργασίας, ενώ η Νίκη Γκουντούμη τόσο στο πιάνο όσο και στη μουσική διδασκαλία χαρίζει συγκινήσεις και προβάλλει κάθε συναισθηματική μετάπτωση του έργου. Το basic theme του Μίμη Πλέσσα, τέλος, γεφυρώνει μελωδικά το χθες με το σήμερα, ενώ το μουσικό περιβάλλον εμπλουτίζεται με το  ακορντεόν  του Γιάννου Τριανταφύλλου, την ηλεκτρική κιθάρα του Σωτήρη Αντωνίου, την κιθάρα του Μάνου Τσιβιλή και τα κρουστά της Μαρίας Δρακοπούλου.

 

Ατελεύτητα μιάσματα και καταραμένοι πόθοι έφραξαν τη γη και έμειναν μόνοι οι καιροί, ατέλειωτοι, γυμνοί και ντροπιασμένοι, να κυλιούνται σε ένα περιτύλιγμα ψύχους, ονείδους και σήψης…άνθη κρεμασμένα στα μπαλκόνια έχυσαν κόκκινα δάκρια πάνω στους τάφους που άνοιξαν και έχασκαν χυδαία…περιμένοντας, γελώντας θαρρώ, μιαν ευγενή απώλεια…

 

Πεντέλη, 05.05.2023.