
Στις 8 Οκτωβρίου, στο Wigmore Hall, έξοχη αίθουσα ιδανικής ακουστικής, το σύνολο Camerata RCO, αποτελούμενο αποκλειστικά από μέλη της Βασιλικής Ορχήστρας Concertgebouw (Royal Concertgebouw Orchestra), ερμήνευσε έργα των Benjamin Britten (1913-1976) και Gustav Mahler (1860-1911). Στο πρώτο μέρος έπαιξε τη Σερενάτα για τενόρο, κόρνο και έγχορδα, Op. 31, έργο ολοκληρωμένο από τον Britten στα 1943, ειδικά για τον τενόρο και συνοδοιπόρο της ζωής του, Peter Pears, και για τον κορυφαίο κορνίστα της εποχής, Dennis Brain, που έφυγε τόσο πρόωρα και ξαφνικά από τη ζωή, σε ηλικία μόλις τριάντα έξι ετών, σε αυτοκινητικό δυστύχημα.[1] Ο τενόρος Toby Spence, o κορνίστας Laurens Woudenberg και η Camerata RCO, υπό τη διεύθυνση του Philipp von Seinaecker, πρότειναν μία ατμοσφαιρική ερμηνεία, που φώτιζε καλά τα συναισθήματα και τη στοχαστική διάθεση της μουσικής του Britten, ο οποίος εμπνέεται από τα ποιήματα των Charles Cotton, Lord Alfred Tennyson, William Blake, ανώνυμου, Ben Johnson και John Keats. Ο Spence φώτισε κάθε λέξη με νόημα και γενικότερα η θεατρική διάθεση της γραφής της παρτιτούρας υπογραμμίστηκε με τέχνη και εξαιρετικό ενδιαφέρον από όλους τους μουσικούς. Στο δεύτερο μέρος της βραδιάς ακούσαμε το Τραγούδι της Γης (γερμ. Das Lied von der Erde), που ο Mahler ολοκλήρωσε το 1908, αυτήν τη φορά όμως στη σπάνια παρουσιασμένη εκδοχή για δύο σολίστ και μικρό ορχηστρικό σύνολο. Την εκδοχή άρχισε να γράφει το έτος 1920 ο Arnold Schoenberg (1874-1951) καταφέρνοντας να συμπληρώσει ουσιαστικά την επεξεργασία μόνον του πρώτου τραγουδιού με αποτέλεσμα, πολλά χρόνια αργότερα, το 1983, ο μουσικολόγος Rainer Riehn (1941-2015) να επωμισθεί την ευθύνη της ολοκλήρωσής της αξιοποιώντας βεβαίως τις αναλυτικές σημειώσεις του Schoenberg. Υπό τη μουσικά στέρεη διεύθυνση του Steinaecker, η μεσόφωνος Barbara Kozelj και ο τενόρος Spence τραγούδησαν με γνώση και γνήσιο αίσθημα τα μέρη τους. Το ορχηστρικό σύνολο πρόσφερε μία ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ανάγνωση οδηγώντας στο προσκήνιο με συνέπεια την ονειρική-μελαγχολική νοσταλγία, τον βαθυστόχαστο ελεγειακό χαρακτήρα και τον ποικίλων αποχρώσεων συναισθηματικό πλούτο του εξαμερούς μαλερικού αριστουργήματος, όπως επίσης και τη λεπτοδουλεμένη επεξεργασία της εκδοχής των Schoenberg και Riehn, η οποία ήταν σε στιγμές τόσο απέριττη και ουσιαστική, σεβόταν τον χαρακτήρα της αρχικής παρτιτούρας και παράλληλα φώτιζε επιτυχώς τους στίχους του Hans Bethge (1876-1946) που συμπεριλαμβάνονται στο βιβλίο του τελευταίου με τίτλο Το κινέζικο φλάουτο (γερμ. Die chinesische Flöte).[2]

Στις 10 Οκτωβρίου, στο Middle Temple Hall και στο πλαίσιο της 55ης καλλιτεχνικής περιόδου της Opera Rara, διακεκριμένου οργανισμού που ειδικεύεται στην παρουσίαση και ηχογράφηση λησμονημένων έργων του οπερατικού ρεπερτορίου του 19ου και των αρχών του 20ου αιώνα, ακούσαμε ρεσιτάλ τραγουδιού του εξαίρετου νέου Αργεντινού βαρύτονου Germán Alcántara, ο οποίος συνοδεύτηκε από την έμπειρη πιανίστα Anna Tilbrook. Το πρόγραμμα συμπεριέλαβε τραγούδια του Gaetano Donizetti, ανάμεσα στα οποία ακούστηκαν τραγούδια των Αργεντινών συνθετών Juan Pedro Esnaola (1808-1878), Julián Aguirre (1868-1924), Carlos López Buchardo (1881-1948), Celia Torrá (1889-1962), Alberto Williams (1862-1952) και Ana Carrique (1886-1978). O Alcántara, που ασφαλώς ανήκει στους αρτιότερους λυρικούς καλλιτέχνες της γενιάς του, διαθέτει μία φωνή ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, γεμάτη, θερμή και πλούσιων αποχρώσεων. Το τεχνικό του οπλοστάσιο είναι εξίσου καλά δουλεμένο. Το στοιχείο, όμως, που περισσότερο ξεχωρίζει στην τέχνη του είναι η έξοχη εκφραστικότητα του τραγουδιού του και γενικότερα ο γενναιόδωρος τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει τόσο τα έργα που ερμηνεύει όσο και το κοινό. Έδωσε σε κάθε ένα από τα τραγούδια πνοή· φώτισε τον εσωτερικό κόσμο και την αφηγηματική-οπερατική γραφή του πολύτιμου Donizetti, όπως και τον συναισθηματικό χαρακτήρα των έργων των Αργεντινών συνθετών που επέλεξε να παρουσιάσει. Ήταν απολαυστικός τραγουδώντας καθ’ όλη τη διάρκεια με γούστο και αμείωτο κέφι. Στο τέλος του ρεσιτάλ, μας εξέπληξε ευχάριστα καλώντας στη σκηνή τη διάσημη νεαρή μεσόφωνο Aigul Akhmetsina προκειμένου να προσφέρουν μία υπέροχη ερμηνεία του τραγουδιού Pueblito mi pueblo του Carlos Guastavino (1912-2000).

Στις 11 Οκτωβρίου, στο Wigmore Hall, ο δημοφιλής όσο και χαρισματικός Πολωνός κόντρα τενόρος Jakub Józef Orlińsky, συνοδευόμενος από τον συμπατριώτη του πιανίστα και μόνιμό του συνεργάτη, Michał Biel, πρότεινε ένα ενδιαφέρον πρόγραμμα αποτελούμενο από έργα δύο μεγάλων δασκάλων της εποχής μπαρόκ, των George Frideric Handel (1685-1759) και Henry Purcell (1659-1695), συνδυασμένα με τραγούδια των Πολωνών συνθετών Tadeusz Baird (1928-1981) και Mieczysław Karłowicz (1876-1909). Η βραδιά εγκαινιάστηκε με θεατρικότατο τρόπο, με μία ξαφνική κραυγή αγωνίας από τον τραγουδιστή πάνω σε μία συγχορδία διάφωνη, παιγμένη στο πιάνο, προερχόμενη από το recitativo, Otton, Otton…, που οδήγησε στην ονειρεμένη χαιντελική άρια Voi, che udite il mio lamento από την όπερα Agrippina HWV6, την οποία ο Orlińsky ερμήνευσε με όλη του τη γνωστή εκφραστική δύναμη και ελευθερία. Η ιδιαίτερων ηχοχρωματικών ποιοτήτων και ομορφιάς φωνή του κόντρα τενόρου έλαμψε στα μέρη από όπερες του Handel (Un zeffiro spiró από την όπερα Rodelinda HWV19, Coronato il crin d’alloro από την Agrippina, Vedi prati από την Alcina HWV34, Siam prossimi al porto από τον Rinaldo HWV7 και Furibondo spira il vento από την Partenope HWV27). Ο λυρικός, θρηνητικός και ενίοτε αισθησιακός αλλά και ερωτικός χαρακτήρας της φωνητικής μουσικής του Handel βρίσκει πάντα στο πρόσωπο του καλλιτέχνη έναν ιδανικό ερμηνευτή που ξέρει πώς να προσεγγίζει τις συναισθηματικές πτυχές της σύλληψης του συνθέτη και να αντιμετωπίζει με άνεση τις τεχνικές απαιτήσεις (λ.χ. τις απαιτητικές κολορατούρες μίας δεξιοτεχνικής άριας όπως είναι η Furibondo spira il vento). Στις σελίδες του Purcell (Sweeter than roses Ζ. 585, What power art thou από την όπερα Βασιλιάς Αρθούρος Z. 628, If music be the food of love Z.379a, O lead me to some peaceful gloom από τη σκηνική μουσική για το έργο Bronduca, or The British Heroine Ζ. 574), ο Orlińsky αποκάλυπτε την όλο ποιητικότητα και ευαίσθητη έκφραση του χαρακτήρα του. Στον σύντομης διάρκειας κύκλο τραγουδιών, με τίτλο τέσσερα ερωτικά Σονέτα, που ο Baird ολοκλήρωσε το 1956 για βαρύτονο και συμφωνική ορχήστρα, σε κείμενα του Maciej Słomczyński (1922-1998) βασισμένα σε ποιήματα του William Shakespeare (1564-1616), ο τραγουδιστής έφερε στην επιφάνεια τη μελωδική γραφή, συχνά απλή και απέριττη, του συνθέτη αλλά και τα αντιθετικού χαρακτήρα συναισθήματα όπως και τις ερωτικές-μελαγχολικές ανησυχίες των κειμένων. Κατά το δεύτερο μέρος της συναυλίας, με την ίδια επιτυχία πέτυχε να διεισδύσει στο εκφραστικά πλούσιο σύμπαν των γραμμένων κατά τη δύση του 19ου αιώνα με εξαιρετική τέχνη τραγουδιών του ιδιαίτερα προικισμένου και δυστυχώς ελάχιστα γνωστού στο ευρύ κοινό συνθέτη Karłowicz, που έχασε πρόωρα τη ζωή του, σε ηλικία μόλις 32 ετών, και μάλιστα με τραγικό τρόπο· θάφτηκε κάτω από χιονοστιβάδα στα όρη Tatra. Η άρθρωση των λέξεων και το ξεδίπλωμα των μουσικών φράσεων γινόταν με μεγάλη προσοχή και ενδιαφέρον. Κάθε τραγούδι αποκαλυπτόταν σαν ένας μικρόκοσμος, με ρομαντική νοσταλγία και θεατρική πνοή: Idzie na pola Op. 3 αρ. 3, Smutną jest dusza moja Op. 1 αρ. 6, Skąd pierwsze gwiazdy Op. 1 αρ. 2, Po szerokim morzu Op. 3 αρ. 9, Mów do mnie jeszcze Op. 3 αρ. 1, Rdzawe liście strząsa z drzew και Czasem gdy długo na pół sennie marze. Σε όλη τη διάρκεια της βραδιάς η συνοδεία του πιανίστα Biel αποδείχθηκε μουσικότατη, προσεγμένη σε κάθε μουσικό μέτρο και ιδανική. Εκτός προγράμματος οι μουσικοί μάς πρόσφεραν με στοχαστική και ειλικρινή διάθεση δύο αγαπημένα τραγούδια του Purcell, τα Music for a While, από τη σκηνική μουσική (Z. 583) για τον Οιδίποδα του Σοφοκλή (στην εκδοχή των συγγραφέων John Dryden, 1631-1700, και Nathaniel Lee, περ. 1653-1692) και Strike the Viol, Z. 323, αρ. 5 από το έργο Come, ye Sons of Art, επίσης γνωστό ως Ode for Queen Mary’s Birthday. Στο τελευταίο κομμάτι τονίστηκε με ευστοχία ο χαρακτηριστικός συγκοπικός ρυθμός και η τόσο ενδιαφέρουσα φωνητική γραμμή.

Προχωρώντας, στο Queen Elisabeth Hall, στις 12 Οκτωβρίου, παρακολουθήσαμε ερμηνεία του Ορατορίου, Solomon, HWV 67, έργο της ύστερης δημιουργικής περιόδου του Handel, ολοκληρωμένου κατά το καλοκαίρι του 1748 και αναθεωρημένου το 1759 από τον ίδιο τον μουσουργό, λίγο πριν από τον θάνατό του. O αρχιμουσικός, τσεμπαλίστας και μελετητής της μπαρόκ μουσικής, John Butt, επικεφαλής των συνόλων, Χορωδία και Ορχήστρα της Εποχής του Διαφωτισμού (αγγλ. Choir and Orchestra of the Age of Enlightenment), απέδωσε το έργο με την απαιτούμενη επική μεγαλοπρέπεια. Τα προαναφερθέντα άρτια σύνολα, αντιμετώπισαν με προσοχή και βεβαιότητα την υποδειγματική πολυφωνική γραφή του Handel. Οι τέσσερις σολίστ, Nardus Williams, υψίφωνος, Helen Charlston, μεσόφωνος, Hugo Hymas, τενόρος, και Florian Störtz, μπασοβαρύτονος, φρόντισαν με έγνοια και με ιδιαίτερη πνοή να φέρουν στην επιφάνεια τη συγκίνηση των μερών και να δώσουν την πρέπουσα βαρύτητα στο βιβλικό κείμενο, που εξιστορεί γεγονότα από τη ζωή του Σολομώντα, ενάρετου Βασιλιά του Ισραήλ.

Τέλος, στην Εθνική Όπερα της Αγγλίας (αγγλ. English National Opera, ENO), στις 13 Οκτωβρίου, παρακολουθήσαμε παράσταση της όπερας δωματίου με τίτλο Albert Herring, Op. 39, του Benjamin Britten, που είχε ανέβει για πρώτη φορά στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Glyndebourne, το καλοκαίρι του 1947. Η πρόσφατη παραγωγή υπήρξε ευφάνταστη και κάθε στιγμή τόνιζε της άλλοτε κωμικές, άλλοτε σαρκαστικές, άλλοτε σκοτεινές και άλλοτε μάλλον κωμικοτραγικές στιγμές, όπως και το ιδιαίτερο μουσικοδραματικό ύφος του έργου: Antony McDonald (σκηνοθεσία και σκηνογραφία), Ilona Karas (κοστούμια) και Matthew Richardson (φωτισμοί). Η διανομή κρίθηκε υψηλής κλάσης. Ειδικότερα, ο Caspar Singh τόνισε τον εσωστρεφή χαρακτήρα του συμπαθούς, συνεσταλμένου και καταπιεσμένου (κυρίως από τη μητέρα του, αλλά και από την τοπική κοινωνία) μανάβη Albert· ο ρόλος γράφτηκε για τον Pears (όπως εξάλλου και το μέρος του τενόρου στο έργο του ίδιου συνθέτη που σχολιάζεται στην αρχή του κριτικού σημειώματος). Ο Singh αποδείχθηκε απολύτως πειστικός και κατά την εξέλιξη του ρόλου: όταν ο Albert έχοντας κερδίσει το βραβείο του ετήσιου Φεστιβάλ της Πρωτομαγιάς και έχοντας κατά την τελετή απονομής πιεί λεμονάδα μέσα στην οποίαν εν αγνοία του είχε προστεθεί ρούμι (από το ερωτευμένο ζευγάρι Sid και Nancy), εξαφανίζεται, ενώ όταν επιστρέφει έχει ήδη κάνει την επανάστασή του ανακαλύπτοντας έναν διαφορετικό και απελευθερωμένο εαυτό, γεμάτο αυτοπεποίθηση. Σημειώνουμε ότι αρκετοί μελετητές αναγνώρισαν στο πρόσωπο του ήρωα αυτοβιογραφικά στοιχεία του ίδιου του Britten. Η Leah-Marion Jones, ως κυρία Herring, ανέδειξε κάθε πτυχή της αυταρχικής μητέρας. H Emma Bell, φορώντας στρατιωτική στολή, τραγούδησε και έπαιξε με τον απαραίτητο δυναμισμό τον εμβληματικό ρόλο της εύπορης και δεσποτικής, αυστηρών αρχών, Lady Billows. Είναι γεγονός ότι το έργο ανήκει στις πολυπρόσωπες όπερες των οποίων η επιτυχία στηρίζεται στη σωστή σύμπραξη των τραγουδιστών που αναλαμβάνουν τους ρόλους, μικρότερους ή μεγαλύτερους, εν προκειμένω εκείνους των μελών της ασφυκτικής τοπικής κοινωνίας. Κατά το εν λόγω ανέβασμα, την άριστα ισορροπημένη διανομή (με πόση θεατρικότητα απέδωσαν οι τραγουδιστές κατά την καταληκτική τρίτη πράξη, όταν όλοι αναζητούν τον εξαφανισμένο Albert και εκφράζουν την έντονη ανησυχία τους!), συμπλήρωσαν οι Mark Le Brocq (κύριος Upfold), Eddie Wage (κύριος Gedge), Dan D’Souza (Sid), Anna Elizabeth Cooper (Nancy), Andri Björn Róbertsson (αστυνομικός επιθεωρητής Bud), Aoife Miskelly (δεσποινίς Wordsworth), Abigail Sinclair (Emmie), Carolyn Dobbin (Florence Pike) και Natasha Oldbury (Cis) και Henry Karp (Harry). Η ορχήστρα, υπό την εύπλαστη, γεμάτη ζωή και ρυθμική ακρίβεια, διεύθυνση του Ισραηλινού αρχιμουσικού Daniel Cohen (άλλοτε βοηθού του Daniel Barenboim), στην παρθενική του συνεργασία με την ENO, έλαμψε κάθε στιγμή. Ο ίδιος αντιμετώπισε με ιδιωματικό τρόπο και αμείωτο ενθουσιασμό τις μουσικές και δεξιοτεχνικές απαιτήσεις της παρτιτούρας. [3]
[1] Το δυστύχημα συνέβη την 1η Σεπτεμβρίου 1957. O Brain επέστρεφε σπίτι του, οδηγώντας από το Εδιμβούργο στο Λονδίνο, έχοντας ολοκληρώσει τη συμμετοχή του σε συναυλία της ορχήστρας Philarmonia, της οποία υπήρξε επίλεκτο μέλος, υπό τη διεύθυνση του Eugene Ormandy. Κατά την εν λόγω συναυλία, που είχε πραγματοποιηθεί στο πλαίσιο του Φεστιβάλ του Εδιμβούργου, είχε ακουστεί η Συμφωνία αρ. 6, Παθητική, του Piotr Ilyich Tchaikovsky (1840-1893), τελευταία και τραγικότερη από τις συμφωνίες του Ρώσου μουσουργού.
[2] Το βιβλίο του Bethge αποτελεί ελεύθερη απόδοση επιλογής κινεζικών ποιημάτων γραμμένων κατά τη χρυσή εποχή της δυναστείας των Tang (18 Ιουνίου 618-4 Ιουνίου 906) έως και τα τέλη του 19ου αιώνα.
[3] Θυμίζουμε το ανέβασμα του ίδιου έργου, από την Εθνική Λυρική Σκηνή, στο Θέατρο Ολύμπια, τον Φεβρουάριο 1985 (η πρεμιέρα είχε δοθεί στις 22 Φεβρουαρίου), που ο συντάκτης είχε παρακολουθήσει ως παιδί τότε. Η όπερα είχε παρουσιαστεί στην ελληνική μετάφραση του Ίωνα Ζώτου. Ο Günther Lohse είχε υπογράψει τη σκηνοθεσία, η Λαλούλα Χρυσικοπούλου ήταν υπεύθυνη για τα σκηνικά και τα κοστούμια, ενώ τη μουσική διεύθυνση είχε επωμισθεί ο Ανδρέας Παρίδης. Τη διανομή είχαν καλύψει η Μαρία Μουτσίου (Lady Billows), Γιολάντα Ντι Τάσσο (Florence Pike), Μαρία Κορομάντζου (δεσποινίς Wordsworth), Θέμις Σερμιέ (κύριος Gedge), Γιώργος Σταφέτας (κύριος Upfold), Αχιλλέας Τσάνταλος (Bud), Διονύσης Τρούσσας (Sid), Σώτος Παπούλκας (Albert Herring), Λίνα Τέντζερη (Nancy), Λέλα Στάμος (κυρία Herring), Μάρω Νικάκη (Emmie), Μαρία Θωμά (Cis) και Γιάννης Κρασσακόπουλος (Harry).