Η Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών στην πρώτη συναυλία της νέας καλλιτεχνικής περιόδου που σηματοδοτεί τη συμπλήρωση δέκα ετών από την ίδρυσή της

Ο αρχιμουσικός Βύρων Φιδετζής

Φέτος συμπληρώνονται δέκα χρόνια από την ίδρυση του συνόλου Φιλαρμόνια Ορχήστρα Αθηνών, που δημιουργήθηκε από τους Βύρωνα Φιδετζή, μαέστρο και μελετητή της ελληνικής μουσικής, και Νίκο Mαλιάρα, καθηγητή ιστορικής μουσικολογίας στο Τμήμα Μουσικών Σπουδών του ΕΚΠΑ. Μέσα σε αυτή τη δεκαετία, οι πολυάριθμες συναυλίες, η προσεκτική προετοιμασία και βεβαίως η συνεχής επιθυμία ανάδειξης της έντεχνης ελληνικής μουσικής έχουν κατατάξει το σύνολο ανάμεσα στα αρτιότερα της χώρας μας.

Στις 25 Οκτωβρίου παρακολουθήσαμε στο Αμφιθέατρο «Ιωάννης Δεσποτόπουλος» του Ωδείου Αθηνών την πρώτη συναυλία της νέας καλλιτεχνικής περιόδου της Φιλαρμόνια, η οποία έφερε τον τίτλο Επίκληση Ειρήνης και Μνήμη, υπό τη διεύθυνση του Φιδετζή. Όπως πάντα, ο τελευταίος σχημάτισε ένα πρόγραμμα με φαντασία και πρωτοτυπία· πρόκειται για έναν από τους λίγους μουσικούς στη χώρα μας που γνωρίζει να διαμορφώνει το ρεπερτόριό του και να συνδυάζει τα έργα με σκέψη και ποτέ τυχαία. Έτσι, ο εννοιολογικός πυρήνας της βραδιάς λειτούργησε ως ένας βαθύς στοχασμός πάνω στην ιστορική μνήμη και την ανάγκη για πανανθρώπινη ειρήνη.

Καθώς βρισκόμασταν λίγο πριν από την εθνική εορτή της 28ης Οκτωβρίου, η συναυλία εγκαινιάστηκε με το συμφωνικό ποίημα σε μορφή χορευτικής σκηνής, Ο Θάνατος της Αντρειωμένης, του Μανώλη Καλομοίρη, το οποίο είναι αφιερωμένο στη μνήμη της Simone Séailles. Το έργο προλόγισε η εγγονή του συνθέτη, Χαρά Καλομοίρη-Séailles. Στην ομιλία της αναφέρθηκε με συγκίνηση σε μέλη της οικογένειάς της και ειδικότερα στη Γαλλίδα αγωνίστρια της Γαλλικής Αντίστασης Simone Séailles, η οποία ήταν στενή φίλη της Κρινώς Καλομοίρη, κόρης του συνθέτη, και θεία της Χαράς (ο αδελφός της Simone, Jean, παντρεύτηκε τη μητέρα της Χαράς). Η Simone έφυγε από τη ζωή στην πρώιμη ηλικία των είκοσι έξι ετών, μετά από την ταλαιπωρία που είχε υποστεί από την κράτησή της σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, με την Κρινώ να της συμπαραστέκεται κατά τη δύσκολη τελευταία της περίοδο.

Κατά την εκτέλεση της σύνθεσης του Καλομοίρη, ολοκληρωμένης το 1945, ο αρχιμουσικός ενθάρρυνε το σύνολο να αναδείξει το πλούσιο πατριωτικό αίσθημα (το έργο περιλαμβάνει το θέμα του Χορού του Ζαλόγγου), την όπως πάντα πληθωρική έκφραση του δημιουργού και ασφαλώς την καλοδουλεμένη ενορχήστρωση της παρτιτούρας.

Ο Michael Heupel. Φωτογραφία: Kelly Filiou

Στη συνέχεια ακούσαμε τη Fantasia Concertante (ή Fantasia da Concerto, όπως διορθώνεται από τον δημιουργό ο προαναφερθείς τίτλος στο ιδιόγραφο), Op. 31, του Ιταλο-Γερμανού Ermanno Wolf-Ferrari, γνωστού στο ευρύτερο κοινό ως διακεκριμένου συνθέτη μελοδραμάτων, κυρίως από τα έργα του Il Segreto di Susanna (Το μυστικό της Σουζάνας), I gioielli della Madonna (Τα κοσμήματα της Παναγίας) και Sly. Οφείλουμε να θυμίσουμε ότι τον ρόλο του φτωχού ποιητή και τραγουδιστή Christopher Sly είχε με μεγάλη ευαισθησία ερμηνεύσει ο José Carreras σε διάφορα ονομαστά λυρικά θέατρα μεταξύ 1998 και 2004. Ο ίδιος ρόλος αναδείχθηκε και από τον εξίσου διάσημο, ομότεχνο συμπατριώτη του, Plácido Domingo.

Η Fantasia Concertante ανήκει στα έργα της ύστερης δημιουργικής του περιόδου, γραμμένη το 1944 κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Ο σολίστ, Michael Heupel, γεννημένος στην Αθήνα, που εδώ και χρόνια δραστηριοποιείται στο Αμβούργο, έφερε στην επιφάνεια με προσοχή τη μελαγχολία αλλά και τον αισθαντικό λυρισμό της παρτιτούρας, ανταποκρινόμενος με ετοιμότητα στις μεγάλες δεξιοτεχνικές απαιτήσεις της (λ.χ. τρίτο μέρος, Finale – Presto). Η Φιλαρμόνια και ο Φιδετζής συνόδευσαν με ενδιαφέρον, υπογραμμίζοντας τη μελωδική και τη ρυθμική ένταση.

Ο Michael Heupel είναι μικρανιψιός του διαπρεπούς βιολοντσελίστα Paul Grümmer (ο οποίος ήταν αδελφός του προπάππου του), φίλου και στενού συνεργάτη του Wolf-Ferrari κατά τη δημιουργία του έργου, στον οποίο είναι και αφιερωμένη η παρτιτούρα. Έτσι, δεν ήταν τυχαίο το γεγονός ότι ο Michael Heupel επέλεξε ένα ακόμη κομμάτι αφιερωμένο στον προ-θείο του για encore: ο λόγος για το σύντομο δεύτερο μέρος, Tempo risoluto, από την τετραμερή Σουίτα για σόλο βιολοντσέλο, Op. 76, του Alexander Tcherepnin (η οποία είναι έντονα επηρεασμένη από την παραδοσιακή κινεζική μουσική και τα έγχορδα όργανά της), ερμηνευμένο με την απαιτούμενη ρυθμική ζωηρότητα και μουσική ευφράδεια.

Το δεύτερο μέρος της συναυλίας καλύφθηκε από τη Συμφωνία αρ. 7 σε μι μείζονα, D 729, του Franz Schubert. Το έργο γράφτηκε κατά την τελευταία δεκαετία της τραγικά σύντομης ζωής του μεγάλου μουσουργού, τον Αύγουστο του 1821, και έμεινε ημιτελές. Όπως είναι γνωστό, το μουσικό κείμενο διασώθηκε δομικά πλήρες από το πρώτο έως το τελευταίο μέτρο (περίπου 1.350 μέτρα σε τέσσερα μέρη), ωστόσο κάθε άλλο παρά πλήρως ενορχηστρωμένο. Ειδικότερα, ολοκληρωμένη ενορχήστρωση συναντάμε μόνο στην αργή εισαγωγή και στα πρώτα 110 μέτρα του εναρκτήριου μέρους (Adagio ma non troppo). Αντιθέτως, για το υπόλοιπο τμήμα (περίπου 1.200 μέτρα), ο συνθέτης σχεδίασε μεν όλο τον δομικό σκελετό, αλλά σημείωσε μόνο την κεντρική μελωδική γραμμή (συνηθέστατα στα βιολιά) και το μπάσο, αφήνοντας τα ενδιάμεσα πεντάγραμμα του συστήματος ανεκμετάλλευτα. Αρκετοί υπήρξαν εκείνοι που επιχείρησαν να αποκαταστήσουν την παρτιτούρα. Εντούτοις, θα μπορούσε κανείς να υποστηρίξει ότι οι πιο σημαντικές συμπληρώσεις ανήκουν στους Felix Weingartner (1934), αρχιμουσικό και εκλεκτό μαθητή του Franz Liszt, και Brian Newbould (1980), σύγχρονο μουσικολόγο, συνθέτη και μαέστρο με σημαντική έρευνα γύρω από το συνολικό έργο του Schubert και συγγραφέα βαρυσήμαντων σχετικών συγγραμμάτων.

Στο ευρύτερο κοινό, η επιτυχώς συμπληρωμένη εκδοχή του Brian Newbould (βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να γνωρίζει ποια θα ήταν η τελική μορφή της ενορχήστρωσης στα χέρια του μεγαλοφυούς δημιουργού της) έγινε γνωστή από την ηχογράφηση που πρόσφερε το σύνολο Academy of St Martin in the Fields, υπό τη διαυγή διεύθυνση του αλησμόνητου ιδρυτή του, Sir Neville Marriner (1984, Philips Classics). O Φιδετζής και το δικό του σύνολο χάρισαν μια εκτέλεση γεμάτη μουσικότητα, φρεσκάδα και αισιοδοξία όπου χρειαζόταν, χωρίς να παραγκωνίζονται οι στιγμές βαθιάς μελαγχολίας, τόσο γνωστές από άλλα έργα του συνθέτη. Αναλυτικότερα, οι υπέροχες, ξαφνικές μετατροπίες, το ρυθμικό σφρίγος (λ.χ. τρίτο μέρος, Scherzo: Allegro, και τέταρτο μέρος, Allegro giusto) και, προφανώς, η πολύτιμη σουμπερτική μελωδική έμπνευση έφταναν στην επιφάνεια με ιδιαίτερη όρεξη από τους μουσικούς της ορχήστρας, οι οποίοι ακολουθούσαν με προσοχή τις υποδείξεις του μαέστρου τους.

Κλείνοντας, από καρδιάς ευχόμαστε στην ορχήστρα και τους εμπνευστές της πολλές ακόμη δεκαετίες συναρπαστικών συναυλιών και υψηλής δημιουργικής προσφοράς.

 

Constantine P. Carambelas-Sgourdas is a music critic and professor of advanced theory, composition and piano. He is president of the Association of Greek Critics for Music, Drama and Dance, president of the Gina Bachauer International Music Association, president of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Music Association, artistic director of the C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman International Piano Competition and artistic director of the Maria Chaerogiorgou-Sigara Panhellenic Music Competition. Ο Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας είναι κριτικός μουσικής, καθηγητής ανώτερων θεωρητικών, σύνθεσης και πιάνου, επιμελητής μουσικών κειμένων. Πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα.