Ένα μεγάλο έργο ζωντανεύει σε μια μεγάλη παράσταση στη σκηνή του θεάτρου «Βεάκη» από τον Γιώργο Νανούρη – «Ψηλά απ΄τη γέφυρα» του Arthur Miller

 

Κρατούσες μέσα σου εκείνες τις βαθιές σιωπές που έσταζαν ενοχή κι οδύνη…κύλησε ο χρόνος και δεν βάσταξες…κι οι σιωπές έγιναν δάκρια πορφύρας, σπαράγματα ενός έρωτα απαγορευμένου και μιαρού και στέγνωσαν εκεί…στην αυγή του τέλους…  

 

A view from the bridge! Ο βραβευμένος με Pulitzer για το Death of a Salesman Arthur Miller παρουσιάζει το δράμα Ψηλά απ΄τη Γέφυρα τον Σεπτέμβριο του 1955 ως μονόπρακτο στο Coronet Theatre του Broadway∙ λίγο αργότερα ωστόσο, ο Miller το εμπλουτίζει και το διευρύνει ως δράμα σε δύο πράξεις. Η νεότερη εκδοχή παρουσιάζεται τον Οκτώβριο του 1956 στο New Watergate theatre club στο West End του Λονδίνου σε σκηνοθεσία Peter Brook.

Ψηλά απ΄τη Γέφυρα! Ψηλά από τη γέφυρα του Brooklyn βουβή υπάρχει μια θλίψη, λιγοστεύει η ζωή, λιγοστεύει η μέρα, καθώς σταλάζει πάνω στα σκοτεινά, υγρά και μίζερα σοκάκια το πένθος∙ καθημερινές αλλά και αλλόκοτες ιστορίες ανθρώπων γεμίζουν άλλοτε με φως κι άλλοτε με σκοτάδι την αύρα της γέφυρας, ενώ οι ώρες μιλούν προφητικά για μια χαρακιά από αίμα στον λαιμό.

Ψηλά απ΄τη Γέφυρα! Εάν ο σκοπός του θεάτρου, κατά τον Miller, είναι να ανυψώσει τη συνείδηση των ανθρώπων στα όρια του ανθρωπίνως εφικτού, γίνεται αντιληπτή η βαθιά τομή που συντελείται στο Αμερικάνικο θέατρο κατά τον 20ο αιώνα. Ο εβραιο-πολωνικής καταγωγής Arthur Miller δημιουργεί ένα περίτεχνο έργο όπου συνυφαίνονται κοινωνικές αντιλήψεις και αξίες με καταβύθιση στο εσώτερο, μύχιο είναι της ανθρώπινης υπαρξιακής διάστασης∙ αμαρτωλοί λογισμοί, ακατανίκητοι πόθοι, επιθυμίες θανάτου σέρνονται ξεδιάντροπα και στοιχειώνουν τις μέρες και τις νύχτες προσώπων που υποφέρουν από έναν όλεθρο σκοτεινό, αλλά βαθιά ανθρώπινο.

Ο Miller παρουσιάζει ένα ηθικό πλαίσιο συγκεκριμένου κοινωνικού περιβάλλοντος, εντός του οποίου διαχειρίζεται και αναλύει ζητήματα που άπτονται του θανάτου, της προδοσίας, της έλλειψης δικαιοσύνης και πραγματεύεται την επιρροή τους στον ανθρώπινο βίο∙ ο Miller σφυρηλατεί την ανανέωση του κοινωνικού δράματος, στιγματίζοντας με το έργο του κάθε είδους ρατσισμό και μισαλλοδοξία, την κερδοσκοπία και τον κοινωνικό στιγματισμό – αποκλεισμό που αφήνει πίσω της η ανθρώπινη «αποτυχία».

Το δίπολο «κοινωνικό αξιακό πρότυπο – διερεύνηση ψυχικής υπόστασης» γίνεται αντικείμενο δραματουργικής επεξεργασίας μέσω πολλαπλών επιπέδων ανάπτυξης∙ τεχνικές όπως ο ρεαλισμός με έντονα στοιχεία νατουραλισμού διαμορφώνουν τον αντιήρωα του 19ου αιώνα, που γίνεται έρμαιο του milieu,  των κοινωνικοπολιτικών μεταβολών, της πίεσης της στιγμής, των ορμέμφυτων επιλογών, των ενστίκτων, της πείνας και της σεξουαλικής επιθυμίας.

Ο Miller τοποθετεί τον Eddie Carbone εντός του συγκεκριμένου νατουραλιστικού πλαισίου∙ ως εκ τούτου, μέσω ενός διαυγούς, εκρηκτικού και αμείλικτου ψυχολογικού ρεαλισμού συντίθεται ένας δραματουργικός ιστός περιωπής και αλήθειας που εντείνει την τραγικότητα του έργου του.

Ο Γιώργος Νανούρης αντιλαμβάνεται τον συμβολισμό της δραματουργικής υφής και παρουσιάζει μια πραγματικότητα που σφαδάζει, γυμνή κι ολέθρια∙ η σκηνοθεσία διεισδύει αριστοτεχνικά στα ανομολόγητα πάθη, τις αλλόκοτες ικεσίες, την οδυνηρή βιαιότητα που κανοναρχούν τα πρόσωπα του συγκεκριμένου milieu.

Ο σκηνοθέτης ψηλαφίζει ενσυναισθητικά τις πληγές των χαρακτήρων που χάσκουν ανοιχτές κι αιμορραγούν, το προπατορικό αμάρτημα ενός παρελθόντος που ζει φρικαλέα ως κινητήριος δύναμη του παρόντος – στοιχείο που ο ίδιος ο Miller θέτει ως αναγκαία συνθήκη∙ κι είναι αυτές οι πληγές, απότοκο βαριάς κληρονομιάς συγκεκριμένων αξιών, εμμονών, ενοχών, αρχέτυπων πεποιθήσεων που διαμορφώνουν την πλοκή και το καταστροφικό, τραγικό τέλος του πάσχοντος προσώπου – όπου ο θάνατος συνιστά τη λύτρωση, τη λύση που ξεριζώνει το μιαρόν.

Ο Γ. Νανούρης αξιοποιεί στο έπακρο ένα σκηνικό κενό, επενδεδυμένο αποκλειστικά με τέσσερις καρέκλες, μια μικρή περιστρεφόμενη σκηνή και ειδικό φωτισμό για να προβάλλει κάθε κρυφή πτυχή της πλοκής∙ ως εκ τούτου ο σκηνοθέτης εστιάζει στις ερμηνείες, προβάλλοντας με σφοδρότητα τη διάπυρη στιγμή κάθε χαρακτήρα, απογυμνώνοντας το περιβάλλον από οπτικές εντάσεις.

H σκηνοθεσία ανατέμνει ευφυώς τη δομή της πλοκής – έκθεση, σύγκρουση, δράση, κορύφωση, λύση – απελευθερώνοντας τους ολέθρους και τις προσωπικές κραυγές των χαρακτήρων. Ενοχές, ματαιώσεις, διαφθορά, ενδοτικότητα, υποταγή περιδινούνται εκρηκτικά οδηγώντας σε σύγκρουση το δίκαιο της κοινότητας με την αμερικανική νομοθεσία∙ άγραφος και γραπτός νόμος πλήττονται, διαμορφώνοντας τάση προς μια ανηλεή εκδικητικότητα αλλά και συγκρούσεις με την κοινότητα, προδοσία αξιών, προσώπων, δικαίου, διασάλευση οικογενειακού ιστού, σχέσεων αίματος.

Εάν για τον Arthur Miller ο δραματουργός δεν είναι τίποτα χωρίς το ακροατήριό του, γίνεται τότε αντιληπτή, η διαλεκτική διεργασία μεταξύ κοινού και σκηνής∙ άλλωστε το θέατρο, ως πολιτισμικό γεγονός, ενσωματώνει στοιχεία κοινωνικού και ιδιωτικού βίου – όπως φαίνεται και στο εν λόγω έργο – διευρύνοντας τους ορίζοντες του εσωτερικού αναστοχασμού. Ως εκ τούτου, αιωρείται μια βαθιά μέθεξη αιχμαλωτίζοντας σκέψεις και συναισθήματα σπλάχνισης και συντριβής, προϊόν της σκηνοθετικής λιτότητας που προβάλει τις εννοιολογικές αναφορές του Μiller αλλά και του συντονισμού των μελών του θιάσου.

Ως εκ τούτου, εάν, σύμφωνα με τον Καραγάτση, τους μεγάλους ηθοποιούς τους αναδεικνύουν μόνο οι μεγάλοι ρόλοι, τους δε μεγάλους ρόλους τους γράφουν μόνο οι μεγάλοι συγγραφείς, συνειδητοποιεί κανείς το εύρος της υποκριτικής δεξιότητας του Πυγμαλίωνα Δαδακαρίδη. Ο Π. Δαδακαρίδης, ως Eddie Carbone, αναλαμβάνει όλο το βάρος ενός ρόλου αδυσώπητου, ενός τραγικού, πάσχοντος, προσώπου που σταδιακά οδηγείται σε κορύφωση μιας εσωτερικής συντριβής, κρυμμένης για καιρό στα βάθη της κόλασης, ως άμορφη μάζα σατανικού πόθου.

Ο Π. Δαδακαρίδης ψηλαφίζει με σφοδρότητα, ερμηνευτική ευθυβολία, πάθος και έλεος τα συναισθήματά του, τις πεποιθήσεις και τις αξίες του κι έρχεται αντιμέτωπος με το άγραφο δίκαιο της κοινότητάς του∙ ο Έντι παραβαίνει τον άγραφο νόμο, σε μια ανηλεή και αδήριτη ανάγκη εκδικητικότητας και υπέρβασης των προσωπικών ορίων και διαπράττει μια ασυγχώρητη, διττή, ύβρη, τόσο σε ηθικό όσο και σε κοινωνικό επίπεδο –  και η ύβρις αποκαθαίρεται κι εξαγνίζεται μόνο μέσω του μόρου.

Η Ιωάννα Παππά, ως Beatrice ερμηνεύει καλοδουλεμένα έναν ρόλο με υπαινικτικό λόγο, τον οποίο επενδύει με τρυφερότητα, αξιοπρέπεια, ενσυναίσθηση και αγάπη, συγχωρώντας με προσωπική οδύνη το αβυσσαλέο πάθος του Eddie. Ο Δημήτρης Καπετανάκος, ως Μarco συμβολίζει τον άγραφο νόμο και λόγο της κοινότητας, ερμηνεύει με σθένος και ιδιαίτερο χρώμα έναν χοϊκό ρόλο με έντονα στοιχεία επιβολής, ενώ ο  Μιχάλης Πανάδης, ως Rodolpho – που πυροδοτεί την κρίσιμη στροφή του έργου – ερμηνεύει έναν «φωτεινό» ρόλο με συνέπεια και διαχειρίζεται ισορροπημένα τις εντάσεις και τις εκρήξεις του χαρακτήρα που υποδύεται. Η πρωτοεμφανιζόμενη Ευγενία Ξυγκόρου ως Catherine ερμηνεύει με αξιώσεις έναν σημαντικό και βαρύ ρόλο.

Τέλος, ο Δημήτρης Μαυρόπουλος, ως δικηγόρος Αlfieri και ως αφηγητής, στον απόηχο ενός in illo tempore αγγελιαφόρου, ενδεχομένως και χορού, προετοιμάζει, νουθετεί, συνδιαλέγεται, θλίβεται, υποφέρει σε προσωπικό επίπεδο αλλά και καταπραΰνει τους ολέθρους που προκαλούν οι εκρήξεις. Η υποκριτική του δεξιότητα ιχνηλατεί κάθε πτυχή της εξέλιξης και παράλληλα εκτονώνει τις εντάσεις δίνοντας χώρο στον λόγο να οριοθετήσει και να αναστοχαστεί τις σημασίες. H μετάφραση, οι φωτισμοί, ο σκηνικός χώρος, η μουσική επιμέλεια του Γιώργου Νανούρη και τα κοστούμια εποχής, επιμέλειας Dante, διαμορφώνουν ένα όλον που σηματοδοτεί μια ενσυναισθητική δραματουργική οπτική ενός μεγάλου, διαχρονικού έργου.

 

Ήταν ένας θάνατος απλός, σιγαλός, χωρίς λουλούδια, χωρίς θρήνους, κανείς δεν μίλησε για αυτόν, κανείς δεν τον είδε…σ’ ένα κλαδί θυσίας κρεμόταν το μαχαίρι που χάραξε τον ήλιο μας σε αναπαμένους λογισμούς. Κι έγινε το πένθος ζόφος που μας έπνιξε, την ώρα που σφίγγαμε στα χέρια τα ξέφτια μιας παλιάς πορφύρας που νομίζαμε ζωή…

Πεντέλη, 07.03.2023.

 

Φωτογραφίες: Ελίνα Γιουνανλή