
Το Barbican Hall κατακλύστηκε στις 5 Ιανουαρίου από φίλους και θαυμαστές του αλησμόνητου όσο και κορυφαίου Αυστριακού πιανίστα Alfred Brendel, που έφυγε από τη ζωή πέρσι, στις 17 Ιουνίου.
Στο κοινό προσφέρθηκε μία εορταστική συναυλία αφιερωμένη στη μνήμη του θρυλικού καλλιτέχνη, η οποία έφερε τον χαρακτηριστικό τίτλο Alfred Brendel: a Musical Celebration. Και όντως, ήταν μία εκπληκτική μουσική γιορτή, που έλαβε χώρα ακριβώς την ημέρα των ενενηκοστών πέμπτων γενεθλίων του.
Στη συναυλία, που χωρίστηκε σε τρεις ενότητες, συμμετείχαν διάσημοι όσο και στενοί συνεργάτες, συνάδελφοι και μαθητές του Brendel, ενώ το πρόγραμμα περιέλαβε έργα μουσουργών που ήταν πολύ κοντά στην καρδιά του. Όπως ο ίδιος θα επιθυμούσε, τα έσοδα της βραδιάς δόθηκαν για καλό σκοπό, υπέρ του Ιδρύματος Νέων Μουσικών Alfred Brendel (αγγλ. Alfred Brendel Young Musician’s Trust).

Η ειδικά σχηματισμένη για τη συναυλία ορχήστρα, που έλαβε την ονομασία Orchestra of the Day of EnBrendelment (η ονομασία υπήρξε προφανώς εμπνευσμένη από εκείνη της Orchestra of the Age of Enlightenment), περιέλαβε μουσικούς που προσκλήθηκαν προσωπικά από τον αρχιμουσικό Sir Simon Rattle, ο οποίος και διηύθυνε.
Η πρώτη ενότητα άνοιξε μεγαλοπρεπώς με την Εισαγωγή στο Ορατόριο Η Δημιουργία (γερμ. Die Schöpfung, Hob. XXI:2) του Joseph Haydn, που ερμηνεύθηκε με τον απαιτούμενο επιβλητικό χαρακτήρα από την ορχήστρα και τον Rattle· ο τελευταίος είναι γνωστός για την αγάπη του προς τον μεγαλοφυή συνθέτη, έργα του οποίου επιλέγει να παρουσιάσει με κάθε ευκαιρία.

Στη συνέχεια, η βιολονίστα Lisa Batiashvili, που θεωρούσε τον Brendel σημαντικό μέντορά της, με υπέροχο έλεγχο της μελωδικής γραμμής και εύγλωττη εκφραστικότητα έπαιξε το δεύτερο μέρος, Andante cantabile, από το Κοντσέρτο για βιολί αρ. 4, KV218, του Wolfgang Amadeus Mozart. Ο Rattle και η ορχήστρα του, την υποστήριξαν με προσοχή και υπέροχη μουσικότητα· οι ίδιες αρετές ξεχώρισαν και λίγο αργότερα, κατά τη συνοδεία που προσέφεραν στην υψίφωνο Lucy Crowe και στην grande dame του πιάνου, Dame Imogen Cooper. Οι δύο κυρίες με έμπνευση, αψεγάδιαστη εκλέπτυνση και ιδιωματικό γούστο, ερμήνευσαν, πάλι του Mozart, την άρια κοντσέρτου, Ch’io mi scordi di te? … Non temer, amato bene, ΚV505. Η Cooper ανακοίνωσε εσχάτως την απόφασή της να αποσυρθεί από την ενεργό μουσική δράση, κατά τις αρχές του επόμενου έτους, ύστερα από τη συμπλήρωση εξήντα ετών σταδιοδρομίας. Από καρδιάς, ευχόμαστε στην αγαπημένη Βρετανίδα σολίστ, κάθε καλό και την ευχαριστούμε για τις ουσιώδεις ερμηνείες που μας χάρισε μέχρι σήμερα.
Η πρώτη ενότητα της βραδιάς συμπληρώθηκε με μία ερμηνεία γεμάτη χαρά και εύθυμη διάθεση, η οποία δεν παρέλειψε να υπογραμμίσει και τις στιγμές γνήσιας δραματικότητας, του τελευταίου μέρους, Allegro assai, από τη Συμφωνία αρ. 90, Hob. I/90, του Haydn. Ο Rattle και η ορχήστρα χάρισαν λάμψη και εκρηκτικό ενθουσιασμό στη μουσική, με εξαιρετικές συνεισφορές των πνευστών κατά τα φευγαλέα σόλο περάσματά τους, ενώ το κοινό ανταποκρίθηκε στο γεμάτο νόημα χιούμορ του αστείρευτου Haydn, ο οποίος με τις απρόσμενες ψευδο-καταλήξεις, οι οποίες οδηγούν σε υποτιθέμενες ολοκληρώσεις του έργου, προκαλεί το ακροατήριο με ζήλο και θέρμη να χειροκροτήσει, ενώ στην πραγματικότητα η παρτιτούρα συνεχίζεται. Σίγουρα από κάπου ψηλά, ο Haydn παρέα με τον Brendel, ο οποίος με την πολύτιμη τέχνη του τον τίμησε τόσες φορές σε ρεσιτάλ και ηχογραφήσεις του, θα χαμογελούσε ευτυχισμένος με την τόσο εύστοχη και απολαυστική ερμηνεία που υποστηρίχθηκε!

Η δεύτερη ενότητα άνοιξε με το εναρκτήριο μέρος, Allegro moderato, από το Κουαρτέτο εγχόρδων, Op. 77, αρ. 2, Hob. III:82, επίσης του Haydn, σε μία λεπτοδουλεμένη ανάγνωση από το Takács Quartet. Στη συνέχεια, τα μέλη του ίδιου συνόλου ένωσαν τις δυνάμεις τους με τον βιολοντσελίστα Andrian Brendel, γιο του πιανίστα, προκειμένου να ερμηνεύσουν το δεύτερο μέρος, Adagio, από το Κουαρτέτο εγχόρδων, D956, του Franz Schubert· ο θεϊκός λυρισμός και ο σπαραγμός της συναισθηματικά τόσο φορτισμένης μουσικής έκφρασης του ολύμπιου μουσουργού, σε αυτόν τον καρπό του, που ολοκληρώθηκε κατά την απολύτως τελευταία περίοδο της τραγικά σύντομης ζωής του, βρήκε στους πέντε μουσικούς, ερμηνευτές υψηλής κλάσης, που πέτυχαν άριστα να μεταφέρουν το συναίσθημα, την έμπνευση, αλλά και να αναδείξουν τις ψυχογραφικής σημασίας μακρινές μετατροπίες (μι ελάσσονα, φα ελάσσονα) που αριστουργηματικά αξιοποιεί ο Schubert με τόσο νόημα και τέχνη.
Συνεχίζοντας, η Ελεγεία αρ. 2 για βιολοντσέλο και πιάνο, S197/2, του Franz Liszt, βρήκε την πένθιμη λυρική της διάθεση στα χέρια των Brendel, βιολοντσέλο, και Tim Horton, πιάνο. Ακολούθως, οι πιανίστες Pierre-Laurent Aimard, Tim Horton και Sir Simon Rattle, έφεραν στο προσκήνιο το χιούμορ κατά τη σύντομη σύνθεση με τίτλο O όρκος του Ιπποκράτη (γερμ. Der Eid des Hippokrates) για τρία αριστερά χέρια, του Mauricio Kagel, κατά το οποίο μάλιστα ο Aimard ανέλαβε με ιδιαίτερη «σοβαρότητα» και συνέπεια την εκτέλεση των ρυθμικών χτύπων πάνω στο πλαϊνό ξύλινο μέρος του οργάνου.

Κατά το Allegro για πιάνο-τέσσερα χέρια, D947, του Schubert, που ακολούθησε, οι Till Felner και Paul Lewis, εντυπωσίασαν παίζοντας με ρυθμική φλόγα, ένθερμη εκφραστικότητα και άρτια ισορροπία μεταξύ των μερών τους. Ο Sir András Schiff ανέλαβε να κλείσει τη δεύτερη ενότητα της συναυλίας ερμηνεύοντας δύο έργα του Johann Sebastian Bach: αρχικά έπαιξε με στοχαστική διάθεση και με εύγλωττη φυσικότητα την Aria από τις Παραλλαγές Goldberg (γερμ. Goldberg-Variationen, BWV 988), που μάλιστα δεν αναφερόταν στο έντυπο πρόγραμμα της βραδιάς, και στη συνέχεια, με ευαίσθητη μελαγχολία και γεμάτο νόημα μυσταγωγικό αίσθημα στον σχηματισμό των μουσικών φράσεων, το Capriccio για την αποχώρηση του αγαπημένου αδελφού (ιταλ. Capriccio sopra la lontananza del fratello dilettissimo, BWV 992). Η συνεισφορά του Schiff, δίχως αμφιβολία αποτέλεσε μία από τις πλέον ιδιαίτερες στιγμές του αφιερώματος.

Η τρίτη και τελευταία ενότητα άνοιξε με το έργο με τίτλο March to Fall Short of Victory αρ. 5, του Mauricio Kagel, ερμηνευμένο από ένα σύνολο ικανότατων μουσικών, οκτώ πνευστών και δύο κρουστών, ενώ στη συνέχεια ακολούθησε από τον Aimard εκτέλεση σύντομων πιανιστικών κομματιών των György Kurtag (thus it happened…, Hommage à Verdi, Pantomime, Dumb-show, quarrelling 2, Hommage à Vidovsky, Walking) και György Ligeti (Etude no. 10, Zauberlehrling) ανάμεσα στα οποία η δημοφιλής ηθοποιός Dame Harriet Walter διάβαζε επιλεγμένα ποιήματα του Brendel. Τόσο ο Aimard όσο και η Walter έφεραν στην επιφάνεια τον ιδιοσυγκρασιακό, ευαίσθητο, ενίοτε σαρκαστικό-καυστικό, εκκεντρικό, έμμεσα ή άμεσα κωμικό αλλά και στοχαστικό κόσμο τόσο των προαναφερθέντων μουσικών έργων όσο και των στίχων του σταθερά ευφυούς Brendel.

Το σύνολο πνευστών και κρουστών, ολοκλήρωσε το λογοτεχνικό μέρος της βραδιάς ερμηνεύοντας με εκφραστική ευστοχία ένα ακόμη εμβατήριο του Kagel, το πομπώδες March to Fall Short Victory αρ. 10, με το οποίο κλείνει και ο κύκλος των 10 εμβατηρίων που ο συνθέτης έγραψε ως μουσική συνοδεία για το σατυρικό ραδιοφωνικό του έργο με τίτλο Ο Τριβούνος (γερμ. Der Tribun). Σημειώνουμε ότι η υπόθεση του έργου επικεντρώνεται σε έναν πολιτικό ομιλητή, ο οποίος προβάρει τον λόγο του με την ενίσχυση εμβατηρίων τα οποία δημιουργούν μια ατμόσφαιρα ψευδο-ενθουσιασμού.

Το εορταστικό αφιέρωμα έκλεισε μεγαλοπρεπώς, όπως όφειλε, με το Κοντσέρτο αρ. 3, Op. 37, του Beethoven. Ο Lewis ερμήνευσε το σολιστικό μέρος επιστρατεύοντας μουσικότητα, διαυγή άρθρωση, δραματική ένταση (πρώτο μέρος, Allegro con brio, και τρίτο μέρος, Rondo. Allegro-Presto), όπως και εσωτερικό ρητορικό λυρισμό (δεύτερο μέρος, Largo). Ακόμη, φρόντισε προσεκτικά για την ανάδειξη του διαλόγου μεταξύ πιάνου και ορχήστρας. Η θαυμαστή ad hoc ορχήστρα, Orchestra of the Day of EnBrendelment, υπό τη σφριγηλή και μουσικά υψηλή καθοδήγηση του Rattle, απέδωσε με εκρηκτική ενέργεια, χαρακτηριστική φρεσκάδα και συναρπαστική φόρτιση στον σχηματισμό των μουσικών φράσεων και παραγράφων του τόσο δημοφιλούς όσο και συχνά παιγμένου αριστουργήματος, το οποίο αξίζει να θυμίσουμε, ότι παλαιότερα είχε επιτυχώς ερμηνεύσει και απαθανατίσει σε δίσκους ο Rattle με τον Brendel (και τη Φιλαρμονική της Βιέννης) στο πλαίσιο ενός πλήρους κύκλου των μπετοβεντικών κοντσέρτων για πιάνο, ο οποίος ηχογραφήθηκε στη Βιέννη (Musikverein) μεταξύ των ετών 1997 και 1998 για λογαριασμό της εταιρείας Philips (σήμερα Warner Classics).
Συνοψίζοντας, η βραδιά, στην οποία συμμετείχαν τόσοι αγαπημένοι φίλοι και συνεργάτες του σπουδαίου εκλιπόντος, υπήρξε αντάξια της προσφοράς και της μνήμης του. Σίγουρα, θα ήταν ωραία ιδέα, κάποια στιγμή στο προσεχές μέλλον, να κυκλοφορήσει η συναυλία σε CDs ή/και Blu-ray δίνοντας έτσι την ευκαιρία και σε ένα ευρύτερο ακροατήριο, που δεν μπορούσε να παρευρεθεί, να την απολαύσει.
