• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • Γ. Κουρουποῦ: Πυλάδης & Ἰοκάστη: λυρικοὶ Κοχινούρ, ἐναύσματα πυρίνων ἐρωτημάτων.

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (117)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

ΡΟΣΣΙΝΙ ΤΗΣ ΓΑΣΤΡΙΜΑΡΓΙΑΣ ΣΤΟ ΜΕΓΑΡΟ ΜΟΥΣΙΚΗΣ

του Κυριάκου Π. Λουκάκου

 

alberto-zedda-696x387-1Στις λίγες εβδομάδες που μεσολάβησαν από τη σχολιαζόμενη σήμερα Βραδιά Ροσσίνι, η ανακτημένη επικράτεια επιρροής του παράξενου αυτού συνθέτη κατέγραψε μιαν ιστορική απώλεια. Ο λόγος για τον Alberto Zedda, ενδεχομένως όχι επαρκώς προβεβλημένο, αλλά πάντως κομβικό για τη λεγόμενη «Ροσσίνεια Αναγέννηση» των τελευταίων 5 δεκαετιών. Μαθητής του Αντονίνο Βόττο και του Κάρλο Μαρία Τζουλίνι, ο Μιλανέζος αρχιμουσικός και μουσικολόγος (1928 – 2017) εισήγαγε κυριολεκτική επανάσταση σε σχέση με τον επιφανειακό και επιπόλαιο τρόπο αντιμετώπισης του συνθέτη από το Πέζαρο. Σχεδόν μοιραία ο Τζέντα αποτέλεσε τον καταλύτη σε ένα ερμηνευτικό ζητούμενο της εποχής του, αφού το ντεμπούτο του ως αρχιμουσικού, στη γενέτειρά του με τον «Κουρέα της Σεβίλλης», συμπίπτει με το έτος 1956, χρονιά μιας μοναδικά αποτυχημένης αναβίωσης της ίδιας αυτής όπερας στη Σκάλα, και αυτό παρά την παρουσία του προμνησθέντος Τζουλίνι στο πόντιουμ και του μυθικού συνδυασμού Μαρία Κάλλας και Τίτο Γκόμπι επί σκηνής.

Η επιρροή του Τζέντα ως μουσικολόγου προσανατολισμένου στο παλκοσένικο και όχι στην αίθουσα διδασκαλίας οδήγησε -μέσω «Κουρέα», την πρώτη κριτική έκδοση του οποίου παρεμπιπτόντως τού είχε παραγγείλει ο Κλάουντιο Αμπάντο για τη Σκάλα- σε ριζική επανεκτίμηση ενός ολόκληρου ρεπερτορίου, που περιλάμβανε τόσο την ερμηνευτική αναθεώρηση του περισσότερο ανθεκτικού στο χρόνο Rossini comico όσο και, προεχόντως, την κυριολεκτική επανανακάλυψη του μέχρι τότε περίπου ενταφιασμένου Rossini serio. Συνιδρυτής, μαζί με τον Gianfranco Mariotti, του «Φεστιβάλ Ροσσίνι» στο Πέζαρο και μέλος της «τρόικας» του «Ιδρύματος Ροσσίνι», ο Τζέντα αναπαλαιώνει αποκαλυπτικά τα θαμμένα κάτω από φαιές συμβάσεις αριστουργήματα της σοβαρής και ιλαρής μούσας, επισημαίνει τη σημασία της παρτιτούρας ως σημείου ερμηνευτικής αφετηρίας τους και, μόλις λίγες ημέρες πριν τον θάνατό του (6/03/2017), στη δεύτερη πατρίδα του, το Πέζαρο, καλεί τους μαέστρους να βασίζουν τη διδασκαλία τους πρωτίστως στις φωνές. Η αναβίωση, στο Φεστιβάλ του 1984,  του -θεωρούμενου χαμένου έως τότε- ευκαιριακού αριστουργήματος «Το ταξίδι στη Ρενς» υπογράμμισε αυτό το ζητούμενο και σηματοδότησε με τρόπο κραυγαλέο την raison d’être για μιαν «Accademia Rossiniana» παραγωγής και εξαγωγής νέων τραγουδιστών, πρέσβεων της μουσικολογικής και παραστατικής ορθότητας ανά την υφήλιο. Εν κατακλείδι αποτελεί σε μεγάλο βαθμό δική του επιτυχία το γεγονός ότι το «Ίδρυμα», η «Ακαδημία» και το «Φεστιβάλ Ροσσίνι» έχουν εξελιχθεί στους πλέον ανεγνωρισμένους διεθνείς θεσμούς του είδους στην Ιταλία.

rossini-anzianoΗ σχέση του Ροσσίνι με τη γαστριμαργία είναι επαρκώς γνωστή, εκείνη δε της Μουσικής εν γένει με τη μαγειρική έχει αποτελέσει, σποραδικά και με κυμαινόμενο βαθμό ευστοχίας,  βασικό ποσοστιαίο μέρος τής χρήσης τής «Αίθουσας Συμποσίων» στο νέο κτήριο του Μεγάρου (αν και ο ίδιος ο ΟΜΜΑ μοιάζει να «κρύβεται» πίσω την περιορισμένα κατανοητή ξένη λέξη Banquet). Όπως κι αν έχει το πράγμα, στις 18 Φεβρουαρίου υπήρξαμε και εμείς συνδαιτημόνες του «ROSSINI … σε δείπνο», ίσως στην εκδήλωση που, από όσες έχουμε παρακολουθήσει μέχρι σήμερα στο χώρο αυτό, παρουσίαζε τη μεγαλύτερη συναρμογή ταυτόχρονης ανάλωσης πνευματικής και κυριολεκτικής «τροφής».

Αξιοποιώντας ως αφετηρία τον 4ο  τόμο, για πιάνο σόλο και υπό τον συλλογικό τίτλο «Quatre Hors d’Oeuvres, Quatre Mendiants», από τους συνολικά 14 της ετερόκλητης συλλογής έργων του Ροσσίνι «Péchés de vieillesse» (Αμαρτήματα των γηρατειών), ο σεφ Γιάννης Στανίτσας και ο οινοχόος Πολ Εμμανουηλίδης επιδόθηκαν σε μικρής ποσοτικής κλίμακας ασκήσεις τολμηρών συνδυασμών υλικών και γεύσεων με τερψιλαρύγγια είδη ζύθων ελληνικής παρασκευής μεν, αλλά διεθνούς ποιότητας.

Έχοντας εξοικειώσει τους αναγνώστες μας με -φευ κύκνεια- επιτεύγματα του Αλμπέρτο Τζέντα στο Πέζαρο, αφεθήκαμε απερίσπαστοι, αλλά και συνεχώς εκπλησσόμενοι, στην ηδονή μιας μουσικής δυσχερώς εικαζόμενης πατρότητας -σε πλαίσιο φανταστικής «τυφλής ακρόασης»-. Μιας μουσικής γόνιμης, ευρηματικής, με ευφάνταστη αφομοίωση επιρροών, με διάχυτο χιούμορ και με δεδομένα γραφής διόλου προφανή για την παραδοσιακή πρόσληψη του συγκεκριμένου συνθέτη. Όσο για τη φόρμα πιανιστικής μινιατούρας των έργων αυτών δεν θεωρούμε υπερβολή την εκτίμηση ότι προαναγγέλλει αρκετά μεταγενέστερες συνθέσεις ενός Ερίκ Σατί, ενώ παρουσιάζει τον αποσυρμένο από τη σκηνή Ροσσίνι να διατηρεί ενημέρωση για επίκαιρα ρεύματα της μούσας του. Είμαστε βέβαιοι ότι οι «εύγευστες» αναγνώσεις των «ορεκτικών» και λοιπών μουσικών «εδεσμάτων» από τους πιανίστες Beata Pincetic και Χρήστο Σακελλαρίδη θα ικανοποιούσαν τον bon vivant δημιουργό. Εκείνον που  διακήρυξε χωρίς συμπλέγματα ότι «το στομάχι είναι ο μαέστρος που διευθύνει τη μεγάλη ορχήστρα των παθών μας». Θα τολμούσε κάποιος να τον διαψεύσει;

 

Αναδημοσίευση από ΑΥΓΗ της Κυριακής 26.03.2017

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.