
Από το 1979 και μέχρι σήμερα το γαλλικό σύνολο Les Arts Florissants δεν έχει παύσει να προσφέρει συναρπαστικές ιστορικά ενημερωμένες ερμηνείες, κυρίως έργων της λεγόμενης εποχής μπαρόκ, αλλά όχι μόνον· έργα της κλασικής περιόδου επίσης κάνουν την εμφάνισή τους στα προγράμματά του. Ιδρυτής του συνόλου και αρχιμουσικός της είναι ο Αμερικανός μαέστρος και τσεμπαλίστας William Christie, που με τόση τέχνη και αγάπη έχει φωτίσει έργα πολλών σημαντικών συνθετών, κυρίως του γαλλικού μπαρόκ. Από το 2007, εκτός από τον Christie, το σύνολο διευθύνει και ο Σκωτσέζος τενόρος και μαέστρος, στενός συνεργάτης του, Paul Agnew.
Στην Αθήνα, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (ΜΜΑ), είχαμε την ευκαιρία κατά το παρελθόν να απολαύσουμε το σύνολο, υπό τη διεύθυνση του Christie, σε υψηλού επιπέδου αναγνώσεις: θυμόμαστε καλά την εμφάνιση που είχε πραγματοποιήσει στις 5 Σεπτεμβρίου 2022, στην Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης, με πρόγραμμα που έφερε τον τίτλο Οι μουσικές του Μολιέρου (γαλλ. Les musiques de Molière)[1], αλλά και εκείνη την παλαιότερη, που είχε προσφέρει στις 2 Νοεμβρίου 2018, στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη όταν είχε παρουσιάσει την Όπερα του ζητιάνου (αγγλ. The Beggar’s Opera) του συνθέτη Johann Christoph Pepusch (1667-1752), σε libretto του John Gay (1685-1732). Δυστυχώς, δεν είχαμε καταφέρει να παρακολουθήσουμε το ορατόριο Η Δημιουργία (Die Schöpfung, Hob. XXI:2) του Joseph Haydn (1732-1809), που είχε ερμηνεύσει στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, στις 19 Ιουλίου 2007, αυτή τη φορά στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών. Επιπλέον, οφείλουμε να προσθέσουμε ότι είχαμε εκτιμήσει ακόμη δύο εμφανίσεις του στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών, αμφότερες με έργα του Jean Philippe Rameau (1683-1764): στην Αίθουσα Αλεξάνδρα Τριάντη, στις 12 Ιουλίου 2006, όταν είχε παρουσιάσει την όπερα με τίτλο Οι Παλαδίνοι (γαλλ. Les Paladins), σε σκηνοθεσία του José Montalvo, και χορογραφία του τελευταίου και της Dominique Hervieu, όπως και πάλι στην ίδια αίθουσα, στις 26 Ιουνίου 2010, όταν είχε παρουσιάσει τη μονόπρακτη όπερα-μπαλέτο Πυγμαλίων (γαλλ. Pygmalion) και αποσπάσματα από την όπερα Ιππόλυτος και Αρικία (γαλλ. Hippolyte et Aricie), σε σκηνοθεσία της αξέχαστης Αμερικανίδας χορογράφου και χορεύτριας Trisha Brown (1936-2017).

Πρόσφατα, πάντα στο ΜΜΑ (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), τούτη τη φορά όμως υπό τη διεύθυνση του Agnew, απολαύσαμε το σύνολο σε τέσσερις από τις συνολικά έξι καντάτες που συναποτελούν το Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο (γερμ. Weihnachtsoratorium, BWV 248) του Johann Sebastian Bach (1685-1750), ολοκληρωμένο το 1734. Στο εν λόγω έργο του, ο κορυφαίος μουσουργός, ορισμένες φορές και προφανώς με ιδιοφυή τρόπο, ανακυκλώνει μουσική που ανήκε σε προγενέστερες συνθέσεις του.
Καίτοι κατά την εποχή του Bach, οι έξι αυτές καντάτες, που εμπνέονται από βιβλικά κείμενα των Ευαγγελιστών Λουκά και Ματθαίου,[2] είχαν ακουστεί σε διαφορετικές μέρες κατά τη διάρκεια της περιόδου των Χριστουγέννων, στην εποχή μας, δεν είναι σπάνιο να παίζονται όλες μαζί σε μία βραδιά. Η συνολική, βεβαίως, διάρκεια του έργου είναι περίπου δύο ώρες και τριάντα λεπτά.
Προκειμένου να συντομεύσει η διάρκεια της συναυλίας, ο Agnew και το σύνολο, αφαίρεσαν τις Καντάτες αρ. 2, η οποία αναφέρεται στους αγγέλους που μεταφέρουν στους βοσκούς τη χαρμόσυνη είδηση της γέννησης του Ιησού, και αρ. 4, η οποία αναφέρεται στην περιτομή και ονοματοδοσία του Ιησού. Μολονότι ενίοτε και άλλα σύνολα επιλέγουν την αφαίρεση καντατών όταν παρουσιάζεται το έργο σε μία βραδιά, πολύ μας έλλειψαν τα δύο αυτά υπέροχα αριστουργήματα. Ωστόσο, στις καντάτες που ακούσαμε, το σύνολο πρότεινε συγκινητικές ερμηνείες, υπογραμμίζοντας το θρησκευτικό συναίσθημα και αναδεικνύοντας τα βιβλικά γεγονότα που περιγράφονται· θυμίζουμε ότι η Καντάτα αρ. 1, αναφέρεται στη γέννηση του Ιησού, η αρ.3, στο προσκύνημα των βοσκών, η αρ. 5 στο ταξίδι των Μάγων και η αρ. 6, στο προσκύνημα των Μάγων.

Ειδικότερα, το χορωδιακό σύνολο, που σχηματίστηκε από δεκατρία μέλη, ορισμένα από τα οποία, όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, επωμίζονταν και τα σολιστικά μέρη, επέδειξε, εκτός από την προαναφερθείσα ευαισθησία απέναντι στο κείμενο, τονική ακρίβεια και καθαρότητα ήχου.
Οι χορωδοί που ερμήνευσαν τα σολιστικά μέρη (ή αν θέλετε, ορθότερα, οι σολίστες που ένωσαν τις φωνές τους με τη χορωδία) ήταν εκλεκτοί: η υψίφωνος Miriam Allan διακρίθηκε για την ειλικρινή και άμεση εκφραστικότητά της, η μεσόφωνος Georgia Burashko τραγούδησε με φωνή βελούδινη και ηχοχρωματικά πλούσια, ο τενόρος Nick Pritchard με πειστικότητα και προσεγμένη άρθρωση ανέλαβε το μέρος του Ευαγγελιστή, ο τενόρος Bastien Rimondi ερμήνευσε με ιδιαίτερη μουσικότητα, αλλά και ο μπάσος Andreas Wolf εντυπωσίασε με την επιβλητικά στιβαρή φωνή του. Αξίζει να αναφέρουμε ότι οι Burashko και Rimondi είναι μέλη της διεθνούς ακαδημίας του συνόλου Les Arts Florissants, η οποία τιτλοφορείται Le Jardin des Voix (ελλ. Ο Κήπος των Φωνών), πραγματοποιείται στη Γαλλία (Pays de la Loire) και απευθύνεται σε νέους τραγουδιστές που έχουν την ευκαιρία να μελετήσουν τη μπαρόκ μουσική κοντά στους διευθυντές ορχήστρας Christie και Agnew, αλλά και κοντά σε μέλη του συνόλου, ενώ στη συνέχεια συμμετέχουν σε διεθνείς περιοδείες του συγκροτήματος.

Τόσο τα μέλη της χορωδίας, όσο και εκείνα της ορχήστρας, υπό την υποδειγματικά μελετημένη διεύθυνση του Agnew, εμπράκτως απέδειξαν ότι όχι μόνο νιώθουν τη μουσική του Bach αλλά και γνωρίζουν πώς να τη μεταφέρουν με συγκινητική ειλικρίνεια και λαμπρή εκφραστική διαύγεια στον ακροατή. Οδήγησαν στο προσκήνιο τη χαρά, την εορταστική ευεξία, την ενέργεια και το αίσθημα ενθουσιασμού των καντατών, χωρίς, βεβαίως, να παραλείψουν, όπου όφειλαν, να αναδείξουν και τις πιο μελαγχολικές στιγμές, που προμηνύουν τα Πάθη του Ιησού.
Τα ωραία ζυγισμένα tempi που επέλεξε ο Agnew υποστήριξαν την ομαλή ροή της μουσικής και φώτισαν τους υπέροχους χορευτικούς ρυθμούς. Μέσω της άνετης και εύπλαστης κινησιολογίας του, ο τελευταίος προέτρεπε τους χορωδούς και την ορχήστρα να αποδώσουν την αέναη κίνηση της μπαχιανής ρυθμικής εξέλιξης και ροής. Ο ίδιος, ως εξαίρετος τενόρος, υποστήριξε τους τραγουδιστές με περίσσεια προσοχή, αλλά και ενίοτε με μία διακριτικότητα που τους άφηνε περιθώρια ερμηνευτικής επιλογής όσον αφορούσε στους σχηματισμούς των φράσεων και στην υπογράμμιση λέξεων του κειμένου. Στάθηκε και διηύθυνε δίπλα από το podium, όχι πάνω σε αυτό, αφήνοντάς το ελεύθερο για τους τραγουδιστές, που κατά τη διάρκεια της βραδιάς, συχνά, στέκονταν πάνω σε αυτό όταν ερμήνευαν τα σολιστικά τους μέρη (βλ. φωτογραφία).

Στα μεγάλα χορικά, είχαμε την ευκαιρία να εκτιμήσουμε τη θαυμαστή αρμονική γραφή του Bach· με πόσο βαθύ αίσθημα και αγάπη προσεγγίστηκαν τα εν λόγω μέρη, λ.γ. εκείνο της Καντάτας αρ. 1, Wie soll ich dich empfangen, ή εκείνο το στοχαστικό με το οποίο σφραγίζεται η Καντάτα αρ. 5, Zwar ist solchen Herzensstube.
Τέλος, τα μέλη της ορχήστρας εντυπωσίασαν συνεργαζόμενα υποδειγματικά μεταξύ τους και αναλαμβάνοντας τα σολιστικά μέρη των καντατών με τεχνική δεινότητα και αξιοθαύμαστη μουσικότητα (λ.χ. τρομπέτα, βιολί, oboe d’amore και φλάουτο traverso).
[1] Σημειώνουμε ότι το ΜΜΑ είχε τότε αποδώσει στα ελληνικά τον γαλλικό τίτλο Les musiques de Molière ως Ο Μολιέρος και οι μουσικές του.
[2] Μολονότι δεν είναι γνωστό το όνομα του συγγραφέα του libretto, εικάζεται ότι πρόκειται για τον ποιητή Christian Friedrich Henrich (1700-1764), γνωστό και ως Picander, ο οποίος υπήρξε συνεργάτης του Bach.