• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • ΕΛΣ: Μαγικὸς Αὐλὸς κατὰ Ἀρνὼ Μπερνάρ.

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2017 (134)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

Πήτερ Βισπλβέυ & Μαξ Εμμάνυελ Τσεντσιτς: Παλιά μουσική σε νέους χώρους

Τίποτε δεν προσιδιάζει περισσότερο στην ηχητική αίσθηση των χριστουγεννιάτικων ημερών από τη λεγόμενη παλιά ή –με δόση μουσικολογικού σολοικισμού- προκλασσική μουσική. Γιατί είναι αλήθεια ότι ο εορτασμός της γέννησης του Θεανθρώπου ενσάρκωνε ανέκαθεν στη χώρα μας τον εορτολογικό θρίαμβο του κεντροευρωπαϊκού προσανατολισμού της, μακριά από τις παραδοσιακές επιρροές της καθ’ ημάς Ανατολής.

Max Emanuel Cencic

Στις 5 του περασμένου Νοεμβρίου ο διεθνούς φήμης βιολοντσελίστας Pieter Wispelwey  ερμήνευσε,σε 2 αλλεπάλληλες συναυλίες (18.30 και 20.30), το σύνολο των 6 έργων για το όργανό του, τα οποία ο Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ έχει χαρακτηρίσει ως σουίτες. Όπως σε άλλες περιπτώσεις της μουσικής δημιουργίας του «ωκεάνιου» Ρύακα (ας θυμήσουμε εδώ ότι Μπαχ στα γερμανικά σημαίνει ρυάκι), η φορμαλιστική επικάλυψη αποδεικνύεται παραπλανητική: οι 6 σουίτες για σόλο τσέλο (ίσως 1717 – 1723, αρ. καταλόγου έργων Μπαχ [BWV] 1007-1012), που ο Βίσπελβέϋ μας χάρισε μονογραφικά στη σαββατιάτικη ραστώνη, κάθε άλλο παρά συνιστούν διαδοχή χορευτικών κινήσεων της εποχής. Και η συνολική παρουσίασή τους στην  ακουστική θαλπωρή της αίθουσας «Δημήτρης Μητρόπουλος» επέτεινε τη μυσταγωγική προδιάθεση ενός αθρόου κοινού που συνέργησε στη μουσική τελετουργία κυριολεκτικά κρατώντας την αναπνοή του. Και πώς θα ήταν δυνατόν να είναι διαφορετικά, αφού η συμπερίληψη όλων σε ενιαία συναυλιακή ροή αποτελεί για κάθε σημαντικό τσελίστα επιστέγασμα τεχνικής και ερμηνευτικής επίδοσης και –συνάμα- συναρπαστικό ταξίδι ενορατικής αυτογνωσίας σε υπερχρονικές και υπερκόσμιες αλλά πάντοτε κοσμολογικές αλήθειες.

Τις 3 πρώτες σουίτες, που παρακολουθήσαμε χωρίς παρεμβολή διαλείμματος, αντιμετώπισε ο Ολλανδός μουσικός με παίξιμο λιτό, ρυθμικά πειθαρχημένο, χωρίς ρομαντικά portamenti, με βαθιά ενσυναίσθηση της συνολικής και εντός των έργων αρχιτεκτονικής εποπτείας, καταδεικνύοντας την διανοητική πυκνότητα που τα χαρακτηρίζει, σε πείσμα των απατηλών αγωγικών τους ενδείξεων.  Και αυτό χωρίς από την ανάγνωση να απουσιάζει η κομψότητα, η χάρη, αλλά και το χιούμορ ή το χαμόγελο (πρβλ. αντί άλλων την Allemande της 3ης σουίτας). Με 2 λόγια, η μουσική, ανενόχλητη τόσο από ανιστόρητες φορτώσεις και αλλοιώσεις όσο και από ιστορίζουσες υστερίες, αφέθηκε να επιτύχει όλο τον αθροιστικό της αντίκτυπο, αποδεικνύοντας ώριμη πρόσληψη της αυθεντικής ερμηνευτικής πρακτικής από τον σολίστ. Και συντηρούμε τη βεβαιότητα ότι η μονομικροφωνική εγγραφή των συναυλιών του Μεγάρου Μουσικής θα αποτελεί κορυφαία ηχητική μαρτυρία της ιστορίας του Χώρου σε δεκαετίες που θα ακολουθήσουν.

Δεν γνωρίζουμε αν ηχογραφούνται οι συναυλίες της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση (το ελπίζουμε!), αλλά το βέβαιο είναι ότι η πολυαναμενόμενη εμφάνιση εκεί (Κυριακή 6 Νοεμβρίου) του κόντρα τενόρου Max Emanuel Cenčić (γεν. Ζάγκρεμπ 1976) δεν ανταποκρίθηκε στις υψηλές προσδοκίες μας, τόσο σε καθαρά φωνητικό πλαίσιο όσο και σε σχέση με την απόδοση της «Καμεράτα» ως σχηματισμού που διεκδικεί την ερμηνευτική πρακτική εποχής υπό την μουσική διεύθυνση του δραστήριου και διεθνώς ανερχόμενου κυμβαλιστή και αρχιμουσικού Γιώργου Πέτρου. Μάλλον ατυχής υπήρξε, εξάλλου,  ο αυστηρός προγραμματικός χωρισμός ανάμεσα σε άριες του Γκέοργκ Φρήντριχ Χαίντελ και οργανικές συνθέσεις του Αντόνιο Βιβάλντι, ενώ η  Καμεράτα εμφανίσθηκε ελλιπώς προετοιμασμένη, με τονικές ανακρίβειες, όπως π.χ. στο κοντσέρτο για τσέλο και φαγκότο RV 409. Και βέβαια η αξιοποίηση από το Συγκρότημα αντιγράφων παλαιών οργάνων δεν διασφαλίζει άνευ ετέρου –είτε γενικώς είτε για τη συγκεκριμένη βραδιά- την κατάθεση συγκεκριμένου στίγματος σχετικά με το καυτό ζήτημα της αυθεντικής Aufführungspraxis.

Wispelwey Pieter

Φήμες κυκλοφόρησαν ότι ο εκ Κροατίας ορμώμενος κόντρα τενόρος, παρεμπιπτόντως με παιδιόθεν πλούσια εμπειρία ως αγόρι – υψίφωνος,  έφθασε στην Αθήνα με την επιβάρυνση κρυολογήματος. Δεν υπήρξε σχετική ανακοίνωση, αλλά ο αρχιμουσικός ανακοίνωσε από το πόντιουμ μετατροπές του ανακοινωμένου προγράμματος του καλλιτέχνη που ίσως δεν στερούνται σημασίας. Σε κάθε περίπτωση, η στοχαστική εισαγωγική άρια από τον «Ταμερλάνο» (αρ. κατ. έργων Χαίντελ [HWV] 18, σύνθεση Ιούλιος 1719, α’ παράσταση: Λονδίνο, King’s Theatre, 31/10/1724) αποκάλυψε μια πραγματικά όμορφη και ισορροπημένη φωνή, χωρίς αιχμηρότητες μέχρι ένα κάποιο ύψος εκφοράς, αλλά με τάσεις απώλειας εστίασης πάνω από αυτό και πάντως με την  ηχοχρωματική αγνότητα που προσιδιάζει στην ηρωική ευγένεια παρόμοιων χαρακτήρων και οπωσδήποτε δεν παραπέμπει σε ανδρόγυνες καρικατούρες. Στη δεύτερη και περισσότερο δεξιοτεχνική άρια ο Τσεντσίτς αντιμετώπισε αξιοπρεπώς αλλά χωρίς επαρκή ισχύ την περίτεχνη κολορατούρα (με πρόσθετα ποικίλματα στην επανάληψη του αρχικού μέρους της άριας). Τόσο εν προκειμένω, όμως, όσο και σε άλλες από τις κορυφαίες άριες που φιλοξενήθηκαν στο πρόγραμμα («Verdi prati» από την «Αλτσίνα» [HWV 34, Λονδίνο, Covent Garden Theatre 16/04/1735] ή «Aure, deh per pieta» από τον «Ιούλιο Καίσαρα» [HWV 17, Λονδίνο, King’s Theatre 20/02/1724]) το εκφραστικό εύρος της ερμηνείας παρέμεινε περιορισμένο, εξαντλούμενο σε ένα αξιοπρεπές μέσο επίπεδο, χωρίς τις εξάρσεις για τις οποίες βοούν τα αριστουργήματα αυτά της λυρικής τέχνης και, κυρίως, χωρίς τη δικαίωση του τόσο ιδιαίτερου χαιντελιανού πάθους της γραφής μέσα από το πάγωμα του χρόνου που επιτυγχάνουν τα μεγάλα λάργκο του. Ακόμη και το συγκλονιστικό «Cara sposa» από τον «Ρινάλντο» (HWV 7, Λονδίνο, Queen’s Theatre, 24/02/1711) λειτούργησε σε στεγνόφθαλμο πλαίσιο, με την ανεπιθύμητη ζωντάνια του εσωτερικού διαλόγου της ορχήστρας να υπονομεύει ψυχολογικά τη μεστή  ακινησία της μουσικής. Τι κρίμα…

Εφ. Η Αυγή

Κυ, 25 Δεκ 2011

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.