• Email newsletter

  • Ανακοινώσεις

  • Τρία ρεσιτὰλ μὲ ξεχωριστὰ προγράμματα: [Ἀπόστολος Παληός, Ἰουλία Τρούσσα, Μαρίτα Παπαρρίζου].

  • Ετικέτες

  • Archives

    • 2018 (43)
    • 2017 (147)
    • 2016 (148)
    • 2015 (131)
    • 2014 (170)
    • 2013 (137)
    • 2012 (70)
    • 2011 (1)
    • 2009 (1)
  • Σύνδεσμοι

Ο ΙΟΥΛΙΟΣ ΚΑΙΣΑΡ ΣΤΗ … ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Γράφει ο Κυριάκος Π. Λουκάκος

 

 

Το προγραμματικό φυλλάδιο της Μετροπόλιταν Όπερα για την όπερα του George Frideric Handel (1685 –  1759) «Giulio Cesare in Egitto», HWV 17, ενημέρωνε ότι η πρόσφατη παραγωγή της αποτελούσε χορηγία δυο «φιλανθρωπικών» ιδρυμάτων, μια υπερατλαντική υπόμνηση ότι η προσφορά της μεγάλης τέχνης αποτελεί κορυφαίο δείγμα «φιλανθρωπίας», ιδίως σε εποχή επικεντρωμένη στην οικονομία και την κρίση της. Σε κάθε περίπτωση, η δορυφορική αναμετάδοση της 27ης Απριλίου στην αίθουσα «Αλεξάνδρα Τριάντη» του ΜΜΑ έφερε το ελληνικό κοινό, για πρώτη φορά με αξιώσεις, σε παραστατική επαφή με το κορυφαίο αριστούργημα του Χαίντελ, αλλά και της opera seria εν γένει. Στον «Ιούλιο Καίσαρα», και σε ευτυχή σύμπραξή του με τον -ομότεχνο και λιμπρετίστα του- Nicola Francesco Haym (1678 –  1729), ο Χαίντελ επέτυχε υπερβατικά ύψη δραματουργικής συνοχής, ισορροπημένη εναλλαγή δραματικής έντασης και ιλαρής διάθεσης, θαυμαστή ανάπτυξη πιστευτών δραματικών χαρακτήρων, ιδιοφυή διαχείριση  «περιπετειών» πλοκής 4ωρης διάρκειας και μάλιστα με το σαιξπηρικό ενορατικό βάθος της βρετανικής πολιτογράφησής του.

Αν ο συνθέτης ανήγαγε σε αρετή την αέναη ερωτική και πολιτική ραδιουργία των λιμπρέτων της λεγόμενης «σοβαρής όπερας», η παραγωγή του -εν τω μεταξύ Sir– David McVicar  την απελευθέρωσε από το αρχαιολογικό πλαίσιο δράσης των κύριων προσώπων, μέσω ενδυματολογικών παραπομπών στη βρετανική αποικιοκρατία (Brigitte Reiffenstuehl) και  τηλεοπτικής ελευθεριότητας στη διαχείριση ιστορίας και μύθων. Όσοι όμως είχαμε ήδη απολαύσει την πρώτη εκδοχή της δουλειάς του (2005), στο ειδυλλιακό Glyndebourne της εγγλέζικης εξοχής,  εργασία που διασφάλιζε αυστηρή ισορροπία μεταξύ χιούμορ και υψηλής αισθητικής, δεν αποδεχθήκαμε χωρίς ορισμένη δυσφορία την αμερικανοποίηση του αποτελέσματος, ιδίως την  εγκατάλειψη του πνευματώδους στοιχείου της παλαιότερης διδασκαλίας υπέρ της χονδροειδούς φάρσας και του κραυγαλέου γελοιογραφικού αυτοσαρκασμού των χαρακτήρων.

Αλλά και η προσήλωση στην αντιστοίχιση της διανομής των ρόλων με την φωνητική τοποθέτηση των πρώτων διδαξάντων, στο λονδρέζικο King’s Theatre του έτους 1724, αποδείχθηκε μάλλον κίνηση ακαδημαϊκής εμμονής παρά δραματολογικής εντελέχειας. Εν πρώτοις και χωρίς να αμφισβητούμε την απήχηση του Αμερικανού σταρ των κόντρα τενόρων David Daniels, θεωρούμε εν τούτοις ότι, σε αυτήν τουλάχιστον την προχωρημένη φάση της λαμπρής του σταδιοδρομίας, πάτησε πάνω στα ίχνη του θρυλικού καστράτου Senesino λιγότερο αξιόπιστα από τις προκατόχους του στη Μετ, την αείμνηστη Ελληνοαμερικανίδα  Tatiana Troyanos και την επίσης εντόπια μεσόφωνο Jennifer Larmore (την ίδια που αξιοποίησε στην ηχογράφηση του ο μαιτρ του μπαρόκ René Jacobs), χωρίς να λησμονούμε την εξίσου αρρενωπή Αγγλίδα Sarah Connolly, προκάτοχό του στο Γκλάιντεμπουρν: όλες διέθεταν την αιχμή της φωνητικής ισχύος των εγχειρισμένων καστράτων, την οποία, κατά τεκμήριον και εν προκειμένω, στερούνται οι σύγχρονες απομιμήσεις τους. Μια έλλειψη που, ειδικά για τον Ντάνιελς, υπογράμμιζε περαιτέρω  η αντιπαράστασή του με τον Πτολεμαίο του νεότερου Γάλλου ομοτέχνου και ομοφώνου του Christophe Dumaux. Αλλά και η συμπατριώτισσα του τελευταίου, η διάσημη και ευφυέστατη κολορατρίς  Natalie Dessay, συγκίνησε περισσότερο ως ενσάρκωση του θριάμβου της ανθρώπινης θέλησης πάνω στις θηριώδεις φωνητικές, εκφραστικές και χορογραφικές απαιτήσεις του ρόλου της Κλεοπάτρας, εν όψει μάλιστα και της σχετικά πρόσφατης προσωπικής της περιπέτειας υγείας, παρά με την αβίαστη δροσιά και τη σκανδαλιστική μετεφηβική υπεροψία της προκατόχου της στην ίδια παραγωγή Danielle de Niese (για να μην ανακαλέσουμε, από τους δίσκους, την εκθαμβωτική  δεξιοτεχνική λάμψη που καθιέρωσε μια Μπέβερλυ Σίλλς και επιβεβαίωσε την εξίσου αλησμόνητη Τζόαν Σάδερλαντ).

Των πραγμάτων ούτως εχόντων, το τεχνικά πληρέστερο τραγούδι της βραδιάς  εισέφερε ο Σέστο Πομπέο της Αγγλίδας μεσοφώνου Alice Coote, πλάι στην έμπειρη Κορνέλια της Ιρλανδής, επίσης μεσοφώνου, Patricia Bardon. Όλοι οι συντελεστές, ωστόσο, συμπεριλαμβανομένων των λησμονήσιμων δευτεραγωνιστών, αλλά και της έξοχης ορχήστρας, χορωδίας και μπαλέτου της Μετ υπό τον ειδήμονα και ευήκοο αρχιμουσικό Harry Bicket, συνέπραξαν για ένα αξιομνημόνευτο συλλογικό αποτέλεσμα, πραγματικό ανάθημα στη δραματουργική οξυδέρκεια και την ψυχηρή μελωδική φλέβα του Χαίντελ, παρεμπιπτόντως -πέραν πάσης αμφιβολίας- ενός από τους μεγαλύτερους συνθέτες όπερας των αιώνων.

Εφ. Η Αυγή
Κυ, 30-06-2013

About Κυριάκος Π. Λουκάκος

Ο Κυριάκος Λουκάκος είναι δικηγόρος - διδάκτωρ Νομικής του Πανεπιστημίου της Κολωνίας, ειδικός επιστήμων στον Κύκλο Ποιότητας Ζωής του «Συνηγόρου του Πολίτη» και διαπιστευμένος διαμεσολαβητής από το Υπουργείο Δικαιοσύνης. Υπήρξε συνεργάτης του Γ’ Προγράμματος της Ελληνικής Ραδιοφωνίας στην παραγωγή και παρουσίαση εκπομπών όπερας (1994 – 2010), είναι ο κριτικός μουσικής της εφημερίδας ΑΥΓΗ, καθώς και τακτικό μέλος του Σωματείου «Υποτροφίες Μαρία Κάλλας», του Ωδείου Αθηνών, της «Κίνησης πολιτών για μιαν Ανοιχτή Κοινωνία» και της Ενώσεως Ελλήνων Θεατρικών & Μουσικών Κριτικών, στην προεδρία του διοικητικού συμβουλίου της οποίας εκλέγεται από του έτους 2005.