Η παρθενική συναυλία της Cleveland Orchestra στην Αθήνα υπό τη διεύθυνση των Franz Welser-Möst και Taichi Fukumura: υψηλού επιπέδου ερμηνείες από τους δύο αρχιμουσικούς

H Cleveland Οrchestra, υπό τη διεύθυνση του Franz Welser-Möst. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Η Αμερική δύναται να σεμνύνεται ότι διαθέτει πολλές θαυμάσιες συμφωνικές ορχήστρες, ωστόσο έχει εντάξει στο πλαίσιο των κορυφαίων της —δηλαδή των «Μεγάλων Πέντε», όπως τις ονομάζει— τη Φιλαρμονική της Νέας Υόρκης (ιδρυθείσα το 1842), τη Συμφωνική Ορχήστρα της Βοστώνης (1881), τη Συμφωνική Ορχήστρα του Σικάγου (1891), την Ορχήστρα της Φιλαδελφείας (1900) και την Ορχήστρα του Κλήβελαντ (1918).

Η Ορχήστρα του Κλίβελαντ, η οποία γεννήθηκε στο γόνιμο καλλιτεχνικό περιβάλλον των αμερικανικών μεσοδυτικών πολιτειών το 1918, μετεξελίχθηκε ταχέως από ένα περιφερειακό σχήμα τοπικής εμβέλειας σε ένα διεθνές πρότυπο συμφωνικής ερμηνείας. Αν και η αρχική καλλιτεχνική της ταυτότητα σφυρηλατήθηκε υπό τη διεύθυνση του Nikolai Sokoloff (1918–1933), η απαιτητική ηγεσία του Artur Rodziński (1933–1943) και η μεσοπολεμική μουσική διεύθυνση του Erich Leinsdorf (1943–1946) επιτάχυναν την ανοδική της πορεία. Το σύνολο εδραίωσε τη μόνιμη παρουσία του στην παγκόσμια ελίτ κατά τη διάρκεια της εικοσιτετραετούς θητείας του George Szell (1946–1970). Μέσα από μια ανυποχώρητη προσήλωση στην απόλυτη πειθαρχία, ο Szell καλλιέργησε τον περίφημο «ήχο του Κλίβελαντ» —ένα ηχητικό αποτέλεσμα το οποίο ορίζεται από υποδειγματική πιστότητα στο κείμενο, απόλυτη ρυθμική και τονική ομοιογένεια, καθώς και μια οργανική ευελιξία που παραπέμπει σε μουσική δωματίου, χαρακτηριστικά που αποκρυσταλλώθηκαν με την ακουστική αναβάθμιση της Severance Hall το 1958 (Szell Shell). Αυτό το ιδιαιτέρως απαιτητικό αισθητικό πλαίσιο λαξεύθηκε περαιτέρω χάρη στη συμβολή του βοηθού αρχιμουσικού Rudolph Ringwall και του διευθυντή χορωδίας Robert Shaw, ο οποίος συνέβαλε καθοριστικά στην παγίωση των κορυφαίων φωνητικών και τεχνικών προτύπων του νεοσύστατου τότε χορωδιακού της συνόλου.

Η συγκεκριμένη παράδοση αναλυτικής ακρίβειας αποκρυσταλλώθηκε κατά τη θητεία του Pierre Boulez (1970–1972) ως κύριου προσκεκλημένου αρχιμουσικού και μουσικού συμβούλου, ο οποίος μπόλιασε την ορχήστρα με τη διανοητική σαφήνεια και τις αισθητικές αναζητήσεις της avant-garde του εικοστού αιώνα. Αν και τα επίσημα θεσμικά του καθήκοντα περιορίστηκαν σε αυτή τη σύντομη περίοδο, η ευρύτερη καλλιτεχνική παρουσία του Boulez στο Κλίβελαντ επεκτάθηκε μέσα από μια σειρά εμφανίσεων που κάλυψαν σχεδόν μισό αιώνα, από το 1965 έως το οριστικό του αντίο στο πόντιουμ της ορχήστρας το 2010. Αυτή η συνεργασία πολλών δεκαετιών κορυφώθηκε με μια έξοχη δισκογραφική σύμπραξη με την Deutsche Grammophon, προσφέροντας ερμηνείες αναφοράς εμβληματικών έργων των Hector Berlioz, Gustav Mahler, Claude Debussy, Maurice Ravel, Igor Strawinsky και Olivier Messiaen. 

Κατά τις επόμενες δεκαετίες, το εν λόγω πρότυπο καλλιτεχνικής αρτιότητας διατηρήθηκε και επεκτάθηκε σε ευρύτερα είδη ρεπερτορίου από τους μουσικούς διευθυντές Lorin Maazel (1972–1982) και Christoph von Dohnányi (1984–2002). Στις μέρες μας, η ιστορική συνέχεια της ορχήστρας κορυφώνεται με την εποχή του Franz Welser-Möst, η οποία συμπληρώνει ήδη ένα τέταρτο του αιώνα. Καθώς η εικοσιπενταετής θητεία του ολοκληρώνεται με την αποχαιρετιστήρια καλλιτεχνική περίοδο 2026–27, ο Welser-Möst επισφραγίζει την παρουσία του ως ο μακροβιότερος μουσικός διευθυντής στην ιστορία του οργανισμού.

Συνεπώς, παρότι η Cleveland Orchestra είναι συγκριτικά η νεότερη εξ αυτών, η εκλέπτυνση του ήχου της και η εδραιωμένη αυτή παράδοση οργανικής ευελιξίας και σχολαστικής ακρίβειας, έχουν οδηγήσει πολλούς κριτικούς να αναφέρουν ότι συναγωνίζεται τα αποτελέσματα των σημαντικότερων ευρωπαϊκών ορχηστρών.

Ο αρχιμουσικός Franz Welser-Möst διευθύνει την Cleveland Orchestra στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Πριν από λίγες εβδομάδες, το σύνολο, ολοκληρώνοντας μια μεγάλη ευρωπαϊκή περιοδεία, η οποία κινδύνευσε να ματαιωθεί λόγω συντελεσθείσας απεργίας των μουσικών, σημείωσε τις παρθενικές του εμφανίσεις στην Ελλάδα, αρχικά στη συμπρωτεύουσα και τελικά, στην πρωτεύουσα. Ειδικότερα, υποκινούμενη από διαφωνίες σχετικά με την αποκατάσταση των μισθών, την ασφάλεια στον χώρο εργασίας και τη συμμετοχή στις προσλήψεις, η ξαφνική αποχή των μουσικών ανάγκασε την άμεση ακύρωση των εγχώριων συναυλιών και έθεσε σε σοβαρό κίνδυνο την επικείμενη ευρωπαϊκή περιοδεία. Μια ταχεία επίλυση κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου όχι μόνο εξασφάλισε μια δίκαιη τριετή σύμβαση —η οποία προέβλεπε ετήσιες μισθολογικές αυξήσεις 5% για τους μουσικούς και δικαίωμα λόγου στη διαδικασία των ακροάσεων— αλλά διέσωσε και τη διεθνή περιοδεία. Ο συμβιβασμός αυτός επέτρεψε στο σύνολο να αναχωρήσει μόλις λίγες ημέρες αργότερα για να παρουσιάσει τον ήχο του σε εννέα χώρες, ακολουθώντας μια απαιτητική διαδρομή μέσα από το Αμβούργο, το Ντόρτμουντ, το Λουξεμβούργο, το Παρίσι, τις Βρυξέλλες, την Μπρατισλάβα, το Λιντς, τη Βουδαπέστη, τη Βιέννη, τη Λιουμπλιάνα, τη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα, διασώζοντας τελικά ένα σημαντικό κεφάλαιο της διεθνούς πολιτιστικής διπλωματίας της ορχήστρας.

Στο Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης εμφανίστηκε στις 20 Οκτωβρίου, με ένα πρόγραμμα το οποίο συμπεριέλαβε την Εισαγωγή και Φινάλε από την όπερα Δάφνη, Op. 82, του Richard Strauss, και τη Συμφωνία αρ. 8 σε ντο ελάσσονα, Op. 65, του Dmitri Shostakovich, ενώ στην Αθήνα, την αμέσως επόμενη βραδιά, στις 21 Οκτωβρίου, με ένα διαφορετικό πρόγραμμα.

Τη συναυλία της Θεσσαλονίκης, όπως και το πρώτο μέρος της εμφάνισης στην Αθήνα, διηύθυνε ο επί εικοσιπέντε χρόνια μουσικός διευθυντής της ορχήστρας, Franz Welser-Möst.

Ειδικότερα όσον αφορά την αθηναϊκή συναυλία, την οποία είχαμε τη χαρά να ακούσουμε, η βραδιά άνοιξε με το Συμφωνικό ποίημα, Ορφέας, S. 98, του Franz Liszt. Σε αυτό το τέταρτο (και συντομότερης διάρκειας, περίπου έντεκα λεπτών) κατά σειρά συμφωνικό ποίημα του συνθέτη, το οποίο ολοκληρώθηκε το 1854 προκειμένου να παιχτεί ως εισαγωγή στην όπερα Ορφέας και Ευρυδίκη (Orfeo ed Euridice, 1762) του Christoph Willibald Gluck στις 16 Φεβρουαρίου 1854, ο Welser-Möst και η ορχήστρα του, με ευαισθησία, έφεραν με προσοχή στην επιφάνεια τη noblesse της γραφής του συνθέτη, με τις ξεχωριστές ηχοχρωματικές και εκφραστικές ποιότητες του συνόλου να διακρίνονται από την αρχή. Το υπέροχο legato και η διαύγεια ήταν χαρακτηριστικά που σημειώσαμε αμέσως. Επιπλέον, η προσεγμένη συμβολή των δύο αρπιστριών, ιδίως —αλλά όχι μόνο— κατά τα δεκατέσσερα μέτρα της παρτιτούρας όπου ερμηνεύουν μαγευτικούς αρπισμούς της λύρας του Ορφέα, του κόρνου, του πρώτου βιολιού, των ξύλινων πνευστών (αγγλικό κόρνο, όμποε και κλαρινέτο σε λα) καθώς και του σόλο βιολοντσέλου, αποδείχθηκαν πολύτιμες στην υψηλή ερμηνεία που προτάθηκε.

Στη συνέχεια ερμηνεύτηκε η Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, H 295, του Bohuslav Martinů, έργο γραμμένο το 1943, κατά τη διάρκεια της εξορίας του στο Darien του Connecticut, κατόπιν ανάθεσης της τσεχικής μεταναστευτικής κοινότητας στο Cleveland του Ohio. Ο Welser-Möst ενθάρρυνε την ορχήστρα να αναδείξει επιτυχώς όλη την ομορφιά της γραφής (πρώτο μέρος, Allegro moderato), τις πλατιές μελωδίες και τα πλούσια ηχοχρώματα της παρτιτούρας. Οι διαβαθμίσεις δυναμικής, η θαυμάσια χρήση και εξερεύνηση της αρμονίας, καθώς και η νοσταλγική διάθεση (δεύτερο μέρος, Andante moderato), αλλά και το ρυθμικό brio των δύο τελευταίων μερών, Poco allegro και Allegro, έλαβαν τις ιδανικές τους ερμηνευτικές διαστάσεις. Ο Αυστριακός αρχιμουσικός, ήδη από τα πρώτα στάδια της σταδιοδρομίας του, έχει επιδείξει ιδιαίτερη μέριμνα για τη σμίλευση του ήχου και των δυναμικών αποχρώσεων, εξερευνώντας το βάθος της παρτιτούρας με σπάνια αποτελέσματα, γεγονός που επιβεβαιώθηκε και στη συγκεκριμένη εκτέλεση.

Ο μαέστρος Taichi Fukumura διευθύνει την Cleveland Orchestra στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών. Φωτογραφία: Χάρης Ακριβιάδης

Πριν από την έναρξη του δεύτερου μέρους της βραδιάς, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, Γιάννης Βακαρέλης, ανακοίνωσε ότι λόγω ξαφνικής ασθένειας του μαέστρου, το υπόλοιπο της συναυλίας θα διηύθυνε ο βοηθός του, Taichi Fukumura. Αν και το κοινό εξέφρασε την έκπληξή του, στη συνέχεια επιφύλαξε μια θερμή υποδοχή στον γεννημένο στο Τόκιο και μεγαλωμένο στη Βοστώνη αντικαταστάτη.

Η συνέχεια καλύφθηκε εξολοκλήρου από τη Συμφωνία αρ. 2 σε ρε μείζονα, Op. 73, του Johannes Brahms, δημιούργημα των καλοκαιρινών μηνών του 1877 κατά τις διακοπές του συνθέτη στην αυστριακή Λίμνη Wörthersee, στο ειδυλλιακό θέρετρο Pörtschach. Όπως και το έργο του Martinů που είχαμε ακούσει νωρίτερα, έτσι και αυτό εμφορείται από μία ένθερμη και αισιόδοξη λυρική διάθεση. Ο συνδυασμός δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί τυχαίος.

Η Cleveland Orchestra, έχοντας συνεργαστεί επανειλημμένα με τον Fukumura, του πρόσφερε τον καλύτερό της εαυτό, αποδεικνύοντας τη βαθιά καλλιτεχνική κατανόηση που έχει οικοδομηθεί στα χρόνια της κοινής τους πορείας. Ο γεμάτος ήχος του συνόλου, που συνεχώς άνθιζε, μαλακός και γλυκός εκεί που έπρεπε (λ.χ. στη δεύτερη κίνηση, Adagio non troppo) ή αντιστοίχως βαθύς, είχε πολλά να προσφέρει στο αριστούργημα του Brahms. Μας κέρδισαν η απόλυτη συγκέντρωση και συγκίνηση με την οποία εκτελέστηκε η παρτιτούρα, η ανάδειξη της στιβαρής δομής και του επιβλητικού ρυθμικού αισθήματος (λ.χ. στην πρώτη κίνηση, Allegro non troppo, σε φόρμα σονάτας), όπως και της επεξεργασίας-μεταμόρφωσης των μελωδικών στοιχείων (λ.χ. στην τρίτη κίνηση, Allegretto grazioso) καθώς και ο θριαμβευτικός χαρακτήρας του καταληκτικού Allegro con spirito (επίσης σε μορφή σονάτας).

Ο Fukumura, ο οποίος ονομάστηκε νέος βοηθός αρχιμουσικού στις 30 Απριλίου 2025 και ανέλαβε καθήκοντα με την έναρξη της καλλιτεχνικής περιόδου 2025-2026, αναμφίβολα έχει εξελιχθεί εντυπωσιακά υπό την καθοδήγηση του Welser-Möst, ενώ στη συγκεκριμένη εμφάνιση επέδειξε κινησιολογική ακρίβεια και εσωτερική ένταση. Επέλεξε ενίοτε tempi σβέλτα στα γρήγορα μέρη, ενώ επέτρεψε στις μεγάλες φράσεις να ρεύσουν με γενναιοδωρία —όπως κατά την έναρξη του Adagio non troppo— αφήνοντας άριστες εντυπώσεις.

Νιώθουμε ευγνώμονες για την ξεχωριστή αυτή συναυλία και ευχόμαστε από καρδιάς ταχεία ανάρρωση στον Αυστριακό αρχιμουσικό, τιμώντας παράλληλα την ολοκλήρωση μιας ιστορικής περιοδείας.

 

 

 

 

 

 

 

 

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic, music scholar, music editor, and professor of advanced theory, composition, and piano. He holds the presidency of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, the Gina Bachauer International Music Association, and the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association. He also serves as the chair of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition./ / / / Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, καθώς και επιμελητής μουσικών κειμένων. Είναι πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer και του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman. Παράλληλα, διατελεί καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.