Μότσαρτ: «Ἡ ἐπιείκεια τοῦ Τίτου» ἀπὸ τὴ «Μέτ».

 τοῦ ΓΙΩΡΓΟΥ ΛΕΩΤΣΑΚΟΥ.

 

Τεσσαρακοστό 2012.

ΑΝΕΚΑΘΕΝ ΚΑΤΗΓΟΡΟΥΣΑΝ (δικαίως) τὸ Χόλλυγουντ γιὰ, «κινηματογραφικῇ» ἀδείᾳ, παραποιήσεις τῆς Ἱστορίας. Ἀκόμη καὶ πρόσφατα τὸ Διαδίκτυο ἐπισημαίνει στὸ σκηνοθέτη Μὲλ Γκίμπσον μικρὰ ἱστορικὰ λάθη σὲ δύο ἀριστουργήματά του, τὸ «Braveheart», ἐμπνευσμένο ἀπὸ τὴν Ἱστορία τῆς Σκωτίας, καὶ τὸ «Ἀποκαλύπτω», ὄντως ἀποκάλυψη τοῦ κόσμου τῶν αἱμοδιψῶν Μάγιας τῆς Κεντρικῆς Ἀμερικῆς. Δὲν νομίζω ὅτι ἔχει κανεὶς ἀσχοληθεῖ σ᾽ αὐτὴ τὴν ἔκταση μὲ τὰ λιμπρέττι τῆς λεγομένης «opera seria» τοῦ 18ου αἰ., σωστὸ Νταχάου τῆς ἱστορικῆς πραγματικότητος: τὸ εἶδος διέδοσε ἡ ἀναβίωση τοῦ «μπαρόκ» μὲ ὄργανα ἐποχῆς, γιὰ νὰ τὸ παραδόσει σὲ ἀτάλαντους κρετίνους τῆς «πρωτοπορειακῆς» τάχα σκηνοθεσίας…

Στὰ τελευταῖα δείγματα (τοὐλάχιστον ὡς λιμπρέτο) τοῦ εἴδους ἐντάσσεται ἡ ὄπερα τοῦ Μότσαρτ, «Ἡ ἐπιείκεια τοῦ Τίτου», (ἰταλ. La clemenza di Tito, α΄ ἐκτ. Πράγα, 6.9.1791) ἔργο Κ621, γραμμένη ταχύτατα ἐπὶ ἁδροτάτῃ ἀμοιβῇ μόνον γιὰ τὴ στέψη ὡς βασιλέως τῆς Βοημίας τοῦ αὐτοκράτορος τῆς «Ἁγίας Ρωμαϊκῆς Αὐτοκρατορίας» Λεοπόλδου Β΄. Τὸ ἔργο, σὲ σκηνοθεσία Σπύρου Εὐαγγελάτου πρωτοπαρουσιάσθηκε στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τὴ Λυρικὴ, μὲ τὸ λαθεμένο τίτλο «Ἡ μεγαλοψυχία (ἰταλ. magnanimità!) τοῦ Τίτου», χωρὶς ὑπερτίτλους τότε, Μάρτιο 1986, ἐπὶ διευθύνσεως Σπύρου Εὐαγγελάτου. Ἀρχιμουσικοί: Μιλτιάδης Καρύδης, κατόπιν Λουκᾶς Καρυτινός, θαυμαστὴ σκηνοθεσία (Εὐαγγελάτος) καὶ διανομή μονῳδῶν μας σταδιοδρομούντων στὸ ἐξωτερικό: Δάφνη Εὐαγγελάτου, Παπούλκας, Κορομάντζου, Τσαμπάλη (βλ. σημείωμά μου ἐφ. «Ἡ Πρώτη», Tετ. 16.4.1986, σ. 22).

Ἡ ἔλλειψη ὑπερτίτλων ἑστίασε τότε τὴν προσοχή μου στὴν οὐράνια μουσικὴ ἑνὸς Μότσαρτ στὸν ὁποῖο ἀπέμενε ἕνα τρίμηνο  ζωῆς: Ὅπως ἔγραφα, «νιώθοντας τὸ θάνατο μέσα του, βιάζεται λὲς ν᾽ ἀδειάσει ἀπὸ τὰ σπλάχνα του ἐμπνεύσεις ὑπέροχες μὲ πρόσχημα ἕνα λιμπρέτο…» πού…τώρα πρόσεξα πολὺ καλλίτερα χάρη σὲ ὑπερτίτλους, ἄθλια μεταφρασμένους ἀπὸ γνωστή μεταφράστρια τοῦ Οὐμπέρτο Ἔκο: τὴ Σύγκλητο (λατ. Senatus) ἀπέδιδε…Γερουσία, καὶ τὸν ἀρχαιόθεν ἐξελληνισμένο Πόπλιο, ἄφηνε ἀμετάφραστο―Πούμπλιο!  Κυριότερο πλεονέκτημα τῆς παραστάσεως τῆς «Μέτ» ἦταν ἡ ἀναβίωση τῆς διδασκαλίας μιᾶς ἐπίσης πρόωρα χαμένης λυρικῆς σκηνοθετικῆς ἰδιοφυΐας, τοῦ Γάλλου Jean-Pierre Ponnelle (1932-1988): σκηνικά ἀναπέμποντα σὲ ἀρχαῖα ρωμαϊκὰ ἐρείπια ἀλλὰ κοστούμια καὶ περοῦκες 17ου καὶ 18 αἰώνων, προγενέστερα ἢ σύγχρονα τῆς ἐποχῆς συνθέσεως τῆς ὄπερας, ὅλα τοῦ Ponnelle. Χρωματικοί τόνοι: ἀνοικτόφαιοι, γκρίζοι, πορφυροὶ καὶ ἰώδεις (μόνον ὁ Τίτος, μὲ χρυσὸ δάφνινο στεφάνι θύμιζε ρωμαῖον αὔγουστο).

Τὸ λιμπρέτο, κάποιου Caterino Mazzolà (1745-1806) εἶναι τελευταίας στιγμῆς ξαναμαγείρεμα ὁμότιτλου πονήματος τοῦ περίφημου Πιέτρο Μεταστάζιο (Pietro Metastasio,  1698–1782),  μελοποιημένου ἀπὸ 40 περίπου συνθέτες. Γνωστότεροι: Ἀντόνιο Καλντάρα (1734), Γκλούκ (1752) καὶ Γιόζεφ Μυσλιβέτσεκ (1774, Βοημός). Ἐδῶ νὰ δεῖτε παραποίηση τῆς ἱστορίας! Ὁ δῆθεν ἀδάμας μεγαλοψυχίας Τίτος (39-81 μ.Χ, βασίλεψε ἀπὸ τὸ 79),  ὑπῆρξε μέγας ἀντισημίτης, ἀπώτατος πρόδρομος τοῦ Χίτλερ. Ἰσοπέδωσε (70 μ.Χ.) τὴν Ἱερουσαλήμ, ἐγκαινιάζοντας τὴν ἑβραϊκὴ Διασπορά, ἐνῶ  ρωμαϊκὲς δυνάμεις πολιόρκησαν ἐπὶ μακρὸν τὸ φρούριο τῆς Μασάντα (ἔρημος Ἰουδαίας), ὥστε 960 πολιορκημένοι, δίχως νερὸ καί τρόφιμα πιά, αὐτοκτόνησαν σὲ μιὰ νύχτα. Ὅταν, παραξενεμένοι ἀπὸ τὴ σιγή, οἱ Ρωμαῖοι πλησίασαν τὴν ἑπομένη, βρῆκαν σωροὺς ματόβρεχτων πτωμάτων…

Περιττεύουν σχόλια γιὰ ἕνα  λιμπρέτο, ὅπου ὅλοι οἱ ἐραστὲς εἶναι πιστοὶ μέχρι θανάτου ὁ ἕνας στὸν ἄλλο, ὅπου ὁ Τίτος (τενόρος) ἐμφανίζεται ἀνίκανος νὰ σκοτώσει κουνούπι, ὅπου ἡ σκύλα διεκδικήτρια τοῦ θρόνου Βιτέλλια (ὑψίφωνος), ποὺ στὴν α΄ πράξη, προστάζει σὰν κουτάβι τὸν μέχρι βλακείας ἐρωτευμένο μαζί της Σέξτο (πιστὸ φίλο τοῦ Τίτου, ὑψίφωνο καστράτο ἢ μεσόφωνο) νὰ δολοφονήσει τὸν Καίσαρα,  ἐνῶ στὴ β΄, ὅταν ὁ Σέξτος ὁμολογεῖ τὴν  πυρπόληση τοῦ Καπιτωλίου καὶ τὸ ἔγκλημα ποὺ θὰ διέπραττε, μεταμορφώνεται σὲ ἄγγελο μεταμελείας καὶ ἀρετῆς.. Ἐδῶ ὁ Τίτος πιὰ σπαράζεται ἀπὸ τὸ δίλημμα: νὰ συγχωρέσει ἤ ὄχι: Φυσικὰ συγχωρεῖ καὶ ζῆσαν αὐτοὶ καλὰ ἐνῶ ὁ ἄμοιρος Μότσαρτ (ὅσο πρόλαβε) καὶ ἐμεῖς πολὺ χειρότερα… Ἕνα ἀκόμη ζεῦγος ὁ Ἄννιος (μεσόφωνος), φίλος τοῦ Σέξτου, ἐρωτευμένος μὲ τὴν ἀδελφή του Σερβίλια (σοπράνο) καὶ ὁ διοικητὴς τῆς φρουρᾶς τῶν πραιτωριανῶν Πόπλιος (βαθύφωνος). Σύνολο 6 φωνές, 2 ἀνδρικές, 4 γυναικεῖες.

Ὅμως τὶ θεϊκή μουσική! Εἰσαγωγή φορτισμένη suspense, παρὰ τὸ «αὐτοκρατορικό» α΄ θέμα,  β΄ θέμα τρυφερότατο, στά ξύλινα, ἀπάγει σὲ περίτεχνη ἁρμονικὰ καὶ διλημματικὰ δραματικὴ ἀνάπτυξη, α΄ ἄρια Βιτέλλια πρὸς Σέξτο (Deh, se piacer mi vuoi [Ἂν θὲς νὰ μοῦ ἀρέσεις] συνδυάζει θαυμαστὰ φωνητικὴ δεξιοτεχνία καὶ δραματικότητα, θυμίζοντας Βασίλισσα τῆς Νύχτας), τὸ ἔξοχο ντουέτο Ἄννιου-Σέξτου, οἱ ὑπέροχες ἄριες Τίτου καὶ Σέξτου πρὶν ἀπὸ τὴ δολοφονία, μὲ σόλο κλαρινέτου καὶ κόρνο ντὶ μπασσέτο, ὅλα α΄ πράξη. Στὴ β΄ πράξη, στὸ αὐτὸ ἐπίπεδο, ξενίζουν κάποιες μακρηγορίες: ἀπὸ τὶς ἄλλες ὄπερες καὶ τὴν ἀλληλογραφία μὲ λιμπρετίστες του γνωρίζουμε τὴν ὀξύτατη αἴσθηση σκηνικῶν χρόνων τοῦ Μότσαρτ.

Ἀνεπίληπτη διεύθυνση ὀρχήστρας, χορῳδίας καὶ μονῳδῶν (Harry Bicket) ποὺ ὅμως δὲν πολυαναζήτησε τὸ Μότσαρτ πίσω ἀπὸ τὶς νότες. Θαυμάσιοι ὑμέναιοι φωνῶν  καὶ ὑποκριτικῶν ἐπιδόσεων, ὅσο ἐπέτρεπε τὸ κείμενο. Μόνον ἡ Barbara Frittoli (Βιτέλλια, α΄ πράξη), εἶχε παροδικὲς μικροαιχμηρότητες, τονικὲς παρεκκλίσεις, κάποια μπαλλαρίσματα. Ἄψογη, πάντα στὰ πλαίσια ἀσφυκτικότατων συμβατικοτήτων, οἱ Lucy Crow (Σερβίλια), Elina Garanca (Σέξτος), Kate Lindsay (ἀπὸ κάθε ἄποψη ἔξοχος Ἄννιος), Oren Gradus (Πόπλιος) καὶ στὸν ἐπώνυμο ρόλο ὁ Giuseppe Filianoti, μοτσάρτειος τενόρος ἐμφανισιακὰ φτυστός… ὁ φαυλεπίφαυλος Κόμμοδος (Joaquin Phoenix)  στὴν ταινία «Ὁ Μονομάχος» (2000), τοῦ Ρίντλεϋ Σκότ (Αἴθουσα Τριάντη, 1.12.2012).

――――――――――――

Ἐφ. Ἐξπρές, Ἔτος 51ο, ἀρ φύλλου 14.851,

Σάββατο, 29 Δεκεμβρίου 2012, σελ. 37.