• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • «Δύο γυναίκες χορεύουν» Βαθμολογία: 9/10

    «Δύο γυναίκες χορεύουν» Βαθμολογία: 9/10

    Όταν ο ηθοποιός γνωρίζει την δουλειά του, ο θεατής δεν έχει κάποιο άγχος. Το «Δύο γυναίκες χορεύουν είναι ένα ρεσιτάλ ηθοποιίας της παλαίμαχης πλέον κας

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (134)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

«ΦΡΟΣΥΝΗ» ΤΟΥ ΚΑΡΡΕΡ: ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΩΣ ΜΗ ΓΕΝΟΜΕΝΗ

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

pavlos_karrerΣχολιάζοντας την ερμηνεία του Αμερικανού βαρυτόνου Lawrence Tibbett  (1896 – 1960) στον επώνυμο ρόλο του Γενοβέζου Δόγη των Πληβείων «Σίμον Μποκανέγκρα» κατά την πρώτη παρουσίαση της ομώνυμης όπερας του Τζουζέππε Βέρντι από τη Μετροπόλιταν Όπερα της Νέας Υόρκης (28 Ιανουαρίου 1932), ο θρυλικός κριτικός των «New York Times» William James Henderson (1855 -1937) σημείωνε, σε δική μας μετάφραση,  τα ακόλουθα: «Ο Λώρενς Τίμπετ επέτυχε μιαν από τις πλέον εμβληματικές καλλιτεχνικές επιδόσεις της σταδιοδρομίας του, παρουσιάζοντας μια  λεπτά σμιλεμένη προσωπογραφία, στην οποία συνδυάσθηκαν αρμονικά αξιοθαύμαστο τραγούδι και υποκριτική, κατάλληλες ενδυμασίες και επιδέξιο μέηκ απ. Οι εξορμήσεις του κ. Τίμπετ στην επικράτεια του κινηματογράφου τον έχουν διδάξει πολλά για την ένδυση, την έκφραση του προσώπου και τις χειρονομίες. Είναι πλέον ένας από τους καλλίτερους ηθοποιούς της μελοδραματικής σκηνής». Ο Χέντερσον θέτει εδώ τα θεμελιώδη κάθε παρόμοιου εγχειρήματος, απαιτώντας μέριμνα όχι μόνο για το μουσικό, αλλά και για το δραματουργικό – εικαστικό επίπεδο, μέλημα διαχρονικό για κάθε αξιομνημόνευτη αναβίωση λυρικού έργου, κατ’ εξοχήν μάλιστα όταν παρουσιάζεται για πρώτη φορά σε χώρο θεσμικής καλλιέργειας και έρευνας της σοβαρής μουσικής.

Χωρίς να παραβλέπουμε, λοιπόν, τις όποιες ιστορικές ή άλλες αναλογίες,  η -πρώτη μετά το έτος 1908- σκηνική παρουσίαση ενώπιον αθηναϊκού κοινού, για 3 παραστάσεις (15,16,17/01/2017), του melodramma tragico σε 4 πράξεις «Frossini ossia Una Vendetta dAli Pascia» (1868) του Ελισσαβετίου Μαρτινέγκου (1832 – 1885), βασισμένου στην «Κυρά Φροσύνη» του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη (1824 – 1879) και με τη μουσική του «Maestro Paolo Carrer» (1829 – 1896), θα όφειλε να ανταποκρίνεται σε αντίστοιχες προϋποθέσεις, αν μη τι άλλο και επειδή η περίπου ως εκ θαύματος ανεύρεση και ανασύσταση της συγκεκριμένης όπερας για την δισκογραφική κυκλοφορία αναφοράς του έτους 1999 υπό τον Βύρωνα Φιδετζή (LYRA ML 0669/70) αποτελεί ήδη αρκούντως «πονεμένη» ιστορία.

Αντ’ αυτού, και παρούσης -στην παράσταση της 16ης Ιανουαρίου 2017- της πρωταγωνίστριας της ηχογράφησης, υψιφώνου Μάρθας Αράπη,  η «Ομάδα Ραφή», την οποία έχουμε σχολιάσει με ενδιαφέρον για προηγούμενα εγχειρήματά της, επωμίσθηκε, στην αίθουσα «Νίκος Σκαλκώτας» του Μεγάρου Μουσικής Αθηνών, μια δυσχερώς υπερασπίσιμη μετάλλαξη της όπερας, με οργανική συνοδεία βιόλας, κιθάρας, μπαγιάν, κοντραμπάσου και σαξοφώνου (ενορχήστρωση μουσική – διεύθυνση: Μιχάλης Παπαπέτρου), με σκηνογραφία και ενδυμασίες «δρόμου», επιπλέον δε χωρίς τους λυρικούς ερμηνευτές για τους οποίους βοούν ρόλοι ελάχιστα υπολειπόμενοι σε αξιώσεις εκείνων του Βέρντι στις όπερές του για την Ιταλική Παλιγγενεσία.

Για όσους γνωρίζαμε την ηχογράφηση, η δια ζώσης παρακολούθηση  υπήρξε αποκαλυπτική άγνοιας κινδύνου των νεότερων συντελεστών Στο ρόλο του Αλή Πασά, του οποίου η γραφή παραπέμπει στον Ντον Κάρλο του «Ερνάνι», ο Σωτήρης Τριάντης επιστράτευσε ευγενείς προθέσεις, αλλά παρέμεινε επίμονα ανώνυμος και φωνητικά κυμαινόμενος στη διαδοχή ενός νεαρού Τάση Χριστογιαννόπουλου. Ως Φροσύνη η Λητώ Μεσσήνη, παρά τις φιλότιμες προσπάθειές της και ευκολίες στην υψηλή περιοχή, δεν διαθέτει ούτε την αγνότητα της γραμμής ούτε τη λυρική ποιότητα και πληρότητα που δικαιώνουν τον απαιτητικό επώνυμο ρόλο. Ομοίως ο ευειδής και ταλαντούχος τενόρος Γιάννης Καλύβας, ως νεαρός εραστής «πρίγκιπας» Μουχτάρ, παρά το μουσικό και ευγενικό του τραγούδι,  δεν καταγράφει ακόμη (;) τη νεανικοδραματική αιχμή παρόμοιων αναθέσεων. Τέλος, ούτε οι Γιάννης Σελητσανιώτης (μετά βίας «σπηλαιώδης Ιγνάτιος» ή «σκουρόχρωμος» Ταχήρ, κατά την έγκριτη περιγραφή της βιογράφου του Καρρέρ  Αύρας Ξεπαπαδάκου στο πρόγραμμα) και Αναστασία Κότσαλη  (ομοίως διόλου «βαρειάς τονικότητας μεσόφωνος ή κοντράλτο» ως Χάμκω) δεν βοηθήθηκαν από τους «εκσυγχρονιστικούς» πειραματισμούς  μιας αποδομητικής  σκηνοθεσίας – δραματουργίας (Ζωή Χατζηαντωνίου) και ομόλογης σκηνογραφίας – ενδυματολογίας (Πέτρος Τουλούδης) που διεθνώς γνωρίζουν υποχώρηση. Παρά τα επεξηγηματικά σημειώματα, οι «εξομολογούμενοι» σε αυτά συντελεστές δεν επέτυχαν να αποκρύψουν την αμηχανία τους έναντι των συμβάσεων της Ιταλικής Όπερας του 19ου αιώνα, στην οποία εντάσσεται μορφολογικά και αισθητικά και η «Φροσύνη», με αποτέλεσμα να την παρωδούν μέσω χιουμοριστικά χορογραφημένων αναπαραστάσεων … συνουσίας  και ποικίλων άλλων ατοπημάτων, που προκαλούσαν τα οικεία από το Θέατρο πρόζας, αβανταδόρικα, ηχηρά και γι αυτό αναιδή χάχανα λίγων στην αίθουσα.  Αν και ενθαρρύνουμε την ενασχόληση των νέων με τη λόγια Ελληνική μουσική, τούς επισημαίνουμε ότι  τα έργα αυτά προϋποθέτουν ακέραιη τη μελέτη, πίστη και ταπεινοφροσύνη έναντι της εξόχως υψηλής και δυσχερούς μελοδραματικής τέχνης, ιδίως σε χώρους που ήδη υπερασπίζονται ορισμένη παράδοση επιπέδου και λειτουργούν Μεγάλη Μουσική Βιβλιοθήκη. A oublier

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.