«Falstaff» του Verdi από την ΕΛΣ, σε αναβίωση της απολαυστικής σκηνοθεσίας του Stephen Langridge, με μία ομάδα ικανών τραγουδιστών, υπό τη λαμπρή μουσική διεύθυνση του Paolo Carignani

Σκηνή από το πρόσφατο ανέβασμα του «Falstaff». Φωτογραφία: Valeria Isaeva

Tutto nel mondo è burla!
L’uom è nato burlone,
la fede in cor le ciurla,
gli manca la ragione.
Tutti siamo matti!
Tutti siamo matti!
La burloneria è la sapienza.
È la virtù che ci fa sani.

(G. Verdi/A. Boito, Falstaff, τρίτη πράξη, δεύτερη σκηνή)

 

 

Η οπερατική σταδιοδρομία του μέγα Giuseppe Verdi (1813-1901) σφραγίστηκε τον Φεβρουάριο του 1893 με την παγκόσμια πρώτη παρουσίαση της τρίπρακτης κωμικής όπερας Falstaff, που δόθηκε στη Scala (ιταλ. Teatro alla Scala) του Μιλάνου με την αναμενόμενη σαρωτική επιτυχία.

Το έξοχο libretto,[1] γραμμένο με περίσσεια προσοχή και πνευματώδη διάθεση από τον Arrigo Boito (1842-1918), ταλαντούχο λιμπρετίστα, συνθέτη και κριτικό, που εστιάζεται στον αγαπημένο σαιξπηρικό ήρωα του τίτλου, ενέπνευσε τον Verdi να συνθέσει το ακροτελεύτιο σκηνικό του αριστούργημα, βαθιά ανθρώπινο, υψηλής συνθετικής τέχνης και τελειοθηρικής πολυφωνικής γραφής, το οποίο εμφορείται από φρεσκάδα, χιούμορ και ζωντάνια.

Πολλοί τραγουδιστές και αρχιμουσικοί του παρελθόντος λάτρεψαν το έργο (με πρώτον, τον μαέστρο Arturo Toscanini, 1867-1957, ο οποίος το διηύθυνε πολλές φορές, αφήνοντας πίσω του τις δύο γνωστές και βραβευμένες ηχογραφήσεις του 1937, Φεστιβάλ Salzburg, και 1950, ραδιοφωνική μετάδοση του NBC). Η όπερα συνεχίζει να ανήκει στο σταθερό ρεπερτόριο των διεθνών λυρικών θεάτρων.

Σκηνή από το πρόσφατο ανέβασμα του «Falstaff». Φωτογραφία: Valeria Isaeva

Η Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ, Αίθουσα Σταύρος Νιάρχος) παρουσίασε πρόσφατα την εν λόγω όπερα, σε αναβίωση της παραγωγής του Βρετανού σκηνοθέτη Stephen Langridge. Παρακολουθήσαμε την πρώτη παράσταση του φετινού ανεβάσματος, στις 15 Φεβρουαρίου.

Είχαμε παρακολουθήσει στην ίδια αίθουσα, την πρεμιέρα της παραγωγής, στις 26 Ιανουαρίου 2023 (βλ. Critics’Point). O Langridge μεταφέρει την πλοκή από την αγγλική πόλη Windsor των αρχών του 15ου αιώνα, στην Αγγλία της δεκαετίας του 1930, αναδεικνύοντας τη ζωηρή, σπινθηροβόλα ενέργεια του έργου και τους χαρακτήρες του. Επιβεβαιώθηκαν τα όσα είχαμε γράψει στο παρελθόν για το σκηνοθετικό και το εικαστικό μέρος: «Στα χέρια του Langridge,  η χρονική αυτή μεταφορά κρίθηκε εξαιρετικά επιτυχής, διασκεδαστική και λειτουργική. Ο ίδιος, αξιοποιώντας με φαντασία κάθε ευκαιρία και προέκταση που του παρείχε το libretto, όχι μόνον φώτισε τους χαρακτήρες με νόημα, αλλά ενθάρρυνε τους τραγουδιστές του να παίξουν τους ρόλους τους με κέφι, άφθονο χιούμορ (η δεύτερη σκηνή της πρώτης πράξης, εκτυλίσσεται σε γυμναστήριο της εποχής!), γούστο και ενθουσιασμό. Τα χαρακτηριστικά σκηνικά και κοστούμια, σύμφωνα με το βρετανικό στυλ της εποχής και, όσον αφορά στα έπιπλα, λίγο ή πολύ παλαιότερο, του Γιώργου Σουγλίδη, ο ατμοσφαιρικός φωτισμός του Peter Mumford και η άνετη κινησιολογία του Dan O’Neill, συνέδραμαν στην δημιουργία κατάλληλου κλίματος και ευχαρίστησαν απολύτως». Εντούτοις, θα αναφέρουμε εδώ ότι (όπως και τότε), μας προβλημάτισε κάπως η καθυστέρηση στην αλλαγή των σκηνικών ανάμεσα στις σκηνές, που ενίοτε απειλούσε τη ροή.

Σκηνή από το πρόσφατο ανέβασμα του «Falstaff». Φωτογραφία: Valeria Isaeva

Τον ρόλο του Sir John αυτή τη φορά κράτησε ο έμπειρος όσο και χαρισματικός βαρύτονος Τάσης Χριστογιαννόπουλος, ο οποίος κατά την προηγούμενη παραγωγή είχε επωμισθεί το μέρος του Ford. Μέσω της ωραίας του φωνής και των πλούσιων υποκριτικών του ικανοτήτων, έκτισε έναν ήρωα κωμικό, κυνικό (λ.χ. πρώτη πράξη, πρώτη σκηνή, μονόλογος, Ehi! Paggio!… L’onore! Ladri!) και ενίοτε εύθικτο, δίνοντας παράλληλα σημασία και στις πιο σοβαρές-σχεδόν τραγικές εκφάνσεις του ρόλου, λ.χ. δεύτερη πράξη, Va, vecchio John.

Δίπλα του, η Celia Costea, όπως και κατά την παλαιότερη παρουσίαση της παραγωγής, έστησε μία Alice Ford απολύτως γοητευτική και εύστροφη, αξιοποιώντας με άνεση τη γεμάτη και ιδιαίτερων αποχρώσεων φωνή της.

Ο Διονύσης Σούρμπης πρόσφερε με μουσικότητα και κατανόηση του κειμένου, έναν Ford, σύζυγο της Alice, αρκούντως ζηλιάρη και υπερήφανο, αλλά και συμπαθή.

Οι Χάρης Ανδριανός και Γιάννης Καλύβας, αντίστοιχα στους ρόλους των κατεργαρέων και όχι πάντα πιστών ακολούθων του Falstaff, Pistola και Bardolfo, τραγούδησαν και έπαιξαν με το απαιτούμενο brio και με κέφι.

Σκηνή από το πρόσφατο ανέβασμα του «Falstaff». Φωτογραφία: Valeria Isaeva

Άρτιες εντυπώσεις άφησε και το ερωτευμένο ζευγάρι των Nannetta και Fenton, ερμηνευμένο αντίστοιχα από τους Μαριλένα Στριφτόμπολα και Βασίλη Καβάγια. Οι δύο λυρικοί καλλιτέχνες, όπως και κατά το προηγούμενο ανέβασμα, έφεραν νεανική πνοή στους ρόλους τους, ενώ ερμήνευσαν με ευαισθησία τις γεμάτο λυρισμό φράσεις τους (λ.χ. τρίτη πράξη, άρια του Fenton, Dal labbro il canto estasiato vola, και τρίτη πράξη, άρια της Nannetta, Sul fil un soffio etesio).

Στους υπόλοιπους ρόλους ξεχώρισαν ερμηνεύοντας με αμείωτο μουσικό όσο και θεατρικό οίστρο και διάθεση οι Νεφέλη Κωτσέλη (Κυρία Quickly), Ανδρέας Καραούλης (Δρ Caius) και Χρυσάνθη Σπιτάδη (Meg Page).

Σκηνή από το πρόσφατο ανέβασμα του «Falstaff». Φωτογραφία: Valeria Isaeva

Σημαντική κρίθηκε η συνεισφορά του διαπρεπή Μιλανέζου αρχιμουσικού Paolo Carignani, συνεργάτη φημισμένων λυρικών θεάτρων του κόσμου, ο οποίος έσκυψε πάνω από την παρτιτούρα με γνώση, αγάπη και αναμφισβήτητο ταλέντο. Πιο συγκεκριμένα, καθοδήγησε με θαυμαστή ακρίβεια τους μονωδούς, την πρόθυμη ορχήστρα (άρτια υπήρξε η απόδοση των πνευστών) και τις εξίσου καλές χορωδίες (χορωδία και παιδική χορωδία της ΕΛΣ, προετοιμασμένες αντίστοιχα από τους Αγαθάγγελο Γεωργακόπουλο και Κωνσταντίνα Πιτσιάκου). Υιοθετώντας εύπλαστα και με νόημα  υπολογισμένα tempi, και φροντίζοντας για τη ρυθμική ακρίβεια και την καθαρή άρθρωση, κράτησε την ενότητα της παρτιτούρας από την αρχή μέχρι το τέλος της, το οποίο φθάνει με την επιβλητική όσο και αριστοτεχνικά γραμμένη δεκάφωνη φούγκα, στη θριαμβευτικού και αποφασιστικού χαρακτήρα τονικότητα της μι μείζονος (τρίτη πράξη, δεύτερη σκηνή, finale, Tutto nel mondo è burla). Φώτισε τόσο τις κωμικές όσο και τις σκηνές αγωνίας του έργου (λ.χ. τρίτη πράξη, σκηνή του δάσους) και φρόντισε για τη διαύγεια της θαυμαστής αντιστικτικής γραφής και της υποδειγματικής ενορχήστρωσης. Ανέδειξε τις συναρπαστικές καινοτομίες της παρτιτούρας, δομικές, αρμονικές και υφολογικές, που επιβεβαιώνουν το γεγονός ότι ένα μεγαλοφυές πνεύμα όπως εκείνο του ανυπέρβλητου Verdi, δεν σταματά ποτέ να εξελίσσεται και να ανανεώνεται.

Κλείνοντας, μετά το πέρας της παράστασης και κατά την έξοδό μας από την αίθουσα της ΕΛΣ, αναλογισθήκαμε τον  άκρατο ενθουσιασμό και το δέος που ένιωσε ο ιδιοφυής, τότε ακόμη νεαρός, οραματιστής συνθέτης Ferruccio Busoni (1866-1924), έχοντας παρακολουθήσει τον Απρίλιο του 1893, τη Βερολινέζικη πρεμιέρα της όπερας. Μάλιστα, είχε αρχίσει να συντάσσει μία ένθερμη συγχαρητήρια επιστολή προς τον Verdi, την οποία, ωστόσο, δυστυχώς δεν βρήκε το σθένος να στείλει· ανάμεσα σε άλλα, έγραφε ότι το έργο, προκάλεσε μέσα του «πνευματική επανάσταση».[2]

 

 

 

 

 

 

 

[1] Το libretto βασίζεται στα ακόλουθα έργα του Wiliam Shakespeare (1564-1616): Οι Εύθυμες Κυράδες του Windsor (αγγλ. The Merry Wives of Windsor) και Ερρίκος Δ΄ (αγγλ. Henry IV), πρώτο και δεύτερο μέρος.

 

[2] Βλ. A. Beaumont, Selected Letters by Ferruccio Busoni (New York: Columbia University Press, 1987), σελ. 53-54

 

 

 

 

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.