Ο Alexandre Kantorow, πραγματικό καύχημα των πιανιστών της νέας γενιάς, ερμηνεύει συναρπαστικά το Δεύτερο Κοντσέρτο του Tchaikovsky συμπράττοντας με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, υπό τη διεύθυνση του Paavo Järvi, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών

Alexandre Kantorow, Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου και Paavo Järvi, στο ΜΜΑ. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης
O Alexandre Kantorow συμπράττει με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, υπό τον Paavo Järvi, στο ΜΜΑ. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Στις 3 Μαρτίου, λίγες μόνο μέρες πριν από την αθηναϊκή εμφάνιση της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου (αγγλ. London Philharmonic Orchestra), που δόθηκε υπό τη διεύθυνση του Εσθονού αρχιμουσικού Paavo Järvi, στις 7 Μαρτίου, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Αίθουσα Χρήστος Λαμπράκης), ανακοινώθηκε ότι ο τελευταίος πρόκειται να αναλάβει τη θέση του βασικού αρχιμουσικού και καλλιτεχνικού συμβούλου της εν λόγω ορχήστρας από την έναρξη της περιόδου 2028-2029, με ένα αρχικό πενταετές συμβόλαιο.

Ο Järvi θα διαδεχθεί τον (εξίσου) υπερδραστήριο Βρετανό ομότεχνό του, Edward Gardner, ο οποίος σημείωσε μία κατά κοινή ομολογία επιτυχημένη θητεία στη θέση αυτή, καίτοι για μάλλον σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα (εγκαινιάστηκε το 2021· ωστόσο, ας σημειωθεί ότι ο ίδιος διηύθυνε για πρώτη φορά το σύνολο, κατά το μακρινό 2003), γεγονός που επιβεβαιώνεται τόσο από την ποιότητα των συναυλιών του όσο και από τη δισκογραφική του εργασία.

Η ιδιαίτερη σχέση που έχει αναπτυχθεί μεταξύ του προαναφερθέντος διασήμου συνόλου, ιδρυμένο το 1932 από τους θρυλικούς βρετανούς αρχιμουσικούς Sir Thomas Beecham (1879-1961) και Sir Malcolm Sargent (1895-1967), με τον Järvi, τεκμηριώθηκε απολύτως κατά την πρόσφατη συναυλία που παρακολουθήσαμε.

O Alexandre Kantorow συμπράττει με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, υπό τον Paavo Järvi, στο ΜΜΑ. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Το πρώτο μέρος της βραδιάς καλύφθηκε από το Κοντσέρτο αρ. 2, Op. 44, ολοκληρωμένο το 1880 από τον Pyotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893) · μόλο που πρόκειται για αριστουργηματικό έργο, γεμάτο από υπέροχες μελωδίες και δεξιοτεχνικά περάσματα, δυστυχώς ακούγεται πολύ σπάνια, σε αντίθεση με το Κοντσέρτο αρ. 1, Op. 23, του ιδίου, το οποίο συγκαταλέγεται στα πλέον αγαπημένα του κοινού και παρουσιάζεται συχνότατα.

Το σολιστικό μέρος ανέλαβε ο λαμπρός Γάλλος πιανίστας Alexandre Kantorow, ο οποίος έγινε διάσημος στο διεθνές ακροατήριο εκτελώντας το ίδιο έργο στο πλαίσιο του Διεθνούς Διαγωνισμού Tchaikovsky του 2019, όπου θριάμβευσε. Το χρυσό μετάλλιο που είχε κερδίσει οφειλόταν όχι μόνο στην ξεχωριστή και πολλά υποσχόμενη μουσική του προσωπικότητα, αλλά και στην ιδιαίτερη ερμηνεία του έργου που είχε τότε προτείνει.

Πρόκειται για ένα Κοντσέρτο το οποίο έχει παρουσιάσει σε διάφορα μέρη του κόσμου, πάντα με την αναμενόμενη επιτυχία. Η ερμηνεία που υπέβαλε στην Αθήνα δεν θα μπορούσε να αποτελεί εξαίρεση. Η εκρηκτική και βουτηγμένη πάντα μέσα σε έναν ρωμαλέο ρομαντισμό ενέργεια του παιξίματός του ήταν ικανή από μόνη της να κλέψει την ανάσα και τις καρδιές του κοινού. Αλλά δεν ήταν μόνο η ενέργεια και η δεξιοτεχνική δεινότητα του παιξίματός του, που ας τονιστεί, ουδέποτε ερχόταν στο προσκήνιο με στείρο τρόπο, όσο κυρίως εκείνη η αυθόρμητη, πηγαία και τόσο προσωπική ευαισθησία του, που τον έκανε ξεχωριστό και τον ανέβαζε σε ένα άλλο επίπεδο έκφρασης και μουσικότητας.

O Alexandre Kantorow συμπράττει με τη Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, υπό τον Paavo Järvi, στο ΜΜΑ. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Ειδικότερα, οι ηχηρές συγχορδίες και οι χορταστικές οκτάβες του καλλιτέχνη, η εκλεπτυσμένη εκτέλεση των αρπισμών και εκείνη των ανήσυχων αντιχρονισμών του πρώτου μέρους, Allegro brillante e molto vivace, που ερμήνευσε με άψογη ρυθμική ακρίβεια, ο συγκινητικός λυρισμός του παιξίματός του και o τόσο προσεγμένος έλεγχος δυναμικής κατά τους εκτενείς διαλόγους με το βιολί και το βιολοντσέλο στο δεύτερο μέρος, Andante non troppo, αλλά και ο φλογερός οίστρος της έκφρασής του και το σπινθηροβόλο toucher του κατά το  τρίτο και καταληκτικό μέρος, Allegro con fuoco, κατατάχθηκαν ανάμεσα στις συναρπαστικές ποιότητες της ανάγνωσής του.

Η London Philharmonic Orchestra και ο Järvi, τον ακολούθησαν με προφανή εκτίμηση και θαυμασμό, υποστηρίζοντάς τον κάθε στιγμή με εξαίσιο τρόπο σε αυτή την συναρπαστική διαδρομή. Ειδικότερα, ο πλούσιος ήχος των εγχόρδων, οι χρωματισμένες με περισσή ευαισθησία συνεισφορές του βιολιού και βιολοντσέλου κατά τα εκτενή προαναφερθέντα σολιστικά περάσματα του δευτέρου μέρους, όπου ουσιαστικά το Κοντσέρτο μεταμορφώνεται σε ένα γεμάτο εσωτερικότητα Τριπλό Κοντσέρτο, όπως εξάλλου και εκείνες οι αξιοσημείωτες συνεισφορές του φλάουτου, του όμποε και του κλαρινέτου, αλλά και εκείνες των χάλκινων πνευστών, συνέδραμαν αποφασιστικά στην υψηλή ποιότητα της εκτέλεσης.

Θα προσθέσουμε ότι ο Kantorow δεν έχει επισήμως δισκογραφήσει ακόμη το έργο, γεγονός που μας κάνει να ελπίζουμε ότι ένα νέο album με απαθανατισμένη την τόσο ώριμη ανάγνωσή του δεν θα αργήσει να φθάσει. Εκτός προγράμματος, ο πολύτιμος μουσικός πρότεινε μία βαθύτατα ποιητική και εμπνευσμένη, γεμάτη συγκινητική ένταση και παθιασμένο αισθησιασμό, ερμηνεία του Θανάτου της Ιζόλδης (γερμ. Isoldens Liebestod, S. 447) του Richard Wagner (1813-1883) στη διάσημη μεταγραφή που υπέγραψε ο Franz Liszt (1811-1886). Στα δάχτυλά του οι αντιστικτικές μελωδικές γραμμές, η έντονα αισθησιακή χρωματική αρμονία και οι δεξιοτεχνικές οκτάβες ανέκυπταν με ευφάνταστη τέχνη, καταλήγοντας σε ένα σβήσιμο υπέροχης ανάτασης, morendo, το οποίο φέρνουν οι pp και ppp σπαστές συγχορδίες.

Alexandre Kantorow, Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου και Paavo Järvi, στο ΜΜΑ. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Οι δυσεύρετες αρετές της Φιλαρμονικής Ορχήστρας του Λονδίνου εξασφάλισαν στη συνέχεια της βραδιάς, μία εξίσου υψηλών προδιαγραφών ερμηνεία της Συμφωνίας αρ. 2, Op. 43, του Jean Sibelius (1865-1957), που ολοκληρώθηκε το 1902, παρουσιάστηκε την ίδια χρονιά για πρώτη φορά στο κοινό, στο Helsinki, και γνώρισε αμέσως επιτυχία. Κρίθηκε εύστοχη η ιδέα να ακουστεί μετά το Κοντσέρτο του Tchaikovsky, καθώς ο Sibelius θαύμαζε τον κορυφαίο Ρώσο μουσουργό και επηρεάσθηκε από εκείνον, ιδίως κατά τις δύο πρώτες Συμφωνίες του.

Η Φιλαρμονική Ορχήστρα του Λονδίνου, υπό τον Paavo Järvi, στο ΜΜΑ. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Βρήκαμε ότι ο Järvi και η ορχήστρα υπογράμμισαν με τέχνη και νόημα τις μακριές μελωδίες που κοιτούν πίσω σε εκείνες του Tchaikovsky, αλλά συνάμα έφεραν στο προσκήνιο την ιδιαίτερη και τόσο προσωπική αρμονική γλώσσα όπως και τη δομική πληρότητα της παρτιτούρας του Sibelius. Οι θεματικές αναπτύξεις όπως και η ωραιότατα ισορροπημένη ενορχήστρωση, αναδείχθηκαν υποδειγματικά. Το Finale, Allegro moderato, που περιέχει ένα από τα διασημότερα θέματα της λόγιας μουσικής φιλολογίας, ξέχειλο από πατριωτικό αίσθημα, έφθασε στην επιφάνεια με την απαιτούμενη μεγαλοπρέπεια. Η ακριβής, πάντα ξεκάθαρη και σωστά ελεγχόμενη κινησιολογία του μαέστρου, ο οποίος γενικότερα παραμένει μακριά από υπερβολικές κινήσεις και εκφράσεις, οι οποίες εύκολα θα κέρδιζαν μεγάλη μερίδα του κοινού για  τους λάθος όμως λόγους, διευκόλυνε τους μουσικούς και συνέδραμε στην ουσιαστική εκτέλεση που λάβαμε.

 

 

 

 

 

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.