
Παρακολουθώντας από την Εθνική Λυρική Σκηνή (ΕΛΣ) την άνοιξη του 2019 και για πρώτη φορά, την ιδιαίτερη παραγωγή της δημοφιλούς όσο και εμβληματικής τρίπρακτης όπερας με τίτλο Lucia di Lammermoor του Geatano Donizetti (1797-1948, σε libretto του Salvadore Cammarano, 1801-1852, βασισμένο στη γνωστή ιστορική νουβέλα του Sir Walter Scott, 1771-1832, The Bride of Lammermoor), στη σκηνοθεσία την οποία υπέγραφε η Βρετανίδα Katie Mitchell, είχαμε εκτιμήσει πολλές ιδέες της τελευταίας, ενώ είχαμε προβληματιστεί με άλλες της (βλ. Critic’s Point, 9/3/2019). Θυμίζουμε ότι επρόκειτο για συμπαραγωγή του λυρικού μας θεάτρου με το Βασιλικό Μπαλέτο και την Όπερα του Λονδίνου (Royal Ballet and Opera), που είχε λάβει την πρεμιέρα της στο Λονδίνο, το 2016. Μάλιστα, τότε, το βρετανικό κοινό είχε προειδοποιηθεί ότι η παραγωγή περιείχε σκηνές (sic) σεξ και βίας.
Πρόσφατα, στις 6/4, παρακολουθήσαμε, πάντα από την ΕΛΣ, την πρεμιέρα της αναβίωσης της εν λόγω παραγωγής. Δεν θα αναφερθούμε λεπτομερώς στη σκηνοθεσία, όπως είχαμε κάνει στο παλαιότερο κριτικό μας σημειώματα (βλ. παραπάνω), εντούτοις θα τονίσουμε ότι η Mitchell με άμεσο και ρεαλιστικό τρόπο επικεντρώνεται στο δράμα που βιώνει η καταπιεσμένη όσο και τραγική ηρωίδα (η οποία είναι το θύμα διαμάχης μεταξύ δύο ευγενών οικογενειών της Σκωτίας και ενώ είναι ερωτευμένη με τον Sir Edgardo di Ravenswood, υποχρεώνεται από τον αδελφό της, Λόρδο Enrico Ashton, να παντρευτεί τον Λόρδο Arturo Bucklaw, τον οποίο δολοφονεί κατά την πρώτη νύχτα του γάμου και τρελαίνεται) όπως και γενικότερα στη γυναικεία μορφή, ενισχύοντας την παρουσία της υπηρέτριας Alisa, η οποία εδώ συμμετέχει ενεργά στον φόνο του συζύγου.

Σε αυτή την προσεγμένη αναβίωση της παραγωγής (υπεύθυνος αναβίωσης σκηνοθεσίας: Robin Tebbutt, υπεύθυνος αναβίωσης φωτισμών: John Clark), βρήκαμε ότι ακόμη και τα στοιχεία που μας είχαν πριν από μερικά χρόνια προβληματίσει, είχαν δουλευτεί και τώρα λειτούργησαν καλύτερα πείθοντάς μας περισσότερο για τη «φεμινιστική» και σε στιγμές ωμά ρεαλιστική ματιά της Mitchell, η οποία φρόντισε να αναδείξει την ανάπτυξη του χαρακτήρα της Lucia, αλλά και δεν δίστασε κατά την τελευταία πράξη να μας δείξει στιγμή προς στιγμή την αυτοκτονία της ίδιας μέσα σε μία μπανιέρα. Χωρίζοντας τη σκηνή στα δύο, παρουσίαζε ταυτόχρονα τα δρώμενα του libretto και τη δική της εξιστόρηση.
Τα ωραία κοστούμια και τα σκηνικά εποχής της Vicki Mortimer, στη λεπτομέρεια σχεδιασμένα και εύστοχα φωτισμένα από τον Clark, υποστήριξαν ένα καλόγουστο αισθητικό μέρος και σίγουρα ανέδειξαν τα gothic στοιχεία του μελοδράματος. Ναι, καίτοι δίχως άλλο ήταν καλό που μπορέσαμε εκ νέου να εκτιμήσουμε τη σκοπιά της Mitchell, ωστόσο ήταν οι ερμηνείες των απαιτητικών πρωταγωνιστικών ρόλων από μία ομάδα θαυμάσιων τραγουδιστών, που μας ενθουσίασαν πρωτίστως.
Ειδικότερα, τον πρωταγωνιστικό ρόλο, τον οποίον στον παρελθόν τόσες μεγάλες ντίβες τίμησαν, από την Lily Pons, τη Μαρία Κάλλας, την Dame Joan Sutherland, την Beverly Sills, την Montserrat Caballé, την Edita Gruberova ανάμεσα σε άλλες, κράτησε η Αυστραλή κολορατούρα σοπράνο Jessica Pratt. Σήμερα θεωρείται μία από τις κορυφαίες ενσαρκώτριες του ρόλου, τον οποίον έχει ερμηνεύσει σε μεγάλες σκηνές του κόσμου. Η φωνή της είναι όντως πλασμένη για τις προκλήσεις του· και δεν αναφερόμαστε μόνο στην υψηλότατη tessitura του ρόλου, αλλά και στις δραματικές απαιτήσεις του. Κάτοχος ενός εντυπωσιακού τεχνικού οπλοστασίου, κυριάρχησε πετυχαίνοντας να φωτίσει τις σκοτεινές πτυχές της ταλανισμένης ηρωίδας, που χειραγωγείται από την οικογένειά της και παρεξηγείται από τον αγαπημένο της, αποδίδοντας την περίφημη σκηνή της τρέλας (τρίτη πράξη, δεύτερη σκηνή, Il dolce suono) με ιδιαίτερη πειστικότητα, οδηγώντας στην επιφάνεια τα αισθήματα απόγνωσης της Lucia (η οποία ακριβώς κατά τη νύχτα του καταναγκαστικού γάμου της και έχοντας μόλις σκοτώσει τον άντρα της, χάνει τα λογικά της και φαντάζεται ότι παντρεύεται τον αγαπημένο της), που έκανε πραγματικά την καρδιά μας να ραγίσει.
Το μέρος του αγαπημένου της Edgardo, ρόλο τον οποίον ο Donizetti είχε γράψει ειδικά για τον λατρεμένο του, θρυλικό Γάλλο τενόρο και ικανότατο συνθέτη, Gilbert Duprez (1806-1896), ερμήνευσε ο Ισπανός τενόρος Ismael Jordi (άλλοτε μαθητής του αξέχαστου ομοτέχνου του Alfredo Kraus, 1927-1999), ο οποίος τραγούδησε και έπαιξε με εσωτερική δύναμη και με αίσθηση του χαρακτηριστικού ύφους του bel canto. Επιπλέον, ανέδειξε τις υπέροχες μελωδικές γραμμές του ρόλου και φώτισε τα γνήσια συναισθήματα αγάπης του ήρωα αλλά και εκείνα της ζήλειας τα οποία κατά τη δεύτερη σκηνή της δεύτερης πράξης τον οδηγούν σε εκρηκτικό θυμό τη στιγμή που αντικρίζει το γαμήλιο συμβόλαιο της Lucia, σύμφωνα με το οποίο εκείνη πρόκειται να παντρευτεί άλλον. Ο Jordi υπήρξε ένας από τους βασικούς μοχλούς και για τη σωστή ερμηνεία του διάσημου σεξτέτου (Chi mi frena in tal momento), που ακούγεται κατά τη δεύτερη σκηνή της δεύτερης πράξης όταν ο Edgardo εμφανίζεται ξαφνικά επί σκηνής λίγο μετά από την υπογραφή του γαμήλιου συμβολαίου από την Lucia. Ας μη λησμονούμε ότι και ο σπουδαίος δάσκαλος του λυρικού καλλιτέχνη, υπήρξε ένας από τους κορυφαίους ενσαρκωτές του Edgardo, ρόλο τον οποίον ερμήνευσε επανειλημμένως επί σκηνής και του οποίου οι πολλές -τουλάχιστον δεκατέσσερις- ηχογραφήσεις, πραγματοποιημένες σε διάφορες περιόδους της σταδιοδρομίας του, έως και την τελευταία δεκαετία της ζωής του, οπωσδήποτε αποτελούν σημεία αναφοράς.
Τον ρόλο του Enrico, σκληρού και αδίστακτου αδελφού της Lucia, ο οποίος πετυχαίνει να την ξεγελάσει με πλαστή επιστολή που φέρεται να έχει υπογράψει ο αγαπημένος της και μέσω της οποίας ανακοινώνεται ο γάμος του τελευταίου με άλλη γυναίκα, ερμήνευσε με προσοχή στα ζητούμενα, σωστό φωνητικό έλεγχο και βάρος ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης.

Ως Raimondo, καλβινιστής ιερέας και παιδαγωγός της άτυχης ηρωίδας, ιδιαιτέρως ευχαρίστησε ο μπάσος Πέτρος Μαγουλάς, φωτίζοντας το κείμενο και τη δράση με τη στιβαρή και πλούσια σε ποιότητες φωνή του, όπως έπραξε λ.χ. κατά την εξαιρετικά κρίσιμη δεύτερη σκηνή της τρίτης πράξης όπου μέσω της άριάς του γνωστοποιεί στους καλεσμένους του γαμήλιου εορτασμού ότι η Lucia έχασε τα λογικά της και φόνευσε τον σύζυγό της (Ah! cessate quel contento). Σημειώνεται ότι η σκηνοθεσία της Mitchell, ταυτόχρονα με την εν λόγω σκηνή και με την αφήγηση του Raimondo, δείχνει, μετά από την αναλυτική παρουσίαση της πράξης του φόνου, τον νεκρό Arturo να μεταφέρεται έξω από το δωμάτιο του φόνου, την Lucia να κάθεται σαστισμένη στο κρεβάτι και την υπηρέτριά της, να κλαίει, ενώ λίγο αργότερα βλέπουμε την τελευταία να προσπαθεί να παρηγορήσει τη Lucia που σφαδάζει από τους πόνους τοκετού. Το βρέφος, προφανώς από τον Edgardo, τελικά αποβάλλεται. Η σκηνοθέτις υπονοεί ότι αυτός είναι ο κύριος λόγος που τρελαίνεται η Lucia.
Στους δικούς τους ρόλους άφησαν καλές εντυπώσεις οι Γιάννης Καλύβας (Arturo), Ελένη Βουδουράκη (Alisa) και Μάνος Κοκκώνης (Normanno). Εξίσου επαρκής κρίθηκε και η απόδοση της χορωδίας, που προετοιμάστηκε από τον Αγαθάγγελο Γεωργακάτο, με αρκετές εκφραστικές στιγμές στα μεγάλα μέρη της, όπως και της ορχήστρας, υπό τη διεύθυνση του Λουκά Καρυτινού.