Στα ίχνη του θεϊκού Vincenzo Bellini – Συζητώντας με τον Carmelo Neri

 

Πορτρέτο του Vincenzo Bellini φιλοτεχνημένο από τον Jean-François Millet

 

Στα ίχνη του θεϊκού Vincenzo Bellini – Συζητώντας με τον Carmelo Neri

Ο Κωνσταντίνος Π. Καραμπέλας-Σγούρδας συζητά μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας με τον Carmelo Neri, διάσημο συγγραφέα κορυφαίων βιβλίων σχετικά με τον Vincenzo Bellini, τα οποία αποτελούν σημεία αναφοράς για τους μελετητές του σπουδαίου συνθέτη  

 

 

Έχω τη χαρά και το προνόμιο να επικοινωνώ τακτικά, εδώ και περισσότερα από δέκα χρόνια, με τον διακεκριμένο καθηγητή Carmelo Neri, ο οποίος αφιερώνει σχεδόν αποκλειστικά την έρευνά του στον συνθέτη των μελοδραμάτων La Sonnambula, Norma, I Puritani και άλλων διάσημων έργων. Μελετώ πάντα με αμείωτο ενδιαφέρον και ενθουσιασμό τα βιβλία και άρθρα του. Θεώρησα σκόπιμο να του θέσω τις ακόλουθες ερωτήσεις και να μοιραστώ τις απαντήσεις του με τους αναγνώστες μας και με τους λάτρεις του Bellini.

Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας: Κύριε καθηγητά, θυμάστε την πρώτη παρόρμηση που σας έκανε να πάρετε τη σημαντική απόφαση να μελετήσετε σε βάθος τη ζωή και την επιστολογραφία του Bellini;

Carmelo Neri: Από το 1987, και τα επόμενα χρόνια, ήμουν τακτικός επισκέπτης στο Museo Belliniano της Catania. Στην αρχή, επισκέφτηκα το μουσείο για να κάνω κάποια έρευνα σχετικά με τον συνθέτη Nicola Antonio Manfroce, καθώς η βιβλιοθήκη του περιλάμβανε διάφορες εκδόσεις που θα μπορούσαν να μου φανούν πολύ χρήσιμες. Αργότερα, συμβουλευόμενος διάφορα βιβλία, συνειδητοποίησα ότι πολλά από τα γράμματα του Bellini έλειπαν από τα 264 που είχαν δημοσιευθεί στο βιβλίο της Luisa Cambi το 1943. Έτσι γεννήθηκε μέσα μου η ιδέα της επεξεργασίας μιας ενημερωμένης έκδοσης αυτής της συλλογής επιστολών, η οποία δημοσιεύθηκε στο Παλέρμο το 1991, και, με την προσθήκη 45 επιστολών, ανέβασα το προαναφερθέν σύνολο σε 309. Έχοντας εντοπίσει πολλές επιπλέον επιστολές και έγγραφα που δεν περιλαμβάνονταν στη δική μου συλλογή, προχώρησα σε μια νέα έκδοση το 2000, συμπεριλαμβανομένων πολλών αδημοσίευτων. Θα πρέπει να σημειωθεί ότι σε αυτήν την τελευταία συλλογή έχω συμπεριλάβει περίπου είκοσι ιδιόγραφα, συγκριτικά μικρότερης σημασίας, του Bellini, όπως εισιτήρια, αποδείξεις, μουσικές ανακοινώσεις υπογεγραμμένες από τον ίδιο και άλλα παρόμοια.

ΚΠΚΣ: Κατά τη διάρκεια του πολύχρονου όσο και συναρπαστικού ταξιδιού σας αφιερωμένου στην έρευνα και στη συγγραφή βιβλίων και άρθρων σχετικά με τον Bellini, έχετε ασχοληθεί με πολλές επιστολές που έστειλε ο ίδιος σε διάφορους αποδέκτες. Θα μπορούσατε να αναφερθείτε σε ορισμένες από εκείνες που εμπεριέχουν συγκεκριμένες εκφράσεις οι οποίες προσθέτουν ποικιλία, κομψότητα αλλά και αποτελεσματικότητα στον γραπτό λόγο του;

CN: Υπάρχουν πολλές, αλλά θα αρκεστώ σε μερικές: σε μία με ημερομηνία 11 Ιουνίου 1834, που στάλθηκε από το Puteaux στη Μαρκησία Vittoria Visconti d’Aragona του Μιλάνου, η οποία δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά από εμένα το 1994 και αναφέρεται ως αδημοσίευτη σε ένα έντυπο πρόγραμμα του Teatro Bellini της Catania, ο μεγάλος συνθέτης όπερας έφθασε στο σημείο να δηλώσει: «Είμαι μόνος. Εγκατέλειψα τον κόσμο και έχω εγκαταλειφθεί από εκείνον, ζω μία ειρηνική αλλά όχι ευτυχισμένη ζωή». Στην ίδια σελίδα προσθέτει: «Έχω αρρωστήσει με χολικό πυρετό, τον οποίο ξεπέρασα σε τρεις μέρες, λόγω εμέτων: φανταστείτε τη διασκέδαση!». Μερικές φορές, όπως σε αυτήν την περίπτωση, του άρεσε να καταφεύγει σε εμφατικούς τρόπους και, επίσης έκανε υπερβολή στη χρήση θαυμαστικών, μερικές φορές χρησιμοποιούσε δύο ή τρία στη σειρά. Σε μία άλλη, παλαιότερα αδημοσίευτη επιστολή, που πρωτοδημοσίευσα εγώ το 2005, την οποία έστειλε ο Bellini από το Puteaux, στις 3 Ιουνίου 1835, στον Giovanni Ricordi, υπάρχουν έξι γραμμές από τις συνολικά περίπου δώδεκα, οι οποίες περιέχουν άλλα τόσα ερωτηματικά. Σε αυτήν, ο δάσκαλος, με ρητορική και πιεστική ορμή, που θύμιζε τον τρόπο με τον οποίον ο Κικέρωνας πάλευε με τον Κατιλίνα, εμφανίζεται πολύ εκνευρισμένος αμφισβητώντας τον Μιλανέζο εκδότη σχετικά με έναν «κοινωνικό λογαριασμό» που δεν τον ευχαριστούσε καθόλου, καθώς χρεωνόταν έξοδα που θεωρούσε αδικαιολόγητα, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων που είχαν προκύψει δίχως καν να έχει ειδοποιηθεί.

ΚΠΚΣ:Το πρόσφατο βιβλίο σας με τίτλο Επιστολές του Vincenzo Bellini προς τον Francesco Florimo (Algra Editore, 2022) εμπλουτίζει τις γνώσεις μας σχετικά με τη δημόσια και ιδιωτική ζωή αυτών των δύο αδελφικών φίλων. Χάρη στον Florimo ένα μεγάλο μέρος, σίγουρα το μεγαλύτερο της κληρονομιάς του Belllini έχει διασωθεί από τη λήθη. Ποιες πιστεύετε ότι ήταν οι ιδιαίτερες ιδιότητες του χαρακτήρα του Καλαβριανού ιστορικού μουσικής που οδήγησαν τον Σικελό μουσουργό να τον εμπιστευτεί από τότε που πρωτογνωρίστηκαν ως φοιτητές του Ωδείου της Νάπολης;

CN: Ήταν σίγουρα η καλή και γενναιόδωρη φύση, η έμφυτη καλοσύνη και ειδικά μια αναμφισβήτητη διπλωματική ικανότητα του Florimo την οποία ο Bellini αναγνώρισε ως μια πραγματικά ιδιαίτερη ποιότητα σε μια επιστολή της 14ης Ιουλίου 1835, γράφοντας προς εκείνον: ήταν «κρίμα που η οικογένειά σου σε έβαλε στη μουσική: έπρεπε να είχες γίνει διπλωμάτης». Ο Bellini, ο οποίος τον εκτιμούσε πολύ για τις μουσικές του ικανότητες, έφθασε στο σημείο να δηλώσει ότι πάντα προσπαθούσε να τον μιμηθεί και ότι ήταν περήφανος που τον είχε φίλο. Γνωρίζοντας ότι η αχαριστία αποτελεί μια από τις χειρότερες εξαχρειώσεις της ανθρώπινης ψυχής, του έδειχνε πάντα μεγάλη ευγνωμοσύνη για τις τεράστιες υπηρεσίες και για τις πολύτιμες συμβουλές που λάμβανε από εκείνον. Από αυτή την άποψη, πρέπει να θυμόμαστε ότι ήταν ο Florimo που του πρότεινε να μελοποιήσει την πλοκή της La Straniera, της όπερας που παρουσιάστηκε στη Scala του Μιλάνου το 1829 με αξιοσημείωτη επιτυχία, καθιερώνοντας τον Bellini ως «maestro di cartello», προορισμένο να ακολουθήσει μια ένδοξη σταδιοδρομία.

ΚΠΚΣ: Στο τελευταίο σας βιβλίο, με τίτλο Vincenzo Bellini, Ιστορικές Αναμνήσεις και Επιστολές προς τον θείο Ferlito, με την προσθήκη, στο παράρτημα, της Διαθήκης του Francesco Florimo (Edizioni Corab, Νοέμβριος 2025), ανάμεσα στις διάφορες «αναμνήσεις», εξετάζετε τη διαμάχη μεταξύ των Florimo και Rosario Bellini, μετά από τον θάνατο του γιού του τελευταίου. Επιπλέον, επιχειρείτε να διαλευκάνετε τη μυστηριώδη υπόθεση των εκατοντάδων επιστολών που έγραψε ο Bellini στον ίδιο τον Florimo και σήμερα απουσιάζουν από την αλληλογραφία του μουσουργού. Μπορείτε να μας συνοψίσετε αναλυτικά τι συνέβη;

CN: Ο πατέρας του Bellini, ένας άνθρωπος με παρορμητικό χαρακτήρα, μη έχοντας λάβει στην Catania την εκδοχή των Πουριτανών, που προοριζόταν για την Malibran, η οποία παρέμενε στην επιμέλεια του Florimo μετά από τον θάνατο του γιου του, εξοργίστηκε εναντίον του τελευταίου προβαίνοντας σε σοβαρές κατηγορίες και υπερβολικές προσβολές. Δυστυχώς, ο φίλος του Vincenzo δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στο εν λόγω αίτημα, έχοντας δεσμευτεί απέναντι στον Rossini, ο οποίος ενεργούσε στο όνομα και για λογαριασμό των συνιδιοκτητών της παρτιτούρας (του Théâtre Italien του Παρισιού και του εκδότη Eugène Troupenas), να κρατήσει την παρτιτούρα μέχρι νεοτέρας. Επιπλέον, κατά τη διάρκεια της διαμάχης, ο Don Rosario, όντας κακώς ενημερωμένος, κατηγόρησε εκείνον ως υπεύθυνο για λάθη που στην πραγματικότητα δεν υπήρχαν. Ο θυμός του υποχώρησε μόνο αφού ο Rossini διευκρίνισε μέσω επιστολής, τους λόγους που τον οδήγησαν να κρίνει «επιπόλαια» τον φίλο του γιού του, ο οποίος είχε συμπεριφερθεί με τη μέγιστη ορθότητα.

Η ακόμα πιο περίπλοκη υπόθεση των «καμένων» επιστολών αφορά μόνο εκείνες που ο Bellini είχε στείλει στη Νάπολη από το Παρίσι και το Puteaux. Ο παραλήπτης αναγκάστηκε να καταστρέψει μερικές από αυτές προκειμένου να τις αποκλείσει από τη συλλογή επιστολών που δημοσιεύτηκαν το 1882· το έπραξε αυτό ώστε να μην αναστατώσει ένα συγκεκριμένο «πρόσωπο», που αναφέρεται σε ένα γραπτό κείμενο του Michele Scherillo. Συνεπώς, είναι λογικό να σκεφτεί κανείς ότι ακόμη και πριν από το 1869, όταν ο Florimo έγραψε στη βιογραφία του φίλου του ότι του έλειπαν «πάνω από 400» γράμματα του Vincenzo, αυτό το άτομο θα μπορούσε να είχε επικοινωνήσει μαζί του, ίσως μέσω ενός επίσημου διαμεσολαβητή, και να είχε ζητήσει και να είχε λάβει από εκείνον τις επιστολές που συντάχθηκαν κατά τη διάρκεια αυτών των πέντε ετών και οι οποίες απουσιάζουν από την αλληλογραφία του Bellini, από τις 14 Μαρτίου 1829 έως τις 14 Φεβρουαρίου 1834. Η περίοδος αυτής της ατυχούς απώλειας περιλαμβάνει -και αυτή είναι μία σύμπτωση που δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία-, την ίδια περίοδο κατά την οποία ο έρωτας μεταξύ του συνθέτη και της Giuditta Turina ήταν πιο έντονος.

ΚΠΚΣ: Σε αυτή τη νέα έκδοση, μαθαίνουμε για πρώτη φορά ότι ο Francesco Florimo γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1802 και, ως εκ τούτου, η ημερομηνία 12 Οκτωβρίου 1800, που προηγουμένως αναφερόταν σε όλες τις βιογραφικές του αναφορές, πρέπει να θεωρηθεί εσφαλμένη. Ποιο τεκμήριο παρέχει τώρα περαιτέρω επιβεβαίωση ότι όσα γράφετε στο βιβλίο σας, σας κοινοποιήθηκαν τηλεφωνικά;

CN: Ο Δρ Giacomo M. Oliva, απόγονος του Florimo, ο οποίος γεννήθηκε από τον Michelangelo και τη Maria Antonia Oliva, με ενημέρωσε πριν από ένα χρόνο ότι η ημερομηνία γέννησης στις πληροφορίες σχετικά με τη ζωή του επιφανούς προγόνου του είναι ανακριβής. Αργότερα, όταν το βιβλίο βρισκόταν ήδη υπό επεξεργασία, μου έστειλε ένα αντίγραφο ενός χειρογράφου, το οποίο μόλις τώρα μπορώ να αναπαράγω: έχει τον τίτλο «Βιογραφικές Πληροφορίες της Οικογένειας Florimo του San Giorgio Morgeto». Περιέχει επίσης πληροφορίες ότι ο γάμος των γονέων του μελλοντικού ιστορικού και συνθέτη γιορτάστηκε στις 7 Αυγούστου 1800 και ότι, μετά τον «θνησιγενή» πρωτότοκο γιο τους, Francesco, στις 30 Αυγούστου 1801, ο δεύτερος γιος τους γεννήθηκε στις 10 Οκτωβρίου 1802 και του δόθηκε, όπως συνηθιζόταν, το ίδιο όνομα με τον πρώτο. Ο Δρ Oliva, μου υπέδειξε επίσης μια πολύτιμη μελέτη του Giuseppe Raco, ξαδέλφου του, με τίτλο «Η Οικογένεια Florimo». Αναφέρει ότι ο πατέρας του πλοιάρχου, γιος ενός «legista», δηλαδή ενός ειδικού σε νομικά θέματα, πέθανε στις 27 Δεκεμβρίου 1844, σε ηλικία εβδομήντα ενός ετών· η σύζυγός του, Μαρία Αντόνια Ολίβα, ήταν ακόμα ζωντανή εκείνη την ημερομηνία.

ΚΠΚΣ: Ο Bellini υπήρξε στενά συνδεδεμένος με την οικογένειά του. Σε αυτό το τελευταίο σας βιβλίο έχετε μεταγράψει και εξετάσει την αλληλογραφία του με τον θείο του, Vincenzo Ferlito, προσφέροντας σχόλια και πολυάριθμες επεξηγηματικές σημειώσεις. Ποια ήταν η φύση της επικοινωνίας τους και ποιες πληροφορίες μπορούμε να αντλήσουμε από τις εν λόγω επιστολές;

CM: Κατέχοντας έναν μάλλον μικρό αριθμό από τις επιστολές που έγραψε ο Bellini στον Vincenzo Ferlito, δεν είναι δυνατόν να κρίνουμε καλά την επιστολική τους σχέση. Από όσα διαβάζουμε, σχηματίζουμε την εντύπωση ότι η αλληλογραφία τους γινόταν πάντα σε πλαίσιο απόλυτης αρμονίας, αλλά με λιγότερη επιμέλεια  από ό,τι αυτή με τον Florimo. Ο θείος Ferlito, εκ μέρους του Don Rosario, έφερε εις πέρας το λεπτό έργο του ταχυδρομικού μεσάζοντα μεταξύ του μαέστρου και της οικογένειάς του. η αλληλογραφία που του έστειλε ο ανιψιός του είναι πάντα γεμάτη ενδιαφέροντα νέα για την πρόοδο της δουλειάς του, την υγεία του και τις σχέσεις του με την οικογένεια, τους συγγενείς και τους φίλους. Ο Bellini, που είδε στον θείο του τον Vincenzo, έναν δεύτερο πατέρα, δεχόταν τις προτάσεις του με πλήρη εμπιστοσύνη, αλλά μερικές φορές απέφευγε να του αναφέρει γεγονότα που θα μπορούσαν να προκαλέσουν δυσαρέσκεια ή ανησυχία.

ΚΠΚΣ: Η απώλεια πολλών επιστολών, μας στέρησε την ευκαιρία να διαβάσουμε τι ανακοίνωσε ο Bellini στον Florimo σχετικά με την επώδυνη ασθένεια που τον χτύπησε τον Μάιο του 1830. Σχετικά με αυτό το γεγονός, γνωρίζουμε τώρα κάτι νεότερο;

CN: Όσον αφορά τη σοβαρή ασθένεια του Bellini το 1830, δεν έχουμε ακόμη στοιχεία τα οποία να αποκαλύπτουν την αιτία της, που τον έφερε σχεδόν στα πρόθυρα του θανάτου εκείνη τη χρονιά. Επιπλέον, ξαναδιαβάζοντας τις υπάρχουσες μαρτυρίες στην αλληλογραφία του, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ο ίδιος ο μουσικός συνέβαλε στην περιπλοκή της αναζήτησης της αλήθειας. Δεν ήθελε να γίνει γνωστή στην Catania η ρομαντική του σχέση με μια παντρεμένη γυναίκα, την οποία μάλιστα επισκεπτόταν στο σπίτι του συζύγου της. Αναγκάστηκε να στείλει στον θείο Vincenzo αναληθείς πληροφορίες, τις οποίες έκανε πιο πειστικές με μια παραπλανητική ιστορία που παρέσυρε ακόμη και εμένα. Μάλιστα, του ανέφερε ότι «η βασική αιτία» για την ασθένειά του ήταν ο μεγάλος φόρτος εργασίας με τον οποίο επιφορτίστηκε ενώ συνέθετε τους Καπουλέτους στη Βενετία, ότι είχε υποφέρει στην ίδια πόλη λόγω του «φρικτού» καιρού και ότι είχε «κακοσμία του στόματος» λόγω «κακής πέψης». Δεδομένου ότι αυτά τα λόγια αναφέρονται σε συμβάν της προηγούμενης χειμερινής περιόδου, είναι αδιανόητο οι ενοχλήσεις που περιγράφονται να είχαν  οιαδήποτε συνέπεια στις σοβαρές γαστρικές διαταραχές που εκδηλώθηκαν στο Μιλάνο περίπου δύο μήνες αργότερα. Συνεπώς, οι δικαιολογίες που δόθηκαν πρέπει να θεωρηθούν αβάσιμες, όπως η «κοφτή απάντηση»: «Ο Bellini πέθανε από κατανάλωση, από τίποτα άλλο παρά από κατανάλωση», γραμμένη το 1845 από τον Giuseppe Verdi σε έναν συμπατριώτη του που του είχε συστήσει «να μην δεχθεί να πιει τίποτα και από κανέναν» και να μην ξεχνά τι «είχε συμβεί στον Bellini». Ο Bellini ανέφερε επίσης (και εδώ υπάρχει άλλη μια ανακρίβεια!) ότι ήταν «ανόρεκτος» μετά την επιστροφή του στο Μιλάνο, στις 13 Απριλίου 1830, και ότι υπέφερε από έλλειψη όρεξης για περισσότερο από έναν μήνα. Ωστόσο, πιστεύεται ότι ήταν ανόρεκτος για μικρότερο χρονικό διάστημα και μόνο μετά την επιστροφή του στο σπίτι, από το Casalbuttano (και όχι από τη Βενετία, όπως υπαινίχθηκε στον θείο του). Για να φτάσει σε αυτήν την πόλη, όπου διέμεινε για περίπου μια εβδομάδα, ταξίδεψε πάνω από ογδόντα χιλιόμετρα με μια άβολη άμαξα, και το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι έφτασε σε καλή υγεία, αλλιώς θα είχε μείνει στο Μιλάνο. Επιπλέον, μία επιστολή του προς τον εκδότη Artaria, με ημερομηνία «Casalbuttano 2: Μάιος [1830]», στην οποία διαβάζουμε ότι σχεδίαζε να επιστρέψει στην πόλη «ίσως την επόμενη Τετάρτη», δηλαδή στις 5 του μηνός, επιβεβαιώνει την παρουσία του στο palazzo Turina, όπου είδε την Giuditta, την ερωμένη του, και την κουνιάδα της Rosina Bossi, σύζυγο του Bortolo Turina· για τον Fortunato, τον πεντάχρονο γιο τους, είχε υποσχεθεί να φέρει (και ίσως έφερε) ένα μικρό σκυλάκι από τη Βενετία. Στην κατοικία του στο Μιλάνο, στην Contrada San Vittore e Quaranta Martiri, όπως έγραψε στον θείο του στις 15 Ιουλίου, στις 21 Μαΐου «ξέσπασε ένας τρομερός πυρετός φλεγμονώδους χοληδόχου γαστρίτιδας», αλλά ευτυχώς η άμεση παρέμβαση του Δρος Antonio Prini, «γιατρού του Βασιλικού Ωδείου Μουσικής, Contrada di Brera 1556», ο οποίος του συνταγογράφησε αφαίμαξη και ένα εμετικό για την πρόκληση εμετού, τον έσωσε από ένα άθλιο τέλος. Η θεραπεία ήταν αρκετά μακρά και την 1η Ιουλίου ενημέρωσε τον αδελφό του Carmelo ότι εξακολουθούσε να αισθάνεται αδύναμος και ότι αυτή η ασθένεια θα μπορούσε να «είναι η τελευταία του» αν δεν τον φρόντιζαν καλά. Περίπου έναν μήνα αργότερα, «το καλοκαίρι», η Rosina Bossi αρρώστησε επίσης «πολύ σοβαρά» και πέθανε στο Casalbuttano τον Σεπτέμβριο. Αυτός ο θάνατος, άγνωστος προηγουμένως, αποκαλύφθηκε για πρώτη φορά στο Dizionario belliniano του Eduardo Rescigno, που εκδόθηκε στο Παλέρμο το 2010. Μια άλλη επιστολή του maestro, που στάλθηκε στις 15 Ιουλίου από το Moltrasio στον Giuseppe Pasta, τον σύζυγο της διάσημης τραγουδίστριας, αποκαλύπτει ότι η κατάσταση της υγείας της Rosina ήταν τόσο κακή που υπήρχαν ήδη αμφιβολίες για το αν βρισκόταν ακόμη ανάμεσα στους «ζωντανούς». Ωστόσο, είναι πραγματικά περίεργο το γεγονός ότι ο Bellini, σε δύο επιστολές που στάλθηκαν στις 3 και 14 Αυγούστου 1830, από το Bergamo, όπου ήταν απασχολημένος με το ανέβασμα της La Straniera, δεν ζήτησε από την Giuditta, η οποία έκανε διακοπές στη λίμνη Como, πληροφορίες για την κουνιάδα της, της οποίας η ζωή βρισκόταν σε κίνδυνο. Στην επιστολή της 14ης Αυγούστου, έγραψε ότι θεωρούσε ότι «οι περισσότερες» από τις «συνεχείς ταραχές» της, επηρεάζονταν από τη ζωηρή φαντασία της· αυτό υποδηλώνει ότι η Rosina ήταν πολύ ανήσυχη εκείνες τις μέρες. Ο δάσκαλος, από την άλλη πλευρά, για να μην φαίνεται θύμα κακών σκέψεων, προτίμησε να φανεί ήρεμος και συμπλήρωσε αυτό το φύλλο χαρτιού με προσοχή, φοβούμενος την πιθανότητα να καταλήξει στα χέρια του συζύγου της ερωμένης του, ο οποίος, όπως διαβάζουμε στην ίδια επιστολή, είχε ήδη φτάσει στο Moltrasio ή επρόκειτο να φτάσει με τον ανιψιό του Fortunatino.

Πορτρέτο της Giuditta Turina. Αναπαραγωγή από άρθρο του Galileo Agnoli στο περιοδικό “L’Illustrazione italiana” του 1935

ΚΠΚΣ: Στο προαναφερθέν βιβλίο σας αναφέρεστε σε δύο σημαντικούς βιογράφους του συνθέτη από την παλαιότερη γενιά, τον Antonino Amore και τον Guglielmo Policastro. Είναι σαφές ότι εκτιμάτε ιδιαίτερα την εκτεταμένη συμβολή τους στην πληρέστερη γνώση του Bellini. Τι σας εντυπωσιάζει περισσότερο στη μέθοδο έρευνας και συγγραφής τους;

CN: Αυτοί οι δύο βιογράφοι έχουν κάνει πολύτιμες νέες συνεισφορές με την έρευνά τους, την οποία έχουν χρησιμοποιήσει πολλοί μελετητές της Catania. Ο Policastro έκανε πιο ενδιαφέρον τον μικρό τόμο του για τα χρόνια που πέρασε ο Bellini στην Catania εμπλουτίζοντάς τον με παλιές φωτογραφίες και πληροφορίες που έλαβε από απογόνους του Ferlito, ένας από τους οποίους τον διαβεβαίωσε ότι ο Vincenzo διέθετε τα φυσικά χαρακτηριστικά της οικογένειάς τους. Ένα από τα πλεονεκτήματα της συνεισφοράς του Antonino Amore, ο οποίος το 1876 γνώρισε τον Florimo στην Catania και γνώριζε όλους τους αδελφούς και τις αδερφές του Bellini, είναι ότι συμπεριέλαβε στο βιβλίο του σημαντικές αδημοσίευτες επιστολές που έγραψε ο συνθέτης. Αν δεν το είχε πράξει, μέχρι τις μέρες μας θα είχαμε στερηθεί πολλές αλήθειες που περιέχονται σε αυτές. Αυτοί οι δύο βιογράφοι είναι άξιοι επαίνων, ειδικά επειδή είχαν την προνοητικότητα να αντλήσουν σημαντικές αποκαλυπτικές δηλώσεις σχετικά με τον Bellini από καλά πληροφορημένα άτομα, όπως ήταν οι συγγενείς και απόγονοί του. Και οι δύο, πρόθυμοι να γίνουν κατανοητοί από όλους, υιοθέτησαν έναν συνοπτικό, απλό και φυσικό τρόπο έκφρασης στα γραπτά τους, πάντα σεβόμενοι την ιστορική αλήθεια.

ΚΠΚΣ: Έχοντας εργαστεί πάνω στην επιστολογραφία του Bellini για δεκαετίες, έχετε αποκτήσει μια πολύ ιδιαίτερη γνώση της προσωπικότητάς του. Πώς θα περιγράφατε τον χαρακτήρα του;

CN: Όπως ο Florimo, έτσι και ο Bellini ήταν ένας έντιμος, καλός άνθρωπος και ανίκανος να βλάψει τους άλλους. Ποτέ δεν ξέχασε την ταπεινή καταγωγή του και πάντα ένιωθε το καθήκον να βοηθήσει την πολυμελή οικογένειά του, που δεν βρισκόταν σε ευκατάστατη οικονομική κατάσταση, και γι’ αυτό ήθελε να πετύχει ένα καλό αποτέλεσμα με όλα του τα έργα. Θέλοντας να αποφύγει το ενδεχόμενο ενός φιάσκου, ακόμα και όταν έγινε διάσημος, συνέχισε να προσηλώνεται με τη μέγιστη δέσμευση στην επίμονη και ακούραστη μελέτη των κλασικών συγγραφέων, για να ανταποκρίνεται πάντα στην εύνοια του κοινού. Έκανε κάποια λάθη και το πιο σοβαρό ήταν ότι δεν άκουγε τον Florimo όταν προσπάθησε να τον κάνει να καταλάβει ότι ο συναισθηματικός δεσμός του με μια παντρεμένη γυναίκα θα ήταν μοιραίος για αυτόν. Κατά τα δύο τελευταία χρόνια που έζησε στο Παρίσι αναγκάστηκε να αφομοιώσει τις συνήθειες του τόπου και ήξερε να προσαρμόζεται πολύ καλά σε εκείνη τη νέα και δύσκολη πραγματικότητα.

ΚΠΚΣ: Εν κατακλείδι, θα ήθελα να σας ρωτήσω, πώς άρχισε η έρευνά σας σχετικά με τον συνθέτη Nicola Antonio Manfroce, ο οποίος, όπως και ο Bellini, υπήρξε μαθητής του Niccolò Zingarelli και πέθανε επίσης σε νεαρή ηλικία, μόλις είκοσι δύο ετών.

CN: Άρχισα να ασχολούμαι με τον Manfroce το 1967, όταν ο καθηγητής Salvatore Pugliatti, πρύτανης του Πανεπιστημίου της Μεσσήνης, και επίσης κάτοχος της Έδρας της Ιστορίας της Μουσικής, αποδέχτηκε την πρότασή μου να εκπονήσω πτυχιακή διατριβή για τον συνθέτη από τo Palmi· μάλιστα επισημαίνοντας ότι, αν πετύχω να κάνω κάτι καλό, δεδομένου ότι εκείνη την εποχή πολύ λίγα στοιχεία ήταν γνωστά σχετικά με τον άτυχο μουσουργό, η εργασία μου θα είχε αξία. Σχετικά με αυτόν τον ιδιοφυή καλλιτέχνη, του οποίου η ζωή και η τέχνη από πολλές απόψεις θυμίζουν τον Bellini, όπως είχα αναφέρει το 2006 στο περιοδικό «Agorà» της Catania, σε άρθρο με τίτλο Παράλληλοι Βίοι: Nicola Antonio Manfroce και Vincenzo Bellini, πραγματοποίησα έρευνα σε βιβλιοθήκες της Reggio Calabria, του Palmi, του Torino, του Milano και της Bologna. Έχοντας μετακομίσει στη Σικελία το 1982, αφού πέρασα σχεδόν δεκαέξι χρόνια στο Piemonte ως σταθμάρχης, συνέχισα τη δραστηριότητά μου ως σιδηροδρομικός, εγκαταλείποντας τη διδασκαλία, παρά το γεγονός ότι είχα αποκτήσει τα απαιτούμενα προσόντα.

Δεν θα είχα δημοσιεύσει τίποτα για τον Bellini αν δεν είχα ασχοληθεί αρχικά με τον Manfroce· ακόμη και μετά την αποφοίτησή μου συνέχισα να γράφω άρθρα για εκείνον ο οποίος είναι γνωστός ως «ο Καλαβριανός Bellini», ορισμός που είναι αλήθεια ότι του ταιριάζει απόλυτα, καθώς έγραψε ο διάσημος κριτικός Giovanni Carli Ballola δηλώνοντας ότι η μουσική του διαθέτει τα πλεονεκτήματα της «κλασικής συνοπτικότητας, αυτής της ομορφιάς, αυτής της ξεκάθαρης απλότητας, που ποτέ δεν είναι απλοϊκή…». Ο Francesco Florimo στους περίφημους τόμους του για τη Ναπολιτάνικη Μουσική Σχολή θέλησε να εξετάσει (και το έπραξε μόνο για εκείνον!) την παρτιτούρα της όπερας Alzira, που έγραψε σε ηλικία δεκαεννέα ετών για το Teatro Valle της Ρώμης, όπως και εκείνη της όπερας Ecuba, που συνέθεσε για το Teatro di San Carlo της Νάπολης σε ηλικία είκοσι ενός ετών.

Φωτογραφία του Carmelo Neri με ημερομηνία 28 Ιουνίου 1968, κατά τη διάρκεια της υποστήριξης της διατριβής του στη Μεσσήνη, με θέμα τον μουσουργό Nicola Antonio Manfroce. Την επίβλεψη της διατριβής είχε ο καθηγητής Salvatore Pugliatti (εμφανιζόμενος μεταξύ του καθηγητή Rosario Villari, στα δεξιά του, και του καθηγητή Adelchi Attisani)
Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.