• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • Four No Reason. Μία ιδιαίτερη χορευτική συνάντηση με τον Magritte

    Four No Reason. Μία ιδιαίτερη χορευτική συνάντηση με τον Magritte

    Le Surréalisme, c’est la connaissance immediate du réel (René Magritte). Η συμβολή του εμβληματικού Βέλγου ζωγράφου René Magritte (1898-1967) στη διαμόρφωση της τέχνης του 20ου αιώνα είναι ιδιαίτερα σημαντική

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2021 (8)
    • 2020 (33)
    • 2019 (123)
    • 2018 (117)
    • 2017 (98)
    • 2016 (97)
    • 2015 (78)
    • 2014 (111)
    • 2013 (85)
    • 2012 (37)
  • Σύνδεσμοι

Ραδιοφωνικό Θέατρο – Όταν η σκηνή παρασύρεται από τα ραδιοκύματα…

 

Η αξέχαστη ηθοποιός Κατίνα Παξινού (1900-1973).

 

O Ρωμαίος δραματουργός Seneca θεωρείται πρόδρομος του «ραδιοφωνικού θεάτρου», καθώς τα έργα του παρουσιάζονταν από ηθοποιούς, οι οποίοι τα ανεγίγνωσκαν ως ηχητικά δράματα και όχι ως έργα με σκηνική δράση.

Θα έπρεπε να περάσουν αιώνες από τότε μέχρι την τεχνολογική έκρηξη του 20ου αιώνα που ιχνηλάτησε και αναπαρήγε με ξεχωριστή ομορφιά και πιστότητα εκείνη την πρώτη σκέψη του μεγάλου Σενέκα διαδίδοντας, ραδιοφωνικά πλέον, το ερωτικό σκίρτιμα που προκαλεί το άνοιγμα της αυλαίας.

Alea jacta est

Και μετά τον Σενέκα…;

Ραδιοφωνικό θέατρο! Το ραδιοφωνικό θέατρο συνιστά μια δραματική παράσταση, αμιγώς ακουστική. Ενδεχομένως η αντίληψη ενός θεάτρου χωρίς σκηνική δράση και σκηνοθετικές επεμβάσεις σχετικές με το οράν να είναι ασύμβατη με την αριστοτελική αντίληψη περί θεάτρου, καθώς εκλείπει η όψις·  ωστόσο, πάντα σύμφωνα με την Ποιητική, η όψις, ως στοιχείο ατεχνότατον,  δεν ανάγεται στην πνευματική δημιουργικότητα του ποιητή, καθώς εκείνος θεωρείται ποιητής μύθων που ερωτοτροπούν με τη διάνοια.

Ως εκ τούτου, το δράμα σύμφωνα με την Ποιητική δεν απαιτεί σκηνική αναπαράσταση, καθώς μέσω της ανάγνωσης, και μόνο, συντελείται ο σκοπός του δράματος, η πρόκληση της οἰκείας ἡδονῆς, η οποία και συνδέεται με την αξία του ίδιου του έργου· ωστόσο, η όψις, πέραν του γεγονότος ότι συνιστά έργο των ηθοποιών και του σκηνοθέτη, σύμφωνα με τον Αριστοτέλη, επηρεάζει το κοινό και του προκαλεί ευχαρίστηση.

Συνεπώς, εκτός του μύθου, της διάνοιας, της λέξεως και του μέλους, υπάρχει και το ήθος που ολοκληρώνει την αίσθηση του δράματος, καθιστώντας το ακουστικό, ραδιοφωνικό καλύτερα, δράμα, ένα βαθύ βιωματικό ταξίδι προς τη μέθεξη. Ως εκ τούτου, αναπόσπαστο τμήμα του ραδιοφωνικού δράματος συνιστά ο λόγος, ο διάλογος, η μουσική, ο ήχος και οι ηχητικές παρεμβάσεις, παράγοντες που γεννούν μέσα στη φαντασία του ακροατή τη δράση, τον μύθο, τη διάνοια και, εν τέλει, την απόλαυση.

Το ραδιοφωνικό δράμα, στον πολύ μακρινό απόηχο της Ποιητικής και του ακουστικού δράματος του Σενέκα, έχει τις απαρχές του στη δεκαετία του 1880 όταν ο Γάλλος εφευρέτης και μηχανικός Clément Ader  επινοεί, το 1881, το Théâtrophone (θεατρόφωνο)· η εφεύρεση αυτή δημιουργεί τη δυνατότητα στερεοφωνικής μετάδοσης παραστάσεων, κυρίως όπερας, δια τηλεφώνου σε απόσταση μεγαλύτερη των 3 χιλιομέτρων.

Τη δεκαετία του 1920 εντοπίζονται στις Η.Π.Α. οι απαρχές του αγγλικού ραδιοφωνικού δράματος, ενώ παράλληλα παρουσιάζονται σε ραδιοφωνικούς σταθμούς της Αμερικής όπερες, ολόκληρες μουσικές κωμωδίες του Μπρόντγουεϊ και τον Αύγουστο του 1922, το ραδιοφωνικό θέατρο εντάσσεται ενεργά στο εβδομαδιαίο πρόγραμμα με πλήρη θεατρικά έργα και χρήση μουσικής, ηχητικών εφέ και τη σύμπραξη του λαμπρού casting της εποχής.

Η καινοτομική αυτή ραδιοφωνική δράση εμπλουτίζεται όταν ο Wyllis Cooper δημιουργεί στα μέσα του 1930 το Lights Out, σειρά από ιστορίες τρόμου, καλογραμμένες και ευφυείς στη σύλληψη τους· η σειρά αυτή υπήρξε πρωτοπόρα στη χρήση διαφόρων τεχνικών, όπως πρωτοπρόσωπες αφηγήσεις από πολλαπλούς χαρακτήρες, συνειδησιακοί μονόλογοι αλλά και καταγραφή της συνείδησης ενός διπρόσωπου χαρακτήρα με εναλλαγές εσωτερικών μονολόγων και προφορικού λόγου.

Στη Βρετανία, κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930, το BBC προτίμησε μια πιο ελιτίστικη προοπτική με έργα Shakespeare, αρχαίου δράματος και σημαντικών δραματουργών,  όπως Chekhov, Ibsen, Strindberg κ.α. Παράλληλα,  δραματοποιούνταν διηγήματα και μυθιστορήματα και παρουσιάζονταν σύγχρονοι συγγραφείς και έργα, όπως μεταξύ άλλων το έμμετρο δράμα του T.S. Elliot Murder in the Cathedral το 1936.

Ως εκ τούτου, κατά τη δεκαετία του 1930  το BBC παρήγε διπλάσιο όγκο έργων σε σχέση με το West End του Λονδίνου, φτάνοντας τα 400 έργα ετησίως στα μέσα του 1940. Σταδιακά, οι παραγωγοί του ραδιοφωνικού δράματος, συνειδητοποίησαν ότι ενδεχομένως η διασκευή των θεατρικών έργων για το ραδιόφωνο είχε ορισμένες αδυναμίες, οπότε, οδηγήθηκαν στην προοπτική συγγραφής δραμάτων ειδικά για το ραδιόφωνο, καθώς δεν ήταν όλα τα έργα προσαρμόσιμα στη ραδιοφωνική δυναμική, όπως τα έργα του George Bernard Shaw που προσαρμόζονταν με μεγαλύτερη πιστότητα· ομολογουμένως η προοπτική αυτή έδινε άλλη διάσταση και διαφορετικό στίγμα στην εξέλιξη του ραδιοφώνου ως μέσου πολιτιστικής και πολιτισμικής δημιουργίας και διάδοσης, ενώ το διαχώριζε από την οπτική του ίδιου του θεάτρου. Παράλληλα,  σύμφωνα με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 14 Αυγούστου 1929 στο Listener, το λογοτεχνικό περιοδικό του BBC, το μέλλον βρίσκεται πλέον σε έργα που γράφονται για το μικρόφωνο των ραδιοφωνικών studios.

To ραδιοφωνικό δράμα του BBC ζει μεγάλες στιγμές τις δεκαετίες του 1950 και του 1960, καθώς μεγάλοι Βρετανοί δραματουργοί ξεκινούν τη συγγραφική τους πορεία στο BBC, όπως ο Caryl Churchill, ενώ ο Joe Orton μπαίνει ενεργα στον κόσμο του δράματος το 1963 με το ραδιοφωνικό έργο The Ruffian on the Stair, το οποίο μεταδόθηκε στις 31 Αυγούστου 1964. Ασφαλώς, εκείνη την περίοδο επικρατεί πολιτισμικός οργασμός στο ραδιοφωνικό θέατρο, καθώς δημιουργούνται διάσημα και σημαντικά έργα όπως μεταξύ άλλων το Under Milk Wood του Dylan Thomas (1954), το All That Fall του Samuel Beckett (1957), το A Slight Ache του Harold Pinter (1959) και το A Man for All Seasons του Robert Bolt (1954), ενώ ο Beckett γράφει σειρά μικρών ραδιοφωνικών παραστάσεων στις δεκαετίες 1950 και 1960.

Ραδιοφωνικό δράμα και Ελληνική Ραδιοφωνία.

Το ραδιόφωνο στην Ελλάδα εμφανίστηκε πειραματικά τη δεκαετία του 1920 με τη συμμετοχή ιδιωτικών και δημοσίων φορέων, ωστόσο οι προσπάθειες ευόδωσαν αρκετά αργότερα· ο Ραδιοφωνικός Σταθμός Αθηνών (Ρ.Σ.Α.) ως επίσημος φορέας γεννήθηκε στις 25 Μαρτίου 1938 στα υπόγεια του Ζαππείου επί καθεστώτος Μεταξά, ενώ στις 21 Μαΐου της ίδιας χρονιάς το πρόγραμμα τέθηκε σε κανονική λειτουργία με πρώτη εκφωνήτρια την Αφροδίτη Λαουτάρη.  Το ηχητικό σήμα του σταθμού, ο γνωστός Τσοπανάκος,  επιβιώνει έως σήμερα ως μια ηχητική εικόνα γεμάτη πλούσιες και περίπλοκες προσωπικές και πολιτικές μνήμες που δύσκολα ξεμπερδεύονται.

Το θέατρο εντάχθηκε στο ραδιοφωνικό πρόγραμμα άμεσα, έναν μήνα κιόλας μετά την ίδρυση του σταθμού· τον Ιούνιο του 1938 ο Ρ.Σ.Α. ξεκίνησε να μεταδίδει θεατρικά σκετσάκια· η πρώτη θεατρική παράσταση που μεταδίδεται μέσω των ερτζιανών είναι ο Βασιλικός του Αντώνη Μάτεση  το 1940. Ωστόσο, τα πρώτα θεατρικά τεκμήρια που έχουν σωθεί χρονολογούνται από τα μέσα περίπου του 1950.

Έκτοτε οι θεατρόφιλοι, και όχι μόνο, έχουν τη δυνατότητα για περισσότερες από τρεις δεκαετίες να «παρακολουθήσουν» θεατρικά δράματα και να έρθουν σε επαφή με σημαντικά έργα Ελλήνων και ξένων δραματουργών. Πράγματι, τα ραδιοκύματα γεφυρώνουν την απόσταση μεταξύ θεατρικής σκηνής και κοινού, εισάγοντας, κυριολεκτικά, το άνοιγμα της αυλαίας σε κάθε σπίτι, το οποίο είτε για λόγους οικονομικούς, είτε για λόγους περιορισμένου χρόνου, ή μεγάλης απόστασης δεν είχε τη δυνατότητα να παρακολουθήσει δια ζώσης παραστάσεις στον φυσικό τους χώρο.

Ως εκ τούτου, ραδιόφωνο και θέατρο στην Ελλάδα ήταν έννοιες στενά συνυφασμένες, καθιστώντας το ραδιόφωνο ένα εξαιρετικό όχημα πολιτισμού, καθώς η παραγωγή ενός ραδιοφωνικού δράματος ήταν μια διαδικασία σαφώς απλούστερη, αλλά όχι απλοϊκή, σε σχέση με μια θεατρική παραγωγή· παράλληλα, λόγω φύσης, το θεατρικό έργο, ως πολιτισμικό ενέργημα, κάλλιστα διαδιδόταν σε μεγαλύτερο εύρος ακροατηρίου, καταργώντας επίσης τα σύνορα μεταξύ περιοχών, κοινωνικών τάξεων και πολιτισμικών επιπέδων, προβάλλοντας περίτρανα τον εκδημοκρατισμό του θεατρικού γεγονότος.

Το ελληνικό ακροατήριο, στις δεκαετίες που προαναφέρθηκαν, ανοίγει πλέον το σαλόνι, την κουζίνα, την κρεβατοκάμαρα, κάθε γωνιά του σπιτιού του, σε πλήθος καταξιωμένους σκηνοθέτες και σπουδαίους, αγαπημένους ηθοποιούς, Παξινού, Αρώνη, Χορν, Μινωτής, Καρέζη, Συνοδινού, Λαμπέτη· ακροατές σε όλα τα μήκη και πλάτη της Ελληνικής Επικράτειας που διαθέτουν τα τεχνικά μέσα, ταυτίζονται με τη θλίψη της δόνας Ροζίτας και την παραφροσύνη της Μπλάνς, εξοργίζονται με την αλλαζονία του Κρέοντα και ζουν παθιασμένα το μαγικό βίωμα της μέθεξης.

Μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια η ευφυΐα, η αγάπη, η δημιουργικότητα και ο ηρωισμός των ανθρώπων που ασχολούνται με το ραδιοφωνικό δράμα κατέστησαν το είδος αυτό ένα ιδιαίτερο πολιτισμικό και πολυμορφικό γεγονός, που τυλίγεται – αρχικά –  στις μπομπίνες του ραδιοφωνικού αρχείου. Οι μορφές που παρουσιάστηκαν αφορούσαν μονόπρακτα και πολύπρακτα έργα, ενίοτε γραμμένα αποκλειστικά για το ραδιόφωνο, αυτοτελή και σε συνέχειες, μουσικές κωμωδίες, επιθεωρήσεις και έργα που μεταδίδονται μετά από ζωντανή ηχογράφηση, οπερέτες με συνεργασία της Συμφωνικής Ορχήστρας της Ραδιοφωνίας, όπερες μετά από συνεργασία της Ε.Ρ.Τ. με την EBU, ραδιοχρονικά (docudrama), δηλαδή δραματοποιημένα ντοκυμαντέρ για λόγους επιμόρφωσης,  που πάντοτε υπήρξε στόχος της δημόσιας ραδιοφωνίας, αφιερώματα σε θεατρικές παραστάσεις, αναγνώσεις και θεατρικές διασκευές μυθιστορημάτων και κινηματογραφικών έργων, ζωντανές μεταδόσεις σημαντικών παραστάσεων.

Σε τεχνικό επίπεδο οι άνθρωποι του ραδιοφώνου δημιουργούσαν τα δικά τους θαύματα, ειδικά σε περιπτώσεις εξωτερικών μεταδόσεων, ή όταν το έργο ήταν απαιτητικό σε ηχητικά εφέ· αυτό αφορούσε κυρίως τα αστυνομικά, ή τα πολυπρόσωπα έργα, όπου θα έπρεπε να γίνεται αντιληπτός ο ηχητικός/ακουστικός διαχωρισμός των ατόμων προς διευκόλυνση των ακροατών και της οικονομίας του έργου – σε εποχές όπου τα τεχνικά μέσα παρείχαν ελάχιστες και περιορισμένες δυνατότητες.

Ως εκ τούτου, ο ακροατής, μέσα από την ακρόαση του ραδιοφωνικού δράματος ενεργοποιούσε – και με την αρωγή των τεχνικών μέσων – την φαντασία του, στήνοντας μέσα του μια παράσταση ολόκληρη· η επιβλητική, σαν από βελούδο, φωνή του εκάστοτε παρουσιαστή, σε συνδυασμό με το βαρύγδουπο “gong” σηματοδοτούσε το άνοιγμα της αυλαίας.

Εκείνη τη γοητευτική στιγμή, ο ακροατής «έβλεπε» το σκηνικό, ζωγράφιζε μέσα του τα πρόσωπα των χαρακτήρων δίνοντάς τους σάρκα και όστα από το δικό του απόθεμα ύπαρξης, σχεδίαζε τα κοστούμια, βίωνε τα συναισθήματα και έπαιρνε τις εκφράσεις των ηρώων του, κόβοντας τους δεσμούς με τις συμβάσεις, αναπνέοντας μια άλλη ζωή που μπερδευόταν ερωτικά με τη δική του σε μια μαγική σχέση αλληλεξάρτησης και αυτεπίγνωσης, μια άλλη ζωή που βούλιαζε μεθυστικά στα ραδιοκύματα και διαρκούσε μέχρι το άκουσμα του δεύτερου “gong”.

Όλα αυτά τα 82 χρόνια της ύπαρξής του στο ελληνικό ραδιόφωνο, το ραδιοφωνικό δράμα, επεκτείνοντας ευρέως την συνειδησιακή, και όχι μόνο, λειτουργία της θεατρικής τέχνης δημιούργησε μια στενή, αδιάλειπτη σχέση ταύτισης· αναδύθηκε έτσι μια σχέση ερωτική και σαγηνευτική με το ακροατήριο, διαμορφώνοντας φαντασίες, αγάπες και πάθη λούζοντας στο φως τις μύχιες επιθυμίες και τους φόβους τού βαθιά και καλά κρυμμένου μας είναι.

Τώρα, αυτή την περίοδο, με τον εγκλεισμό και τον περιορισμό του πολιτισμικού γεγονότος, είναι μεγαλυτερη η ανάγκη επαφής με την τέχνη, οπότε το ραδιόφωνο, το ραδιοφωνικό θέατρο συγκεκριμένα, με αρωγό την τεχνολογική εξέλιξη καθίσταται πανταχού παρόν. Αν είναι κάτι που μας δίδαξε η περιπέτεια με την πανδημία είναι κατ΄αρχάς η κατάρρευση του μύθου του υπερανθρώπου, εκείνου του αλλαζονικού όντος που νομίζει ότι μπορεί να κοροϊδέψει και να μεταθέσει τη θνητότητά του.

Ωστόσο, αυτός ο εγκλεισμός ενδεχομένως να συνιστά συμβολικά κι έναν προσωπικό και συνειδητό εγκλεισμό, σαν έναν δίαυλο προσωπικής περισυλλογής, μια ανάσα αυτεπίγνωσης που οδηγεί τον άνθρωπο σε άλλα μονοπάτια· είναι η στιγμή που το είναι μας συνειδητοποιεί πράγματι μια διαφορετική παντοδυναμία, αυτή της ανεξέλεγκτης, ασυγκράτητης τάσης του ανθρώπου να σχετίζεται παντοιοτρόπως, ακόμη και μετά θάνατον μέσω της αθανασίας που μπολιάζεται στο έτερο είναι με τα έργα μας, καθώς συνεχίζουμε να σχετιζόμαστε και να ζούμε στις μνήμες των άλλων.

Η αγάπη για την τέχνη δημιουργεί την ανάγκη αναβίωσης θεατρικών στιγμών που έχουν χαραχτεί στην αιωνιότητα μέσω της μπομπίνας – κάποτε – και άλλων σύγχρονων πλέον τεχνικών μέσων. Το ραδιοφωνικό δράμα βρίσκεται πλέον παντού, έτοιμο να μας συνεπάρει και να μας καταπλήξει˙ ως εκ τούτου, στην προοπτική αυτή η ιστοσελίδα CriticsPoint παρουσιάζει και προτείνει έργα ραδιοφωνικού δράματος δημιουργώντας θεατρικά βιώματα που μας παρασύρουν στα δικά τους ραδιοκύματα ζωής.

About Λία Τσεκούρα

Η Λία Τσεκούρα είναι Κριτικός Θέατρου, Γ.Γ. του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, Καθηγήτρια Ανώτερων Θεωρητικών και Πιάνου.