• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • Eμπνευσμένο βαγκνερικό φινάλε

    Eμπνευσμένο βαγκνερικό φινάλε

    Ο Richard Wagner συνθέτοντας τον κύκλο των τεσσάρων μουσικών δραμάτων με γενικό τίτλο Το Δαχτυλίδι του Niebelung (Der Ring des Nibelungen) έστησε ένα ανυπέρβλητο επικό ηχητικό μνημείο γεμάτο υπέροχη μουσική, άψογα σχεδιασμένους ήρωες και ποικίλα όσο και διαχρονικά σύμβολα. Το ποιητικό κείμενο του έργου (libretto) είναι γραμμένο από τον ίδιο και μοιάζει να είναι σήμερα περισσότερο παρά ποτέ επίκαιρο: η δίψα για απόλυτη εξουσία μέσω της απόκτησης ενός καταραμένου χρυσού δαχτυλιδιού οδηγεί στην καταστροφή

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2021 (8)
    • 2020 (33)
    • 2019 (123)
    • 2018 (117)
    • 2017 (98)
    • 2016 (97)
    • 2015 (78)
    • 2014 (111)
    • 2013 (85)
    • 2012 (37)
  • Σύνδεσμοι

Παγκόσμια Ημέρα Πιάνου 2021 – Ο πολυτελής διαδικτυακός πιανιστικός μαραθώνιος της Deutsche Grammophon, με τη συμμετοχή πλειάδας σύγχρονων πιανιστών διαφορετικών γενεών και τάσεων

Maria João Pires (φωτο: Harald Hoffmann).

Maria João Pires (φωτο: DG/ Harald Hoffmann).

H 28Η Μαρτίου έχει ορισθεί ως Παγκόσμια Ημέρα Πιάνου και η Deutsche Grammophon (DG), ιστορική δισκογραφική εταιρία, ναυαρχίδα των δισκογραφικών εταιριών κλασικής μουσικής  ιδρυμένη το 1898, τιμώντας τον εορτασμό πρότεινε ένα πιανιστικό Φεστιβάλ υψηλών προδιαγραφών, μόλις για δεύτερη φορά στην ιστορία της. Θα θυμίσουμε ότι το πρώτο Φεστιβάλ έλαβε χώρα πέρυσι, με τη συμμετοχή, κατά σειρά εμφάνισης, των Maria João Pires (γ. 1944), Víkingur Ólafsson (γ. 1984), Joep Beving (γ. 1976), Rudolf Buchbinder (γ. 1946),  SeongJin Cho (γ. 1994), Jan Lisiecki (γ. 1995), Kit Armstrong (γ. 1992), Simon Ghraichy (γ. 1985), Evgeny Kissin (1971) και Daniil Trifonov (γ. 1991).

Το φετινό Φεστιβάλ (28/3) άρχισε λίγο μετά από τις 16.00 ώρα Ελλάδος, είχε διάρκεια σχεδόν τριών ωρών (για την ακρίβεια, 2:47:04), έφερε τον γενικό τίτλο Εγκαταλελειμμένα Πιάνα (αγγλ. Abandoned Pianos), αντικατοπτρίζοντας την κατάσταση των οργάνων μέσα στις άδειες αίθουσες συναυλιών που στερούνται κοινού λόγω των διεθνών περιοριστικών υγειονομικών μέτρων, και μεταδόθηκε από το επίσημο κανάλι της DG στη διαδικτυακή πλατφόρμα YouTube. Συμμετείχαν επτά από τους καλλιτέχνες που είχαν λαμπρύνει και κατά την προηγούμενη χρονιά τη διοργάνωση, αλλά και πολλοί άλλοι που εμφανίζονταν για πρώτη φορά. Η συντριπτική πλειοψηφία των πιανιστών είτε διατηρεί σταθερή σχέση με τη γερμανική δισκογραφική, είτε σταδιακά αναπτύσσει μία με εκείνη (στη συνέχεια του παρόντος κριτικού σημειώματος, οι καλλιτέχνες, όπως και οι συνθέτες, των οποίων το πλήρες όνομα και η ημερομηνία γεννήσεως έχουν προαναφερθεί, θα αναφέρονται μόνον με το επίθετό τους).

Το πρόγραμμα περιέλαβε συνδυασμό έργων της μεγάλης κλασικής πιανιστικής φιλολογίας, με μουσική πρόσφατης παραγωγής.

Τη μετάδοση εγκαινίασε η διαπρεπής Πορτογαλίδα πιανίστα Pires αρχίζοντας με σύντομο χαιρετισμό (σχεδόν όλοι οι μουσικοί άνοιγαν με σύντομο λόγο), μέσα από τον οποίον ευχήθηκε μια καλύτερη χρονιά για όλους, με περισσότερη συμπόνια, φροντίδα και αλληλεγγύη, επίσης περισσότερο ενδιαφέρον για τον πλανήτη μας. Συνέχισε ξεδιπλώνοντας τη Σονάτα αρ. 12, σε φα  μείζονα, ΚV 332, του Wolfgang Amadeus Mozart (1756-1791), αγαπημένου της συνθέτη, τη μουσική του οποίου έχει ερμηνεύσει και ηχογραφήσει εκτενώς σε όλη τη διάρκεια της λαμπρής της σταδιοδρομίας. Η ανάγνωση που πρότεινε, βιντεοσκοπημένη στο Κέντρο Τεχνών στο Belgais της Πορτογαλίας (Belgais Center for Arts, Portugal), ξεδιπλώθηκε μέσα σε κλίμα απόλυτης μουσικότητας, κατανόησης και αγάπης για τον συνθέτη. Παίζοντας σε πιάνο Yamaha, έφερε στην επιφάνεια τα ποικίλα στοιχεία, τη μελαγχολία, αλλά και την έντονη ρητορικότητα του πρώτου μέρους, Allegro. Σχηματίζοντας τις φράσεις με προσοχή και εκλεπτυσμένο λυρισμό, με πεντακάθαρες και γεμάτες νόημα τρίλιες και περίσσεια προσοχή στον χρωματισμό των δυναμικών κατά τη διάρκεια των μετατροπιών, κέρδισε τον θαυμασμό μας και στο δεύτερο μέρος, Adagio: ναι, η γεύση που μας άφησε μετά το καταληκτικό μέτρο ήταν αυτή μίας de profundis προσωπικής εκμυστήρευσης. Στα δάχτυλά της το τρίτο και καταληκτικό μέρος του έργου, Allegro assai, κέρδισε σε ενέργεια (με πόσο νόημα και αναλυτική διαύγεια κυλούσαν από τα δάχτυλά της οι κλίμακες και οι αρπισμοί), φτεροπόδαρη σβελτάδα, δραματική ένταση και, κατά τα εμβόλιμα αργά passages, ώριμη αισθαντικότητα. Δίχως άλλο, η παρουσία και προπάντων η άφθαστη μοτσάρτια ερμηνεία της, αποτέλεσε το κορυφαίο γεγονός της μετάδοσης. Πραγματικό μάθημα για μουσικούς (προφανώς, όχι μόνον πιανίστες!) και ακροατές.

 

Yannick Nézet-Séguin (φωτο: Hans van der Woerd).

Yannick Nézet-Séguin (φωτο: DG/ Hans van der Woerd).

Στη συνέχεια, ο Καναδός μαέστρος και πιανίστας Yannick NézetSéguin (γ. 1975), μουσικός διευθυντής της Orchestre Métropolitain (Montréal), της Μητροπολιτικής Όπερας της Νέας Υόρκης (Metropolitan Opera) και της Ορχήστρας της Φιλαδέλφειας (Philadelphia Orchestra), απηύθυνε τον δικό του χαιρετισμό και ευχές, από το σαλόνι του σπιτιού του στο Montréal, υποστηρίζοντας πως ο εγκλεισμός τού έδωσε την ευκαιρία να βρει χρόνο μελέτης και να επανασυνδεθεί με το βασικό του όργανο, το πιάνο. Μάλιστα, ανακοίνωσε, ότι προετοιμάζει το πρώτο του album ως πιανίστας για την DG και η επιλογή του έργου που μας έπαιξε περιλαμβάνεται σε αυτό: ο λόγος για τη Moment Musical (Μουσική Στιγμή), σε σι ελάσσονα, Op. 16 αρ. 3, νεανικό έργο του Sergei Rachmaninoff (1873-1943) ερμηνεία την οποία αφιέρωσε στη μνήμη της καθηγήτριάς του Αnisia Campos (1928-2020, μαθήτριας του Alfred Cortot), που έφυγε το περασμένο καλοκαίρι από τη ζωή.  Ο μαέστρος-πιανίστας,  γνωρίζει καλά τα ζητούμενα της μουσικής του Ρώσου συνθέτη, έχοντας πρόσφατα εγκαινιάσει την ηχογράφηση όλων των συμφωνιών και ορισμένων συμφωνικών του έργων: τον Ιανουάριο κυκλοφόρησε από τη DG, η Συμφωνία αρ. 1, σε ρε ελάσσονα, Op. 13, και οι Συμφωνικοί Χοροί, Op. 45, με την Ορχήστρα της Φιλαδέλφειας, Deutsche Grammophon, 00028948398393. Η ερμηνεία της Μουσικής Στιγμής, που λάβαμε, ήταν εμποτισμένη με όλη τη μελαγχολική νοσταλγία που απαιτεί η παρτιτούρα. Ο  NézetSéguin έδωσε τον καλύτερό του εαυτό, ζυγίζοντας με προσοχή τα δάχτυλά του κατά το voicing των εκτενών συγχορδιών, φροντίζοντας για την εκφραστικότητα των οκτάβων του αριστερού χεριού, κάνοντας εύστοχη χρήση του δεξιού pédale, φορτίζοντας τις φράσεις με συγκίνηση και εκμαιεύοντας πλούσια ηχοχρώματα. Στρέφοντας τη σκέψη του προς την αγαπημένη του Δασκάλα ανακάλυπτε ιδιαίτερη έμπνευση· μετά το πέρας της ερμηνείας κράτησε με νόημα και συναίσθημα τα μάτια του κλειστά για μερικά δευτερόλεπτα. Ολοκλήρωσε τη συμμετοχή του στο Φεστιβάλ, ερμηνεύοντας μια δημιουργία του συμπατριώτη του, δραστήριου συνθέτη Éric Champagne (γ. 1980), που αφιερώθηκε σε εκείνον. Το έργο είχε τίτλο Daprès Hopper και ήταν επηρεασμένο από τo αίσθημα μοναξιάς που τόσο ανάγλυφα αποτυπώνεται στα έργα του διάσημου ζωγράφου Edward Hopper (1882-1967). Η ατμοσφαιρική σύνθεση, που περιλαμβάνει αρπισμούς πάνω σε χρωματικά αλλοιωμένους φθόγγους, σειρά αλλοιωμένων συγχορδιών και μουσικά ρητορικά σχήματα, άλλοτε σύντομα και άλλοτε πιο εκτενή, υπηρετήθηκε επιτυχώς από τον πιανίστα, ο οποίος, όπως και στην παρτιτούρα του Rachmaninoff, εξερευνούσε τις ηχητικές αποχρώσεις, στοχεύοντας σε μια ενδιαφέρουσα ερμηνεία του έργου, το οποίο βρήκαμε ότι οφείλει στην πάντα πρωτοποριακή αρμονική σκέψη του Claude Debussy (1862-1918).

 

Alice Sara Ott (φωτο: Ester Haase).

Alice Sara Ott (φωτο: DG/ Ester Haase).

Στη συνέχεια, ακολούθησε η Γερμανίδα πιανίστα Alice Sara Ott (γ. 1988), η οποία αφού αναφέρθηκε στα πιάνα, που αυτή την εποχή παραμένουν σιωπηλά περιμένοντας πάλι να ηχήσουν μπροστά σε ακροατήριο, και στο πόσο της λείπουν οι ζωντανές εμφανίσεις,  απέδωσε το πολυαγαπημένο Lied με τίτλο Morgen! (Αύριο!), Op. 27 αρ. 4, του Richard Strauss (1864-1849) στη θαυμάσια μεταγραφή που υπέγραψε ο Max Reger (1873-1916). Η μελαγχολία του τραγουδιού (τέταρτο και τελευταία μίας ομάδας τραγουδιών που γράφτηκαν από τον Strauss το 1894), αλλά και το αισιόδοξα παρηγορητικό νόημα των στίχων του τραγουδιού στην αυθεντική του μορφή (ποίηση του Σκοτσέζου John Henry Mackay, 1864-1933), σύμφωνα με τους οποίους Και αύριο ο Ήλιος θα λάμψει  πάλι… (Und morgen wird die Sonne wieder scheinen…), στην πιανιστική μεταγραφή, βρήκαν την Ott σε στιγμές εξαιρετικής ευαισθησίας. Πιο συγκεκριμένα, με λυρισμό και ονειρεμένο legato «τραγούδησε» τις εκτενείς μουσικές φράσεις (χαρακτηριστικά κυκλικές, σχεδόν χορογραφημένες, υπήρξαν οι λεπτοδουλεμένες κινήσεις των βραχιόνων της), δίνοντάς τους την ευκαιρία να «ανασάνουν» και να εκφραστούν με νόημα, αγγίζοντας τις καρδιές μας. Ναι, η απουσία της φωνής δεν έγινε αισθητή, χάρη τόσο στη μεταγραφή όσο και στην cantabile ανάγνωση, γεμάτη σημαίνουσες στιγμές.  Αξέχαστη ανάγνωση.

 

Jan Lisiecki (φωτο: DG/Peter Rigaud.

Jan Lisiecki (φωτο: DG/ Peter Rigaud).

Τη θέση της Ott, πήρε ο νεαρός Καναδός πιανίστας Lisiecki, που από την ηλικία των δεκαπέντε ετών ηχογραφεί αποκλειστικά για την DG. Θυμίζουμε ότι τον είχαμε ακούσει στην Αθήνα πριν από κάποια χρόνια (Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, Δευτέρα 20/5/2013), σε ένα απαιτητικότατο πρόγραμμα έργων διαφορετικών εποχών, κατά σειρά εκτέλεσης των Olivier Messiaen (1908-1992, επιλογή Πρελουδίων: Le colombe, Chant dextase dans un paysage triste, Le nombre léger, Instants défunts), Johann Sebastian Bach (1685-1750, Παρτίτα αρ. 1, σε σι ύφεση μείζονα, BWV 825), Wolfgang Amadeus Mozart (Σονάτα αρ. 11, σε λα ελάσσονα, KV 331), και  Frédéric Chopin (1810-1849, Σπουδές Op. 25). Είχαμε τότε εντυπωσιαστεί από τις ευκολίες του εκκολαπτόμενου βιρτουόζου, αλλά, ιδιαίτερα στα έργα του Chopin, είχαμε βρει ότι ήταν κάπως νωρίς για να ανταποκριθεί επαρκώς στα πολλά μουσικά ζητούμενα. Επιπλέον, μέσα στη μάλλον περιορισμένου μεγέθους Αίθουσα Δημήτρης Μητρόπουλος, ο πληθωρικότατος και σε στιγμές εκρηκτικός του ήχος ασφυκτιούσε. Κατά τα επόμενα χρόνια, ο πιανίστας εξέλιξε, όπως ήταν αναμενόμενο, τόσο τη μουσική του σκέψη όσο και τον έλεγχο των πιανιστικών μέσων κερδίζοντας τις εντυπώσεις του διεθνούς ακροατηρίου (σήμερα, αν ερχόταν στην Αθήνα, ασφαλώς θα έπαιζε στην κεντρική αίθουσα του Μεγάρου Μουσικής).

Κατά τον πρόσφατο πιανιστικό μαραθώνιο, ο Lisiecki εμφανίστηκε με ένα πλατύ ζεστό χαμόγελο (πόσο αισιόδοξα μπορούν να είναι τα νιάτα!) μέσα στην άδεια εντυπωσιακής αρχιτεκτονικής και ακουστικής ποιότητας μεγάλη αίθουσα του Εθνικού Φόρουμ της Μουσικής (National Forum of Music) του Wrocław (αξίζει να σημειώσουμε ότι το υψηλών προδιαγραφών πολωνικό μέγαρο μουσικής  ολοκληρώθηκε μόλις το 2015, η κεντρική του αίθουσα περιλαμβάνει χίλιες οκτακόσιες θέσεις, ενώ διαθέτει επιπλέον τρεις μικρότερες αίθουσες προορισμένες για συναυλίες μουσικής δωματίου). Ο πιανίστας, που ανέφερε χαρακτηριστικά πόσο εξαιρετικά προνομιούχος αισθανόταν να παίζει σε αυτή την πανέμορφη αίθουσα, πρόσφερε δύο Νυχτερινά του Chopin: κατά την εκτέλεση των Nocturnes αρ.2, σε μι ύφεση μείζονα, Op. 9 αρ. 2, και αρ. 7, σε ντο δίεση ελάσσονα, Op. 27 αρ. 1, βρήκε την ευκαιρία να ξεδιπλώσει τόσο την έμφυτη αυθόρμητη μουσικότητά του, όσο και την καλοδουλεμένη τεχνική του. Λάξευσε τις φράσεις με την απαραίτητη προσοχή και ευαισθησία, υιοθετώντας εύστοχα rubati και φωτίζοντας σωστά τον ονειρικό κόσμο του μεγάλου μουσουργού. Εκρηκτικά παθιασμένο υπήρξε στα χέρια του το μεσαίο τμήμα του δεύτερου Nυχτερινού, ίσως κάπως περισσότερο μυϊκά παιγμένο απ΄ ότι θα αποζητούσε ο συνθέτης (ναι, ο Lisiecki είναι παιδί της εποχής του και δεν το κρύβει). Ο γεμάτος ήχος του, πάντα εύρωστος, ακόμα και στις χαμηλότερες δυναμικές των σοπενικών σελίδων που λάβαμε, γέμισε τη θαυμάσια, πλην δυστυχώς άδεια, πολωνική αίθουσα την οποία βλέπαμε από τη σταθερή κάμερα που ήταν τοποθετημένη αριστερά του. Μετά το τέλος της εκτέλεσης και αφού  άφησε χρόνο στη μουσική να εκπνεύσει, σηκώνοντας τα χέρια του από τα πλήκτρα με κομψό τρόπο, με ένα γλυκό διακριτικό χαμόγελο, και με χαρακτηριστική κίνηση του δεξιού του χεριού μάς αποχαιρέτησε (αγγλ. waved goodbye).

 

Lang Lang (φωτο: Olaf Heine).

Lang Lang (φωτο: Olaf Heine).

Επόμενος καλλιτέχνης υπήρξε ο Κινέζος Lang Lang (γ. 1982), ο οποίος δίχως εισαγωγική ομιλία (περίεργο γεγονός για έναν τόσο ομιλητικό μουσικό, το οποίο, όμως, τελικά δικαιολογήθηκε από την επιλογή του στοχαστικού έργου), προχώρησε απευθείας στην ερμηνεία του δεύτερου μέρους, Siciliano, από τη Σονάτα για φλάουτο, σε μι ύφεση μείζονα, BWV 1031, του Bach, σε πιανιστική μεταγραφή του Wilhelm Kempff (1895-1991). Θα αναφέρουμε, ότι ο αστέρας των πλήκτρων έχει δείξει τελευταία έντονο ενδιαφέρον απέναντι στο έργο του Γερμανού συνθέτη: ηχογράφησε σχετικά πρόσφατα τις Παραλλαγές Goldberg, BWV 988 (Deluxe Edition, που περιλαμβάνει δύο εκτελέσεις του έργου, μία live και μία studio, DG 00028948197019), όπως και μερικά άλλα έργα του ίδιου, σε μεταγραφές (Extended Deluxe Edition, DG 00028948553846, που κυκλοφορεί αποκλειστικά σε ψηφιακή μορφή). Στις προαναφερθείσες μεταγραφές βρίσκεται και εκείνη του Kempff  που ακούσαμε κατά το πρόσφατο πιανιστικό φεστιβάλ. Με απόλυτο (η λέξη εδώ δεν αποτελεί υπερβολή) έλεγχο του ήχου και εύστοχη χρήση του δεξιού pédale, με αστείρευτες αποχρώσεις δυναμικής, επιστρατεύοντας ένα υπέροχα τραγουδιστό legato και δάχτυλα που έλεγχαν κάθε στιγμή τη θαυμάσιας έμπνευσης μελωδική γραμμή, αλλά και με άφθονα rubati και ritardandi, ο Lang Lang υποστήριξε μία μουσικότατη, στοχαστική όσο και υπερρομαντική ανάγνωση του μπαχιανού έργου, βουτηγμένη μέσα στο πνεύμα της εποχής του Kempff.

 

Rudolf Buchbinder (φωτο: Marco Borggreve).

Rudolf Buchbinder (φωτο: Marco Borggreve).

Αλλάζοντας εντελώς διάθεση, ο βετεράνος Αυστριακός πιανίστας Buchbinder, μας μετέφερε στη Βιέννη και στον αισιόδοξο κόσμο του Johann Strauss (1825-1899). Από το Konzerthaus της Βιέννης και απευθυνόμενος στο διαδικτυακό κοινό, εξέφρασε, ανάμεσα σε άλλα, την πεποίθηση ότι η μουσική σύντομα θα ξαναηχήσει στα αυτιά και στις καρδιές μας. Θέλοντας να δώσει χαρά και ευτυχία, όπως χαρακτηριστικά είπε, επέλεξε την παράφραση πάνω σε θέματα της οπερέτας H Nυχτερίδα (Die Fledermaus) του Strauss, που συνέθεσε ο στην εποχή του  δημοφιλέστατος πιανίστας Alfred Grünfeld (1852-1924). Επιστρατεύοντας ιδιωματικό βιενέζικο panache, με εύπλαστο σχηματισμό των ρυθμικών στοιχείων και εύγλωττη ανάδειξη του τόσο οικείου θεματικού υλικού, πρόσφερε μια εκτέλεση αξιοσημείωτης ευφράδειας, η οποία όντως θέρμανε καρδιές και ανέβασε τη διάθεσή μας.

Τον ακολούθησε, ο Αμερικανός (με ρίζες από τη Βρετανία και την Taiwan) πιανίστας και συνθέτης Kit Armstrong, που από τα πρώτα χρόνια της ζωής του αναγνωρίστηκε ως παιδί θαύμα με ιδιαίτερες ικανότητες στις επιστήμες, στα μαθηματικά, στις γλώσσες και φυσικά στη μουσική (πιάνο και σύνθεση). Ο μεγάλος πιανίστας Alfred Brendel (γ.  1931) τον ξεχώρισε νωρίς και από το 2005 τον διδάσκει και τον συμβουλεύει. Από την μακρινή Taiwan και από το περίφημο Εθνικό Μουσείο του Παλατιού (National Palace Museum) στην Tapei, γνωστό παγκοσμίως για τις πλούσιες συλλογές αριστουργημάτων κλασικής κινεζικής τέχνης, που καλύπτουν οκτώ χιλιάδων ετών ιστορίας. O πολυδιαβασμένος και πολυσχιδής Armstrong, κατά την εισαγωγική του ομιλία, μίλησε για το εν λόγω εκπληκτικό Μουσείο και για την αγάπη του προς αυτό. Επέλεξε να ερμηνεύσει ένα δικό του έργο, με τίτλο, Études de dessin (ολοκληρωμένο το 2017), το οποίο αποτελεί, όπως υπογράμμισε, φόρο τιμής προς την κλασική κινεζική τέχνη και είναι επηρεασμένο από τη ζωγραφική με μελάνι. Η περίπου δεκάλεπτης διάρκειας ευαίσθητη ιμπρεσιονιστικού ύφους σύνθεση, αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα, σχηματίστηκε από εκλεπτυσμένες μουσικές φράσεις, χρωματική αρμονία, ήπιες ή πιο έντονες συνηχήσεις διάφωνων μουσικών διαστημάτων ή αλλοιωμένων συγχορδιών (ενίοτε συνδυασμένα με συγκοπτόμενα ρυθμικά σχήματα), περάσματα πεντατονικών κλιμάκων που παρέπεμπαν στην ασιατική μουσική παράδοση, επαναλαμβανόμενα ρυθμικομελωδικά σχήματα, παρατεταμένες τρίλιες, glissandi, ακόμα και, στο τέλος της σύνθεσης, ήχους που παράγονταν από το απευθείας τσίμπημα χορδών του πιάνου· όλα κινούνταν μέσα σε ένα πλαίσιο μυστηριακής ατμόσφαιρας που συγγένευε (και) με το σύμπαν του  Debussy, συνθέτη στον οποίον, όπως αναφέραμε και πιο πάνω σχολιάζοντας το έργου του επίσης σύγχρονου Champagne, στρέφονται πολλοί  δημιουργοί της εποχής μας  οι οποίοι επιθυμούν να παραμείνουν σε τονικά σύμπαντα αποζητώντας ωστόσο μία πιο υφολογικά εξελιγμένη μουσική γλώσσα, με ελευθερία στον χειρισμό δομικών στοιχείων και κυρίως της αρμονίας και του ρυθμού.

Συνεχίζοντας, ο Ρωσοαμερικανός πιανίστας Kirill Gerstein (γ. 1979), από την αίθουσα της Philharmonie του Παρισιού (Philarmonie de Paris), πρότεινε τρία σύντομης σχετικά διάρκειας έργα. Άρχισε με το Νανούρισμα (Berceuse) του  Thomas Adès (γ. 1971), απόσπασμα από την τρίπρακτη όπερα The Exterminating Angel (Ο Εξολοθρευτής Άγγελος, πρώτη παρουσίαση, Salzburg, 2016), σε πιανιστική μεταγραφή που πραγματοποίησε ο συνθέτης ειδικά για τον ίδιο. Ο Gerstein, διαβάζοντας την παρτιτούρα μέσα από την οθόνη ενός iPad, εξερεύνησε με πειστικότητα τα διάφορα στοιχεία του έργου, τις παρατεταμένες χρωματικές συγχορδίες, τα θεατρικά crescendi και diminuendi, και γενικότερα, την όλη ονειρική-μυστηριακή ατμόσφαιρα, που οδηγείται σε εφιαλτικό ξέσπασμα προτού η μουσική σβήσει, ήρεμα όπως ξεκίνησε. Με μικρή παύση δευτερολέπτων, ακολούθησε το Childrens Song No. 1 (Παιδικό Τραγούδι αρ. 1, από τον κύκλο είκοσι κομματιών, με γενικό τίτλο, Childrens Songs, που άρχισε να γράφεται το 1971) του πρόσφατα χαμένου Chick Corea (1941-2021), αστέρα της Jazz μουσικής Σκηνής, του οποίου την απλότητα των επαναλαμβανόμενων ρυθμικομελωδικών σχημάτων ο Gerstein φώτισε με νόημα.  Ακόμη περισσότερο ενδιαφέρον είχε η επιλογή και εκτέλεση του τρίτου έργου, που δεν ήταν άλλο από τη χαριτωμένη polka με τίτλο Atraente της σπουδαίας Βραζιλιάνας μουσουργού, πιανίστας και διευθύντριας ορχήστρας Chinquinha Gonzaga (1847-1935), επιλογή, που όπως μας είπε στην εισαγωγική του ομιλία ο πιανίστας, οφείλεται στον τρέχοντα μήνα Μάρτιο, που περιλαμβάνει τη Διεθνή Ημέρα της Γυναίκας (8/3). Ο χαρακτηριστικός συγκοπτόμενος βραζιλιάνικος ρυθμός (2/4) και η πικάντικη χορευτική διάθεση του έργου (Com gosto, διαβάζουμε στην παρτιτούρα, ακριβώς στην αρχή της polka, που ακολουθεί μετά από μία σύντομη εισαγωγή) ευτύχισαν στα δάχτυλα του Gerstein.

 

Daniil Trifonov (φωτο: DG/Dario Acosta).

Daniil Trifonov (φωτο: DG/ Dario Acosta).

Ακολούθησε ο Ρώσος Trifonov, εξαιρετικά δημοφιλής πιανίστας της νεώτερης γενιάς, με εκτενές ρεπερτόριο και πάντα την επιθυμία κατά τους προγραμματισμούς των δισκογραφικών του καταθέσεων να επιλέγει έργα τα οποία συνδέονται μεταξύ τους και διαθέτουν κοινές ρίζες (λ.χ. βλ. albums για την DG, με τίτλους Destination Rachmaninov και Silver Age). Δίχως εισαγωγική ομιλία, προέβη απευθείας σε μια γεμάτη ψυχική αγαλλίαση και στοχασμό ερμηνεία της πιανιστικής μεταγραφής (του γνωστού Χορικού Jesus bleibet meine Freude (Ιησού, μείνε η Χαρά μου) από την εκκλησιαστική Καντάτα Herz und Mund und Tat und Leben (Καρδιά και Στόμα και Πράξη και Ζωή), BWV 147, του Bach. Σημειώνουμε ότι δεν αναφέρθηκε το όνομα του μεταγραφέα, ωστόσο η μεταγραφή του Kempff, υπήρξε η βάση.

Τη σκυτάλη από τον τελευταίο έλαβε ο επίσης νεαρός, Νοτιοκορεάτης Cho, μεγάλος νικητής του  17oυ Διεθνή Διαγωνισμού Πιάνου Chopin της Βαρσοβίας (2015). Από την εισαγωγική του ομιλία μάθαμε ότι βρισκόταν στο Αμβούργο, όπου ηχογραφούσε το νέο του album με έργα Chopin. Δεν αποτέλεσε, λοιπόν, έκπληξη η επιλογή έργου του προαναφερθέντος συνθέτη που ανήκει στους πολύ αγαπημένους του· ξεδίπλωσε την Impromptu αρ. 1, σε λα ύφεση μείζονα, Op. 29, με ευφράδεια, ζεστό ήχο, εκφραστικό legato, ελεγχόμενο rubato και αξιοποιώντας τη γνωστή όσο ξεχωριστή του αισθαντικότητα. Πρόκειται για έναν από τους αρτιότερους πιανίστες της νεότερης γενιάς, του οποίου οι αξιοθαύμαστες μουσικές αρετές και πρωτίστως η ποιητική του έκφραση, παραπέμπουν σε  θρυλικούς πιανίστες του παρελθόντος. Κάθε του album αποτελεί διαμάντι και ασφαλώς περιμένουμε με ενδιαφέρον το επόμενο που προανήγγειλε.   

Katia και Marielle Labèque (φωτο: Stefania Paparelli).

Katia και Marielle Labèque (φωτο: Stefania Paparelli).

Στη συνέχεια είδαμε και ακούσαμε το αειθαλές πιανιστικό duo των Γαλλίδων αδελφών Labèque (Katia Labèque, γ. 1950, και Marielle Labèque, γ. 1952). Μετά από μία σειρά ερωτήσεων που έθετε η μία στην άλλη, υπό μορφή συνέντευξης, και έναν διάλογο μέσα από τον οποίον εκφράστηκε, ανάμεσα σε άλλα, η σφοδρή επιθυμία να ξανανοίξουν οι αίθουσες συναυλιών, πρότειναν δύο σύντομα μέρη, διαφορετικής εκφραστικής διάθεσης, τα Are you in love, Agathe? και Terrible Interlude από την όπερα δωματίου Les Enfants Terrible (Τα Τρομερά Παιδιά, 1996) του Αμερικανού συνθέτη Philip Glass (γ. 1937), σε μεταγραφή του Michel Riesman (γ. 1943), αμερικανού συνθέτη και μαέστρου που έχει διευθύνει έργα του Glass και συνεργάζεται στενά μαζί του. Το χαρακτηριστικό μινιμαλιστικό μουσικό ύφος του συνθέτη, τα αργά εξελισσόμενα ρυθμικά στοιχεία, η διακριτική μελωδικότητα των μουσικών φράσεων και η ειδικά η διάχυτη μελαγχολία του αργού δεύτερου κομματιού, τονίστηκαν με προσοχή και διάθεση δημιουργίας κατάλληλου εκφραστικού κλίματος από τις δύο κυρίες. Το δεύτερο κομμάτι οδηγήθηκε σε ονειρικό-υπερβατικό επίπεδο. Οφείλουμε να προσθέσουμε τη συμβολή του δημιουργού-σκηνοθέτη του video (σχεδόν κινηματογραφικής έμπνευσης), ο οποίος συνέδραμε με τα ιδιαίτερα πλάνα και τον ιδιάζοντα φωτισμό του, θαμπώνοντας σε στιγμές την εικόνα με νόημα εκεί που το απαιτούσε η μουσική ή συνδυάζοντας σε δύο πλάνα τα πρόσωπα των Labèque. Στο τέλος του δεύτερου κομματιού, ο χρόνος έμοιαζε να παγώνει, ενώ το φως χαμήλωνε σταδιακά μαζί με τη μείωση της δυναμικής του ήχου της μουσικής του Glass, η οποία μετά το τελευταίο μουσικό μέτρο της παρτιτούρας χάθηκε, μοιάζοντας να συνεχίζει την πορεία της σε μία άλλη διάσταση.  Από κάθε άποψη, μουσικοεικαστικό video clip υψηλών προδιαγραφών (κρίμα που πουθενά δεν αναφέρθηκε το όνομα του σκηνοθέτη και του υπεύθυνου φωτισμού).

Το τελευταίο μέρος της μετάδοσης, διάρκειας περίπου 55 λεπτών, καλύφθηκε από κομμάτια πέντε σύγχρονων συνθετών που γράφουν μουσική προσιτή στο ευρύτερο κοινό, με απλά εκφραστικά και μουσικά μέσα, ενίοτε αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα, με επιρροές κυρίως από την new-age και την ambient μουσική, αλλά και από άλλα μουσικά ρεύματα, στα οποία περιλαμβάνεται και η λεγόμενη κλασική μουσική. Οι εν λόγω συνθέτες-πιανίστες υποστηρίζονται από την DG, η οποία την τελευταία περίπου δεκαετία, διευρύνοντας τους μουσικούς της ορίζοντες, περιλαμβάνει στον κατάλογό της δημιουργούς «ατμοσφαιρικής μουσικής», πολλοί από τους οποίους έχουν γράψει και μουσική για τον κινηματογράφο:

 

Joep Beving (φωτο: Rahi Rezvani).

Joep Beving (φωτο: Rahi Rezvani).

Ο Δανός συνθέτης και πιανίστας Beving από το μικρό, όπως ανέφερε, studio του στο Amsterdam και επιλέγοντας να παίξει σε όρθιο πιάνο του οποίου είχε αφαιρέσει το καπάκι όπως και το μπροστινό ξύλινο μέρος αφήνοντας τις χορδές και τα σφυράκια να φανούν, είπε ότι έγραψε ένα κομμάτι (τραγούδι, song, το χαρακτήρισε) εμπνευσμένο από τους θιβετιανούς εορτασμούς του νέου έτους, με τίτλο Losar. Ερμήνευσε το κομμάτι με απλότητα και άφησε τη μουσική να κυλίσει με άνεση, όπως έκανε και κατά την εκτέλεση των δύο επόμενων συνθέσεών του, με τίτλους September και Sleeping Lotus.

Ο Αμερικανός πιανίστας και συνθέτης Chad Lawson (γ. 1975), με επιρροές από την κλασική μουσική, την Jazz και την new age, έπαιξε τα έργα του Stay και Prelude in D major: μουσική αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα ήρεμης έκφρασης.

Ο Αμερικανός πιανίστας Rob Lowe του συνόλου Balmorhea (έτος ίδρυσης, 2006), από την αίθουσα του Crowley Theater, στην πόλη Marfa του Texas της Αμερικής, ερμήνευσε τρία κομμάτια που έχουν δημιουργηθεί από το σύνολο. Άνοιξε με το κομμάτι  που φέρει τον τίτλο Rose in Abstract, μινιμαλιστική σύλληψη, με σειρά συνεχών συγχορδιών και επαναλαμβανόμενων φθόγγων, που δημιουργούσαν ένα παρατεταμένο ostinato.  Συνέχισε με το μελωδικού χαρακτήρα έργο Evening και ολοκλήρωσε με το Time in the Hand (SonataPathétiqueNo. 8, Op. 13)-Beethoven Recomposed, που, όπως μαρτυρά ο τίτλος, αποτελεί φόρο τιμής στον μεγάλο Γερμανό συνθέτη: το τελευταίο αυτό κομμάτι πρόκειται για παραλλαγή του θέματος του δεύτερου μέρους της μπετοβενικής Σονάτας, Adagio cantabile,  το οποίο μεταμορφώνεται σε καρπό μινιμαλιστικού ύφους. Σημειώνουμε ότι στις 9/4  κυκλοφορεί το πρώτο album του συνόλου Balmorhea για λογαριασμό της DG, με τίτλο The Wind (DG 00028948397990).

Ο Πορτογάλος πιανίστας, μαέστρος και συνθέτης Rui Massena (γ. 1972), ερμήνευσε τρεις συνθέσεις του με τίτλους, Meditação, 70 Percent και A Song, οι οποίες, όπως και στην περίπτωση των αμέσως προηγούμενων ομοτέχνων του, διακρίθηκαν για την απλότητα της γραφής τους.

Η μετάδοση σφραγίστηκε με μουσική του Νοτιοκορεάτη συνθέτη και πιανίστα Yimura (γ. 1978, πραγματικό όνομα, Lee Ruma, κορεατικά, 이루마). Ο Yimura,  μελέτησε μουσική στη Βρετανία, αρχικά στο Purcell School for Young Musicians και στη συνέχεια, στο Βασιλικό Κολέγιο του Λονδίνου. Μετά τις σπουδές του επέστρεψε στην Νότιο Κορέα, όπου και δραστηριοποιείται. Μέχρι σήμερα έχει στο ενεργητικό του δέκα albums. Στα τρία κομμάτια που έπαιξε, Room with a View, Sunset Bird και Kiss the Rain, επέδειξε εκτός από μουσική ευαισθησία, έλεγχο του ήχου (οι σοβαρές σπουδές πιάνου που είχε κάνει στην Αγγλία, σαφώς συνέδραμαν σε αυτό).

Εν κατακλείδι, ένα διαδικτυακό πιανιστικό φεστιβάλ για πολλά μουσικά γούστα, που μοιάζει να γίνεται θεσμός. Ευχαριστούμε την DG για το απολαυστικό δώρο!

 

 

About Κωνσταντίνος Π. Καράμπελας-Σγούρδας

Κριτικός Μουσικής και Θεάτρου, καθηγητής Ανώτερων Θεωρητικών, Σύνθεσης και Πιάνου, πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Κριτικών Μουσικής, Θεάτρου και Χορού, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου Gina Bachauer, πρόεδρος του Διεθνούς Μουσικού Σωματείου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman, καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Διαγωνισμού Πιάνου C.V. Alkan - P.J.G. Zimmerman και καλλιτεχνικός διευθυντής του Πανελλήνιου Μουσικού Διαγωνισμού Μαρίας Χαιρογιώργου-Σιγάρα