• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • «ΜΗΔΕΙΑ»

    «ΜΗΔΕΙΑ»

    Βαθμολογία: 7/10 Η παράσταση έλαβε χώρα στα έγκατα του «Bios». Κατέβαινα την σκάλα με αγωνία

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2018 (7)
    • 2017 (147)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

«ΤΟΣΚΑ»

Βαθμολογία: 8/10

Η δημοφιλής όπερα παρουσιάστηκε στην Ελλάδα για πρώτη φορά το 1942 από την ΕΛΣ, με την 19χρονη Μαρία Κάλλας στον ομώνυμο ρόλο. Αξέχαστη εμπειρία ήταν η διήμερη πανευρωπαϊκή ζωντανή τηλεοπτική μετάδοσή της υπό τον τίτλο «Tosca: In the Settings and at the Times of Tosca» (1992) και από την κρατική ΕΡΤ. Η πρόσφατη παραγωγή της ΕΛΣ έκανε πρεμιέρα το καλοκαίρι του 2012. Τη μουσική διεύθυνση αναλαμβάνει ο κ. Λουκάς Καρυτινός, ενώ υπεύθυνος για τη σκηνοθεσία, τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι ο Αργεντινός σκηνοθέτης κ. Ούγκο ντε Άνα.

Τα εντυπωσιακά σκηνικά αποτελούσαν ένας τεράστιος σταυρός με τον Εσταυρωμένο, μια ιερή τράπεζα, ένα εργαστήρι ζωγραφικής, που πλαισιώνονται και από προβολές μνημείων της Ρώμης, θρησκευτικών συμβόλων και βίντεο (σχεδιασμός προβολών: Ideogramma S.R.L. – κ. Σέρτζιο Μετάλλι). Στην εκκλησία του Σαν Αντρέα (Sant’ Andrea della Valle) δεσπόζει ένας τεράστιος Εσταυρωμένος, ο οποίος αρχικά είναι καλυμμένος και όταν αποκαλύπτεται, αυτό γίνεται και ως υπενθύμιση των επόμενων παθών, θανάτων και της τελικής λύτρωσης. Το τέλος της Α’ πράξης έχει όλα τα στοιχεία του σόου, αφού ο σκηνοθέτης τυλίγει την εκκλησιαστική λειτουργία με καπνούς, και ανάβει κιτς φωτάκια στο μεγαλειώδη Σταυρό. Τα ρούχα των κομπάρσων λάμπουν λόγω των φωσφοριζέ ινών τους. Η απόδοση του Μεγάρου Φαρνέζε (Palazzo Farnese) της Β’ πράξης γίνεται με εντυπωσιακό τρόπο, όπως αρμόζει στην έπαυλη της Ρώμης, που άρχισε να χτίζεται το 1514 και η οποία αποτελεί την κατοικία του Σκάρπια. Στην Γ’ πράξη το Κάστρο του Αγίου Αγγέλου (Castel Sant’ Angelo) χρησιμοποιείται ως στρατιωτική φυλακή. Ο σκηνοθέτης τοποθετεί δεξιά και αριστερά στο πάνω διάζωμα τις καμπάνες, οι οποίες συγχρονίζονται με αυτές στο χώρο της ορχήστρας.

Η συγκεκριμένη παράσταση δόθηκε μία μέρα πριν την επέτειο των 200 ετών από τη μάχη του Βατερλό (18/06/1815). Η υπόθεση τοποθετείται στη Ρώμη του 1800, κατά την περίοδο της εισβολής του Ναπολέοντα στην Ιταλία. Η ντίβα της όπερας Φλόρια Τόσκα είναι μία γυναίκα παράφορα ερωτευμένη, που ζηλεύει παθολογικά το ζωγράφο σύντροφό της Μάριο Καβαραντόσσι. Ο Βαρόνος Σκάρπια είναι ο αρχηγός της αστυνομίας και ταυτόγχρονα ένας σκοτεινός άνδρας με απόλυτη εξουσία, που ηδονίζεται από τον πόνο των θυμάτων του. Οι τραγουδιστές καλούνται να εκφράσουν τα δυνατά πάθη των ρόλων τους.

Ως Τσέζαρε Αντζελόττι ο βαθύφωνος κ. Πέτρος Μαγουλάς δεν εντυπωσίασε. Εύκολα του έκλεψε την παράσταση στην έναρξη της Α’ πράξης ο Νεωκόρος του βαθύφωνου κου. Δημήτρη Κασιούμη. Ο κ. Κασιούμης διαθέτει κωμικό ένστικτο. Στο ρόλο του Μάριο Καβαραντόσσι εμφανίστηκε ο 46χρονος Ιταλός τενόρος κ. Ρομπέρτο Αρόνικα. Ξεκινώντας με το «Recondita armonia» έδειξε από την αρχή την επαφή του με τις τραγουδιστικές απαιτήσεις του ρόλου του. Η Τόσκα πρωταγωνιστεί, είτε βρίσκεται πάνω στη σκηνή είτε πίσω από αυτή (στη Β’ πράξη, όταν ακούγεται το τραγούδι της ή στην Γ’ πράξη, όταν παραφυλάει την εκτέλεση του αγαπημένου της). Στο πρότυπο της Μαρίας Κάλλας, το ρόλο του τίτλου ερμήνευσε στο Ηρώδειο η Ελληνίδα σοπράνο κα. Δήμητρα Θεοδοσίου. Η φωνή της σοπράνο  θύμιζε από το πρώτο άκουσμα ένα πανέρι γεμάτο από τα πιο ζουμερά φρούτα. Στην Α’ πράξη ο κ. ντε Άνα τη ντύνει με μία σιέλ τουαλέτα, η οποία έχει κίτρινη φόδρα και της δένει τα μαλλιά με μία κόκκινη κορδέλα. Φορά παπούτσια σε σιέλ απόχρωση, τα οποία στολίζουν κίτρινα φιογκάκια. Το σύνολο της κοκέτας τραγουδίστριας της όπερας συμπληρώνει ένα πολύχρωμο σάλι. Μετά τη ζεστή ερμηνεία της στην άρια «Non la sospiri la nostra casetta…» αποδίδει με πειστικό παίξιμο τη μικροαστική ζήλεια για την Ατταβάντι. Ο κ. Αρόνικα καθησυχάζει την Τόσκα της κας. Θεοδοσίου με το «Qual’occhio al mondo…». Το ντουέτο των ερωτευμένων προσφέρει μία ακόμα μαγική στιγμή στο κοινό του Ηρωδείου. Το Βαρόνο Σκάρπια ερμήνευσε ο 38χρονος Ιταλός βαρύτονος κ. Φραντσέσκο Λαντόλφι. Αφού κοροϊδέψει την Τόσκα («Ed io veniva al lui tutta dogliosa»), ο Σκάρπια την κάνει υποχείριό του και τραγουδά μπροστά στο κόκκινο σκηνικό με πανουργία «Va, Tosca!»  με μουσικό χαλί το «Te Deum».

Στη Β’ πράξη το λευκό ρούχο με ασημί κεντίδια της πρωταγωνίστριας καλύπτει μία καφέ μπέρτα. Η κα. Θεοδοσία φορά λευκά γάντια, λευκά γοβάκια και τιάρα. Η κόκκινη φόδρα του ρούχου της ταιριάζει με το χρώμα του παλτού του Σκάρπια, το οποίο φέρει χρυσή φόδρα. Το σκηνικό των διαμερισμάτων του Σκάρπια περιλαμβάνει αντίγραφο του πίνακα «Το μαρτύριο του Αγίου Ματθαίου» του Μικελάντζελο Μερίζι ντα Καραβάτζο, υπόμνηση του μαρτυρίου του Καβαραντόσσι, που θα ακολουθήσει. Πρώτο αξιομνημόνευτο μουσικό μέρος της Β’ πράξης είναι η Χορωδία της ΕΛΣ από τα παρασκήνια να τραγουδά, αρχικά μόνη, και μετά με την Τόσκα «Sale,…». Με τη φράση του Σκάρπια «No, ma il vero…» ξεκινά η διά της βίας κατάκτηση της ηρωίδας από τον αδίστακτο ανακριτή. Η παραγγελία του Σκάρπια «Piu forte! Piu forte!» προσφέρει στη σοπράνο την ευκαιρία να επιδείξει τις φωνητικές και τις υποκριτικές της δυνατότητες. Η φωνή του Καβαραντόσσι ακούγεται δυνατά στο «Vittoria! Vittoria!» κατακλύζοντας με συγκίνηση το κοινό του ανοιχτού θεάτρου, αφού παρά τη μη χρήση μικροφώνων οι φωνές των συντελεστών καλύπτονται σε λίγες μόνο στιγμές από την Ορχήστρα της ΕΛΣ. Η κα. Θεοδοσίου ξεκινά να τραγουδά την πιο γνωστή γυναικεία άρια του έργου («Vissi d’ arte») λουσμένη από ιδανικό φωτισμό, καθισμένη πάνω σε ένα χαλί, προσφέροντας μία εσωτερική ερμηνεία. Αναδεικνύεται η φωνή της στο «Con man furtive» και παρουσιάζει ένα δικό της τραγούδισμα στο «siniore».

Με τη φράση του Σκάρπια «Civitavecchia?» παίρνει μορφή το σχέδιο της απελπισμένης γυναίκας. Το τρίτο της «Muori!» συγκλονίζει και η πράξη του δράματος κλείνει με την τοποθέτηση από τη σοπράνο ενός σταυρού στο στέρνο του πτώματος, εκεί που συνήθως η Τόσκα σε άλλες παραγωγές τοποθετούσε και δύο κεριά, ένα δεξιά και ένα αριστερά του κεφαλιού του Σκάρπια.

Η Γ’ πράξη ξεκινά με την άρια «Io de’ sospiri» ενός βοσκού, που ερμηνεύει ιδανικά από τα παρασκήνια η υψίφωνος κα. Χριστίνα Ασημακοπούλου.

Ο Εσταυρωμένος βρίσκεται πια ξαπλωμένος ανάσκελα επί σκηνής. Σα να περιμένει κάποιον που πέρασε ανάλογα πάθη να πεθάνει δίπλα του στην ίδια στάση. Σε αυτή την τελευταία πράξη ο σκηνοθέτης ντύνει την Τόσκα με μία μωβ τουαλέτα, μαύρα υποδήματα και μαργαριτάρια στα μαλλιά. Στην κορυφαία άρια του Καβαραντόσι «E lucevan le stele» ο κ. Αρόνικα επιβεβαίωσε την εμπειρία του. Η κα. Θεοδοσίου σε ανατριχιάζει όταν τραγουδά «…io quella lama gli piantai nel cor.». Ο θρίαμβος ολοκληρώνεται με την τελική φράση «O Scarpia, Avanti a Dio!».

Σπολέττα: ο τενόρος κ. Χαράλαμπος Αλεξανδρόπουλος. Σαρρόνε: ο βαρύτονος κ. Βαγγέλης Μανιάτης. Δεσμοφύλακας: ο βαθύφωνος κ. Χρήστος Αμβράζης, όπως και στην παραγωγή της ΕΛΣ του 2004 (με πρωταγωνίστρια την κα. Μαρία Κατσούρα). Συμμετείχαν: η Ορχήστρα, η Χορωδία (σε διεύθυνση του κου. Αγαθάγγελου Γεωργακάτου) και η Παιδική Χορωδία της ΕΛΣ στο πλαίσιο της εκπαιδευτικής αποστολής της (σε διεύθυνση της κας. Μάτας Κατσούλη). Φωτισμοί: ο κ. Βινίτσιο Κέλι. Αναβίωση σκηνοθεσίας: η κα. Κατερίνα Πετσατώδη (Αναπληρώτρια Διευθύντρια Σκηνής της ΕΛΣ).

«ΤΟΣΚΑ» (1900)

ΟΠΕΡΑ σε τρεις πράξεις του Τζάκομο Πουτσίνι, σε ποιητικό κείμενο των Λουίτζι Ίλικα και Τζουζέππε Τζακόζα, εμπνευσμένο από το θεατρικό έργο «La Tosca» (1887) του Γάλλου Βικτοριέν Σαρντού.

Ωδείο Ηρώδου Αττικού.

Στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών

About Κωστής Δ. Μπίτσιος

Ο Κωστής Δ. Μπίτσιος είναι δικηγόρος. Σπούδασε Νομικά και Δημοσιογραφία. Είναι τακτικό μέλος της Ένωσης Ελλήνων Θεατρικών και Μουσικών Κριτικών. Γράφει για θέατρο, χορό, όπερα και μουσική στο www.critics-point.gr και για κινηματογράφο, τηλεόραση και μουσική στο www.apotis4stis5.com