
All my sons! Το τρίπρακτο αυτό δράμα συνιστά ένα από τα σημαντικότερα πολιτικά έργα του Arthur Miller, γραμμένο το 1946, σε μια εποχή έντονου μεταπολεμικού προβληματισμού. Η πρεμιέρα του στο Broadway το 1947 ανέδειξε τη βαθιά ηθική διάσταση του έργου το οποίο και επιβραβεύτηκε με κορυφαίες διακρίσεις, όπως το New York Drama Critics’ Circle Award. Η σπουδαιότητα και η πρόσληψή του από το κοινό το καθιέρωσε ως έργο σταθμό στο αμερικανικό θέατρο, επιβεβαιώνοντας τη διαχρονική του απήχηση.
Ο Arthur Miller, μετά την αποτυχία του πρώτου του έργου, δημιούργησε το Ήταν όλοι τους παιδιά μου, όπως αποδόθηκε στην Ελληνική γλώσσα, ως μια ύστατη προσπάθεια για αναγνώριση, αντλώντας έμπνευση από ένα πραγματικό σκάνδαλο που αφορούσε την παράνομη διακίνηση ελαττωματικών στρατιωτικών κινητήρων. Το έργο, με εμφανή την επιρροή του Ibsen, εξετάζει βαθιά την ηθική και νομική ευθύνη, φωτίζοντας τη σύγκρουση ανάμεσα στον ιδεαλισμό και την ωμή πραγματικότητα της επιβίωσης.
All my sons! Προσωπικοί όλεθροι και άσβηστα πένθη στοιχειώνουν τον βίο των πασχόντων προσώπων του Arthur Miller και η ζωή τους δε συνιστά τίποτε άλλο από έναν βαθύ Αχέροντα· πρόσωπα τραγικά που ρουφούν λαίμαργα και απεγνωσμένα κάθε σταγόνα ψεύδους αναζητώντας μια ρυτίδα καταλλαγής και γαλήνης.
All my sons! Πόση συντριβή κρύβει μέσα του ο τίτλος του Miller, τόση που τα μαρμαρωμένα όνειρα του έρωτα και της χαράς βυθίζονται στη ζοφερή καταχνιά ενός βίου αβίωτου· όλη η αγάπη ένα κακό και το κακό μεγάλο, ανείπωτο κι ανομολόγητο, σύμπαν γεμάτο Ερινύες.
Ήταν όλοι τους παιδιά μιας απουσίας που άκουσε τις απελπισμένες μητρικές κραυγές κι αναμόχλευσε κρίματα μιας παλιάς αμαρτίας· κι όταν εκείνα τα παιδιά, που ήταν όλα δικά μας, χάθηκαν στον μαύρο άνεμο, εκείνος φύσηξε, κι ήχησε ένα καμπαναριό πένθιμο και θλιβερό, σαν τον χαμό της νιότης και την έλευση ενός σκότους απότομου, αιώνιου.
Οι εικόνες του πένθους, της οργής αλλά και της απώλειας περιπλέκονται γύρω από ισχυρές και διαχρονικές θεματικές, όπως η ηθική, η αλήθεια και το ψέμα, η ατομική και η συλλογική ευθύνη, η τιμή και το χρήμα, η ευθραυστότητα των κοινωνικών και οικογενειακών σχέσεων, η ματαιότητα του πολέμου· παράλληλα κυριαρχεί ως δομικό συστατικό η έννοια της εκούσιας αυταπάτης, ή αλλιώς του ζωτικού ψεύδος που σαν ιψενική σκιά σκιαγραφεί εξαίρετα αιχμηρά και εύστοχα το περίγραμμα και τις σχέσεις μεταξύ των τριών βασικών προσώπων, των Kellers, του πατέρα Joe, της μητέρας Kate και του γιού Chris.
Μια μοιραία σκιά ψεύδους σκεπάζει την οικογένεια Keller, η οποία εξακτινώνεται σε τρεις ομόρριζες μορφές· η ολέθρια εξέλιξη του πολέμου διαμορφώνει μια αιτιακή αλυσίδα υπαρξιακών τραυμάτων που αναζητώντας μια αυτοΐαση γεννούν τρία ζωτικά ψεύδη.
Ως εκ τούτου η μητέρα Κate πιστεύει ότι ο χαμένος γιος Larry είναι ζωντανός, ο Chris θεωρεί τον πατέρα του έναν έντιμο επιχειρηματία και ο ίδιος ο Joe θεωρεί τον εαυτό του έναν σωστό κι έντιμο οικογενειάρχη που θέτει ως σκοπό την εξοικονόμηση πόρων για το μέλλον της οικογένειας, άνευ ιδιοτελούς κινήτρου· τα τρία πάσχοντα πρόσωπα βρίσκονται ενωμένα από τους δεσμούς μιας κοινής εκούσιας αυταπάτης, τη μη εμπλοκή του πατέρα στη διακίνηση των ελαττωματικών κινητήρων που προκάλεσε ένα έγκλημα, τον θάνατο 21 αεροπόρων στην Αυστραλία. Για το έγκλημα αυτό καταδικάστηκε ο συνέταιρος του Joe ενώ ο ίδιος ο Joe αθωώθηκε δηλώνοντας -ψευδώς- ασθένεια την ημέρα που οι ελαττωματικοί κινητήρες παραδόθηκαν στις αρχές.

Η υπόρρητη αυτή επικοινωνία μεταξύ των τριών προσώπων λειτουργεί αφ΄ενός ως συσσώρευση οργής και μένους που ανασαλεύει σταδιακά και τελικά ξεσπά μεταξύ τους, ενώ αφ΄ετέρου αιχμαλωτίζει τα εν λόγω πρόσωπα σε ένα μοιραίο χορό ενοχών με το οξύμωρο της συναισθηματικής δέσης που νομοτελειακά επιφέρει μια omerta, για να καταδείξει ότι το αίμα νερό δε γίνεται· σε δεύτερο επίπεδο λανθάνουν η εμμονή της μητέρας στην αναμονή του νεκρού Larry και ο -απαγορευμένος- έρωτας μεταξύ του Chris και της Ann, μνηστής του αδικοχαμένου αδελφού, στοιχεία που καλύπτουν τη μεγάλη ενοχή που όλοι γνωρίζουν, αλλά κανείς δεν τολμά να την αντιμετωπίσει. Έτσι, η μεγάλη αόρατη ενοχή ανεξέλεγκτη και ανεπεξέργαστη γιγαντώνεται και καταλαμβάνει όλο τον χώρο του είναι, δηλητηριάζοντας τον βίο, τις προσδοκίες, τα οράματα και τις συνειδήσεις των ανθρώπων.
Κατά συνέπεια, ο χορός των ενοχών και της εκούσιας αυταπάτης σμιλεύει την πλοκή των θεματικών και προβάλλει με σφοδρότητα την απώλεια της ηθικής και την ευαλωτότητα αυτής σε έναν κόσμο, του οποίου το αξιακό ίχνος έχει συντριβεί από τη βία του σαρκοβόρου πολέμου· τραύματα χάσκουν ακόμη ανοιχτά και ματωμένα, ενώ η αξία της ανθρώπινης ζωής βιώνει μια τραγική ενδεχομενικότητα.
Ως εκ τούτου, η μεγάλη ενοχή σαν υπερχρονικό αμάρτημα ξεχειλίζει με φρικώδη σφοδρότητα που την απογυμνώνει από τα δεσμά της σιωπής· αδάμαστη πλέον καταστρέφει μνήμες, πάθη και όνειρα, αφήνοντας πλέον πίσω της να ανατείλει το αίσιμον ήμαρ που ως λύτρωση αποκαθαίρει τις πληγές, το κακό και την αιδώ με έναν θάνατο -στοιχείο που συναντάμε και στον Θάνατο του Εμποράκου του ιδίου συγγραφέα.

Η σκηνοθετική οπτική του κ. Γ. Νανούρη ιχνηλατεί και αναδεικνύει ανάγλυφα ακριβώς αυτό, ήτοι τη θεματική της ηθικής, που περικλείει εντός της την ευθύνη σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο καθώς και τις ασύμμετρες, ανεξέλεγκτες και απροσδιόριστες εκφάνσεις των σχεσιακών προτύπων· η ροή των διαλόγων ακολουθεί αυξομειώσεις εντάσεων σε συσχετισμό με τους ρυθμούς της παράστασης, ενώ η δραματική κορύφωση εικονοποιείται με ιδιαίτερο συγκλονισμό αφήνοντας έκθετες τις συναισθηματικές ανατροπές και τις εξάρσεις.
Η σκηνοθεσία δια της υποκριτικής, του φωτός και των σκηνικών παροντοποιεί μια παράσταση που διαυγάζει μέσω συμβολισμών τη δεσπόζουσα νοσηρότητα, αναδεικνύοντας την ανομολόγητη αλήθεια· η σκηνική συγκεκριμενοποίηση αξιοποιεί τον φωτισμό που τόσο ως αυτόνομο όσο και ως υποδηλωτικό στοιχείο προβάλλει τις σημασίες. Κατά συνέπεια αυτό γίνεται αντιληπτό ειδικά στην κορύφωση, όπου κυριαρχεί σκούρος μπλε φωτισμός , υποδηλώνοντας το επερχόμενο τέλος αλλά και το σκότος της αποκάλυψης, η αλήθεια φωτίζεται δηλαδή μέσω του σκότους.
Παράλληλα, όπως και στην περίπτωση του φωτισμού, ο διττός χαρακτήρας των σημειακών συστημάτων είναι έκδηλος σε όλη την παράσταση· τα αντικείμενα φροντιστηρίου αλλά και τα σκηνικά της κ. Μαίρης Τσαγκάρη αναδεικνύουν με ρεαλισμό την οικογενειακή καθημερινότητα αλλά υπαινίσσονται την ατέρμονη οδύνη με τη συνεχή παρουσία του δέντρου ως φρικώδους προφητείας αλλά και το σκοτεινό παραπέτασμα του ψυχισμού μέσω της τεράστιας τζαμαρίας, εκείνου του απροσδιόριστου σημαίνοντος που θολώνει την ατμόσφαιρα, δημιουργώντας μια νεκρή ζώνη μεταξύ αλήθειας και ψεύδους, κρύβοντας πίσω της τον ήχο του θανάτου.
Η υποκριτική, ως μέρος του σημειακού συστήματος, έχει υποστεί ενδελεχή επεξεργασία και αποδίδει σε απόλυτο βαθμό το σκηνοθετικό ενέργημα· οι ηθοποιοί κινούνται στον κάθετο και τον οριζόντιο άξονα της σκηνής, αξιοποιώντας το εύρος της για να ερμηνεύσουν τον ρόλο λιγότερο μέσω της σωματικότητας -η αξιοποίηση της οποίας εκφράζει καίρια και καταλυτικά τις εντάσεις των συναισθημάτων- και περισσότερο μέσω του λόγου, της εκφοράς αυτού αλλά και μέσω των παραγλωσσικών σημείων, όπως ο τόνος, η ένταση, η σιωπή, ο ρυθμός και η δυναμική, στοιχεία που συντονίζονται σε εξαιρετικό επίπεδο και εντείνονται μέσω της υπόρρητης συνομιλίας των ηθοποιών.

Ο κ. Γιώργος Γάλλος ως Joe Keller ερμηνεύει αριστοτεχνικά έναν ρόλο ορόσημο, ιχνηλατώντας με απαράμιλλη υποκριτική δεξιοτεχνία την έπαρση, τη ματαίωση και τον ενδόμυχο φόβο που διέπουν τη σαγήνη και τη φρίκη του ζωτικού ψεύδους· ο Joe Keller του κ. Γάλλου ακροβατεί πάνω στα απομεινάρια του εγκλωβισμού του, εκφράζοντας με θαυμαστή ενσυναίσθηση και προσωπική αλήθεια κάθε συμπεριφορικό και συναισθηματικό νόημα του χαρακτήρα που υποδύεται.
Άλλοτε κυνικός και μεγαλειώδης, άλλοτε τρομαγμένος και σαρκαστικός, άλλοτε βίαιος και συγκρουσιακός ο Joe Keller καταλήγει να διαπράξει το ίδιο αμάρτημα που τον οδήγησε στη μεγάλη ενοχή. Ο Joe Keller επιλέγει για άλλη μια φορά την απουσία από την ουσία, στρέφεται στη φυγή και την απόδραση, σε μια μανιασμένη -και λυτρωτική για εκείνον- αυτοχειρία.
Η κ. Άννα Μάσχα ως Kate Keller ερμηνεύει με συντριβή και συγκίνηση έναν χαρακτήρα που συνιστά υπόλοιπο ζωής· ζωντανή νεκρή περιφέρεται και ελπίζει στο ανέφικτο, αναζητώντας ελπίδα σε αλλόκοτες εικασίες. Η Kate Keller της κ. Μάσχα κυριαρχεί κι επιβάλλεται στη σκηνή με τις ευγενείς λυγμικές της κορυφώσεις και τη διεισδυτικότητα στην επεξεργασία του ρόλου· σημειακά στοιχεία που τονίζουν τον χαρακτήρα που υποδύεται είναι η υποβλητική κινησιολογία, οι γεμάτες ένταση και απαντοχή σιωπές αλλά και η κατανυκτικότητα με την οποία αντιμετωπίζει το ολέθριο πένθος της, στοιχεία που εντείνουν τη συγκίνηση αλλά και την τραγική ειρωνεία ενός κρυφού αλλά υπαρκτού χαμού.
Ο κ. Κωνσταντίνος Μπιμπής ως Chris Keller συνιστά ένα πρόσωπο που εξελίσσεται δραματουργικά και η εφιαλτική μετάβαση από την πεποίθηση του ιδεαλισμού στην ανηλεή πραγματικότητα λειτουργεί ως υπαρκτικός τοκετός· ο Chris Keller του κ. Μπιμπή εκφράζεται μέσω μιας ερμηνευτικής δεινότητας που προσφέρει εικόνες απίστευτης συναισθηματικής σφοδρότητας, εσωτερικής έντασης και προσωπικής συντριβής. Ο κ. Μπιμπής έχει επεξεργαστεί αριστοτεχνικά έναν ρόλο με πολλαπλές δυσκολίες, συναισθηματικές κορυφώσεις και συνομιλία με τους εσωτερικούς λογισμούς και το ασυνείδητο του χαρακτήρα, ενώ η αποκαθήλωση του ιδεαλισμού, του πατρικού οράματος και ο θάνατος του ζωτικού ψεύδους έρχονται ως συναισθηματικό παραλήρημα να σφραγίσουν το τέλος του ονείρου.

Η Anny της κ. Λίλας Μπακλέση συνιστά ένα ρόλο καταλυτικό, είναι το πρόσωπο που γνωρίζει και μέσω της επιστολής του Larry εκσφενδονίζει με σφοδρότητα την αλήθεια πάνω στη σκηνή, διαλύοντας μια για πάντα το ζωτικό ψεύδος του ζωντανού Larry, ενώ παράλληλα διαυγάζει εμμέσως την ενοχή του Joe Jeller· η κ. Μπακλέση αναλαμβάνει με εξαιρετική προσήλωση, ρεαλισμό, συντριβή και τρυφερότητα έναν ρόλο που εκπέμπει αθωότητα, έλεος, συγκίνηση, αγάπη αλλά και αποφασιστικότητα, συμβολίζοντας -ενδεχομένως- την αναγκαιότητα έλευσης ενός νέου κόσμου.
Η κ. Αννα Λουϊζίδη ως Lydia και ο κ. Δημήτρης Σέρφας ως George ανταποκρίθηκαν με αξιοσημείωτη ευαισθησία και βάθος στις απαιτήσεις τόσο των ρόλων όσο και των περιπλοκών που προκύπτουν από τη σημασία του ρόλου τους· κατά συνέπεια, αναδείχθηκαν οι ψυχολογικές αποχρώσεις και το δραματικό φορτίο του George, ενώ η Lydia καταλάγιασε με ενσυναίσθηση τη συναισθηματικά φορτισμένη ατμόσφαιρα.
Η απόδοση του κ. Νανούρη χάρισε ένα ολοκληρωμένο δραματικό αποτέλεσμα, ενώ η απουσία τεσσάρων χαρακτήρων σε σχέση με το πρωτότυπο φάνηκε να λειτουργεί στοχευμένα σε δραματουργικό επίπεδο, εστιάζοντας στη σημασία του νοηματικού πυρήνα. Παράλληλα, ο σκηνοθέτης τόνισε την παρουσία των απόντων προσώπων, του Larry και του φυλακισμένου Steve, στοιχείο που καθόρισε τις εξελίξεις με τρόπο πιο βιωματικό. Τέλος, τα κοστούμια της κ. Ντένης Βαχλιώτη ανέδειξαν με ακρίβεια τόσο την εποχή όσο και την ψυχοσύνθεση των χαρακτήρων, εντείνοντας την παρουσία των ηθοποιών και τη δραματουργική σκηνική συγκεκριμενοποίηση.
Θυμάσαι εκείνον τον λιόμυλο στην άκρη του κάμπου με τους αγάπανθους; Δεν είδες σπλάχνο μου το δέντρο το ανίσκιωτο που φύτεψα για εσένα; Πάγωσαν οι λέξεις, κρύφτηκαν στο γράμμα που έστειλες και έπεσαν στο χώμα…κι έγιναν δέηση μια μοίρας δίχως σπλάχνιση…
Λία Τσεκούρα,
Πεντέλη, 11.05.2025