
«Αλιγάτορες»
του Andrew Keatley
Σκηνοθεσία: Γιάννης Λασπιάς
Αίθουσα «Auditorium»
Η διπλή ζωή της αλήθειας…στη σκηνή του Auditorium
Το φαινόμενο του θεάτρου, ετυμολογικά, προέρχεται από τον όρο θέα, θεώμαι, γεγονός που συνδέει άρρηκτα τη θέαση με το θεατροειδές γεγονός και την εγγενή ιδιότητα, την οντολογική ροπή της ίδιας της θεατροειδούς πράξης να εκτίθεται σε ένα κοινό -από τη γέννησή της· η εν λόγω επισήμανση οδηγεί σε δύο σημασιολογικές απολήξεις, αφ΄ενός την έννοια της ζωής ως ενός theatrum mundi και αφ΄ετέρου της αναπόφευκτης έκθεσης του ατόμου στον κοινωνικό του περίγυρο, ήδη από την γέννησή του επίσης.
Ως εκ τούτου, το άτομο δρα σε μια κοινωνική, επαγγελματική και προσωπική σκηνή με αποτέλεσμα να εκτίθεται και να υπόκειται σε κριτική αναλόγως των πράξεών του, της δράσης του· αυτό έχει ως αποτέλεσμα η προσωπική θεατρική σκηνή του καθενός εξ ημών να μετατρέπεται σε μια αρένα, όπου ενίοτε, υπολήψεις και χαρακτήρες υφίστανται ψυχολογική σφαγή και ηθικό φόνο.
Η έκθεση της θεατρικής πράξης, του υποκριτή/υποκριτών σε ένα κοινό, τόσο στο theatrum mundi όσο και στη σκηνή δημιουργούν μια ιδιαίτερη οπτική, βαρύνουσα και σημαντική, η οποία συνδέει υπόρρητα τη σκηνή με την πλατεία, τη ζωή με τον θεατή/κριτή και δεν είναι άλλη από εκείνη την οπτική της πρόσληψης· η πρόσληψη συνιστά τη ρυθμιστική εκείνη σύνδεση μεταξύ της διάνοιας του έργου και της διάνοιας του προσλαμβάνοντα, επιτρέποντας την επικοινωνία σημασιών, βιωμάτων, τραυμάτων, επιθυμιών και εικόνων μεταξύ κοινού και σκηνής αλλά και την ανάπλαση της θεατρικής σήμανσης και δράσης σε άποψη.
Alligators! To δράμα “Αλιγάτορες” του Andrew Keatley συνιστά ένα από τα πιο πολυσυζητημένα ψυχολογικά δράματα των τελευταίων ετών, καθώς συνδέεται άμεσα με τη συναισθηματική και νοητική διεργασία που απαιτεί και προϋποθέτει η πρόσληψη· το έργο προσφέρει μια διεισδυτική ματιά στη σύγχρονη κοινωνία της αρένας που δομείται από το κοινωνικό περιβάλλον και οδηγεί στην “ακύρωση”, το λεγόμενο cancel culture.
Η έννοια του cancel culture συνιστά ένα σύγχρονο φαινόμενο μαζικής αποδοκιμασίας και κοινωνικού αποκλεισμού, ειδικά μέσω των κοινωνικών δικτύων, λόγω κάποιας δήλωσης, ή πράξης που θεωρείται προσβλητική, ανήθικη ή απαράδεκτη· το φαινόμενο αυτό, ψηφιακό εργαλείο της σύγχρονης εποχής, επιβάλλει με τη βαναυσότητά του κοινωνικούς κανόνες, ωστόσο καταδεικνύει ότι τα όρια μεταξύ δικαιοσύνης και εκφοβισμού, απειλής και προσωπικής εξάλειψης είναι συχνά πολύ λεπτά.

Alligators! Το έργο του Andrew Keatley έκανε πρεμιέρα το 2017 στο Λονδίνο και απέσπασε διθυραμβικές κριτικές για τον τρόπο που διαχειρίζεται το λεπτό ζήτημα της ηθικής ενοχής. Ο ίδιος ο Keatley ειδικεύεται σε κείμενα που, σε κάθε περίπτωση, ιχνηλατούν τις σκοτεινές περιοχές της ανθρώπινης συμπεριφοράς και του ανθρώπινου ψυχισμού αλλά και την ευθραυστότητα της αλήθειας.
Ο συγγραφέας πραγματεύεται την ιστορία του Daniel, ενός επιτυχημένου καθηγητή, του οποίου η ανέφελη ζωή καταρρέει όταν μια πρώην μαθήτρια τον καταγγέλλει για σεξουαλική κακοποίηση που φέρεται να συνέβη πριν από χρόνια. Σταδιακά ο Daniel βάλλεται από όλο τον κοινωνικό περίγυρο και ιδιαίτερα τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης πριν καν υπάρξει απόφαση, φαινόμενοι κοινό σε κάθε κοινωνία, το οποίο προϋπήρχε μεν, ωστόσο στην εποχή μας έχει ενταθεί λόγω της αμεσότητας της πληροφόρησης και της πρόσβασης στο βήμα που προϋποθέτουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.
Η σκηνοθετική οπτική του κ Γ. Λασπιά αντιλαμβάνεται δημιουργικά και προβάλλει στη σκηνή το μένος της συνθήκης της ανθρωποφαγίας μέσω του συμβολισμού των αφανών αλιγατόρων, οι οποίοι ξεσκίζουν ανθρώπινες συνειδήσεις και ζωές, ή ό,τι απέμεινε από αυτές· οι ρυθμοί της παράστασης είναι καταιγιστικοί, η ηρεμία της πρότερης κατάστασης διαρρηγνύεται με σφοδρότητα και η εναλλαγή σκηνών παίζει με κινηματογραφικούς υπαινιγμούς και αιχμηρές ανατροπές.

Η σκηνοθεσία τηρεί αριστοτεχνικά την ισορροπία μεταξύ αθώωσης κι ενοχής, αξιοποιώντας παραστασιακά στοιχεία όπως τον αιχμηρό φωτισμό και το μίνιμαλ σκηνικό στοχεύοντας αφ΄ενός να αποκλείσει τις απαντήσεις κι αφ΄ετέρου να φωτίσει τις αμφιβολίες· έτσι ο σκηνοθέτης δημιουργεί μια παράσταση όπου δεσπόζει η πρόσληψη, δηλαδή ο τρόπος που ο θεατής, ένας οιονεί ένορκος προσλαμβάνει τις εξελίξεις, τις αντιδικίες, τις μαρτυρίες, αλλά και τις ύποπτες/σκοτεινές λεπτομέρειες της ζωής του Daniel που αναδύονται σταδιακά και τις επεξεργάζεται για να οδηγηθεί στην κρίση.
Η σκηνική οπτική παίζει με τις φωνητικές διακυμάνσεις των χαρακτήρων, τον ρυθμό του λόγου, τις σιωπές, τις παύσεις και τα παραγλωσσικά στοιχεία, οπότε, αναδεικνύονται σκηνοθετικά οι ψυχοδυναμικές σχέσεις και το χρονικό των συγκρούσεων μεταξύ των προσώπων. Η διπλή ζωή της αλήθειας, όπως αναδύεται από τη σκηνοθεσία ισορροπεί δυναμικά κι επικίνδυνα, καθώς ο θεατής ακροβατεί ανάμεσα στην αναγκαιότητα της δικαιοσύνης και την απειλή της αναπόδεικτης καταστροφής μιας προσωπικότητας.

Η ερμηνευτική προσέγγιση συνδέεται με τη σκηνοθετική οπτική διαμορφώνοντας ένα πλαίσιο συμπληρωματικών δυνάμεων. Έτσι, ο κ. Γεράσιμος Γεννατάς ερμηνεύει τον Daniel με τη βαθιά αλήθεια που τον χαρακτηρίζει ως ηθοποιό, επενδύοντας τον ρόλο με την απαραίτητη και απειλητική διπολικότητα, τηρεί μια ευαίσθητη ισορροπία μεταξύ αντιπάθειας και συμπάθειας. Παράλληλα ο κ. Γεννατάς δίνει έμφαση στην αινιγματικότητα, δημιουργώντας ακριβώς αυτό, το έναυσμα που ερεθίζει την εγγενή τάση κρίσης του θεατή, έως το τέλος.
Η κ. Φαίη Ξυλά ως σύζυγος ερμηνεύει με εξαιρετική εσωτερικότητα τη σταδιακή κατάρρευση της εμπιστοσύνης, επενδύοντας την ερμηνεία της με συναισθηματικό βάθος. Η κ. Αναστασία Τσιλιμπίου, στον ρόλο της κόρης αποτελεί τον συναισθηματικό και συνδετικό κρίκο που ενώνει το παρελθόν με το παρόν και αναδεικνύει άλλοτε με παιδικότητα άλλοτε με συναισθηματική πίκρα τις οδυνηρές αλήθειες, ενώ οι κ. Αθηνά Χατζηαθανασίου και Παναγιώτα Χαϊδεμένου συμπληρώνουν το σύνολο με πειστικότητα και δυναμισμό.

Η μετάφραση του κ. Γ. Λασπιά προβάλλει την αιχμηρότητα και την επικαιρότητα του πρωτοτύπου, με την τεχνική των αποσπασματικών πληροφοριών που σταδιακά δομεί την επερχόμενη ένταση. Τα σκηνικά της κ. Αρετής Μουστάκα, με τη λειτουργική μετατροπή τους σε σπίτι, δικαστήριο ή ανακριτικό γραφείο, συλλειτουργούν αποδίδοντας μια αίσθηση εγκλωβισμού.
Τα κοστούμια της κ. Βασιλικής Σύρμα αποδίδουν ρεαλισμό και ταυτίζονται με τους χαρακτήρες, ενώ οι φωτισμοί της κ. Σεμίνας Παπαλεξανδροπούλου, όπως προαναφέρθηκε, διαμορφώνουν το τοπίο ενός ψυχολογικού θρίλερ, επισημαίνοντας το βάρος της σκηνικής δράσης. Η μουσική επιμέλεια των Incirrina απέδιδε την απαραίτητη ατμόσφαιρα μια προσωπικής σκοτεινότητας κι ενός εγκλωβισμού στα καίρια σημεία της παράστασης.
Σε στιγμές ιδιαίτερης συναισθηματικής φόρτισης, η άρθρωση των ηθοποιών παρουσίαζε ορισμένες διακυμάνσεις, γεγονός που καθιστούσε κατά τόπους δυσχερή την παρακολούθηση της αφηγηματικής ροής. Σε κάθε περίπτωση, οι Αλιγάτορες συνιστούν μια παράσταση με καταιγιστικό ρυθμό, ανατρεπτικές συγκρούσεις και μια τάση αυτεπίγνωσης και διερεύνησης του σκοτεινού εγώ και του τρόπου που το κάθε πρόσωπο αντανακλάται στη συνείδηση του ετέρου. Οι αφανείς αλιγάτορες ίσως να μην είναι και τόσο αφανείς, ίσως κρύβονται παντού, ίσως κρύβονται και μέσα μας και αυτήν την απάντηση μας δίνει το θέατρο, ως ένα αλάνθαστο κάτοπτρο του ανθρώπινου ψυχισμού.
Λία Τσεκούρα
Πεντέλη, 23122025